Πώς περιγράφει ο Ρωμαίος ιστορικός Κορνήλιος Τάκιτος τους Γερμανούς τον 1ο αιώνα μ.Χ. Αναγνωρίζετε στις περιγραφές του τον Στάινμπρουκ, τον Σόιμπλε, τον Βεστερβέλε ή τον Μπρούνο Γκαντς; Τον Βάγκνερ ή την Μάρλεν Ντίτριχ; Την Warsteiner;

popaganda_germans_2

Η χώρα, αν και παρουσιάζει πού και πού διαφορές, σε γενικές γραμμές είναι ή φοβερή εξαιτίας των δασών ή απαίσια εξαιτίας των ελών … Εγώ συμφωνώ με κείνους που έχουν τη γνώμη ότι οι λαοί της Γερμανίας αποτελούν ένα ιδιαίτερο έθνος, ανόθευτο, όμοιο μόνο προς τον εαυτό του, χωρίς καθόλου να έχει μολευτεί από επιμειξίες με έθνη άλλα. Από αυτό επίσης θα είναι πως των κορμιών τους η θωριά είναι σε όλους ίδια, σε τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων: μάτια αγριωπά και γαλάζια, μαλλιά πυρόξανθα, σώματα μεγάλα και ισχυρά, μόνο για έφοδο … Έχουν αυτοί και κάτι τραγούδια, που όταν τα τραγουδούνε εξάπτουν τις ψυχές τους, μα και το αποτέλεσμα της μελλούμενης μάχης προμαντεύουν. Γιατί, λέγοντάς τα, είτε προξενούν τρόμο στους εχθρούς είτε τρομάζουν οι ίδιοι. Δεν επιδιώκεται τόσο η εντύπωση αρμονίας φωνητικής όσο η εντύπωση ανδρείας. Κυρίως, γίνεται προσπάθεια να επιτευχθεί σκληρότητα ήχου, θόρυβος διαπεραστικός, με το να βάζουν τις ασπίδες μπροστά μπροστά στο στόμα τους, για να εξογκώνεται η φωνή, να γίνεται πιο γεμάτη, πιο βαριά με την αντήχηση … Όποτε δεν ξανοίγονται σε πόλεμο, περνούν τον καιρό τους όχι τόσο σε κυνήγια όσο σε απραξία, παραδομένοι στο φαΐ και στον ύπνο. Καθένας από αυτούς τους πολύ πολύ γενναίους και πολεμικούς με τίποτε δεν ασχολείται. Έχει εγκαταλείψει τη φροντίδα για το σπίτι, τους εφέστιους και τους αγρούς στις γυναίκες, στους γέρους και σε οποιονδήποτε ανίσχυρο στην οικογένεια. Αποχαυνώνεται, και είναι θαυμαστή αυτή η αντινομία της φύσης όπου οι ίδιοι άνθρωποι από τη μια τόσο αγαπούν την απραξία κι από την άλλη τόσο μισούν τη γαλήνη … Μέσα σε ένα έθνος τόσο πολυάριθμο, οι μοιχείες, που η ποινή τους είναι άμεση και βρίσκεται στη δικαιοδοσία των συζύγων, είναι ελάχιστες. Ο σύζυγος, πρώτα πρώτα, της κόβει τα μαλλιά και ολόγυμνη, κάτω από τα βλέμματα των συγγενών, τη διώχνει από το σπίτι. Και μαστιγώνοντάς την τη γυρίζει μέσα σ’ όλο το χωριό. Για την αγνότητα που δε διαφυλάχτηκε, δεν υπάρχει συγγνώμη. Ούτε με την ομορφιά της ούτε με τα νιάτα της ούτε με τα πλούτη της θα μπορούσε να βρει σύζυγο. Γιατί εκεί κανένας δε γελάει με τα ανομήματα και δεν επικαλείται τον αιώνα του για να διαφθείρει και να διαφθαρεί …

popaganda_germans_1

Χαίρονται με τα δώρα, όμως ούτε αυτά που χάρισαν υπολογίζουν ούτε μ’ αυτά που έλαβαν νιώθουν υποχρέωση … Ένοπλοι, πηγαίνουν στις δουλειές τους και όχι λιγότερο συχνά σε συμπόσια. Δεν είναι ντροπή για κανέναν να ενώσει τη μέρα με τη νύχτα πίνοντας. Οι συχνοί καβγάδες, όπως πάντα ανάμεσα σε πιωμένους, σπάνια τελειώνουν με βρισιές, πιο πολύ καταλήγουν σε σκοτωμούς και τραυματισμούς … Συζητούν όταν δεν μπορούν να προσποιηθούν, αποφασίζουν όταν πια δεν είναι δυνατό να πέφτουν έξω … Για ποτό διαθέτουν έναν χυμό από κριθάρι ή στάρι, που παρουσιάζει μία ζύμωση κάπως ανάλογη με εκείνη του κρασιού. Αυτοί που κατοικούν κοντά στις όχθες αγοράζουν και κρασί. Οι τροφές είναι απλές: καρποί άγριοι, κυνήγι νωπό ή γάλα πηγμένο. Την πείνα τους την ικανοποιούν χωρίς προετοιμασίες και ορεχτικά. Όμως για τον πόθο του πιοτού δε δείχνουν την ίδια εγκράτεια. Αν ήθελες να ενθαρρύνεις την επιθυμία τους για ποτό προσφέρνοντας τόσο κρασί όσο τραβάει η καρδιά τους, θα νικιόντουσαν εξίσου εύκολα από τα ελαττώματά τους όσο κι από τα όπλα … Ως Γερμανοί έχουν μεγάλη ευφυΐα και εφευρετικότητα. Τοποθετούν για αρχηγούς τους καλύτερους, υπακούουν σ’ αυτούς τους αρχηγούς, κρατούν στη μάχη την παράταξη, αντιλαμβάνονται τις ευκαιρίες, αναβάλλουν τις επιθέσεις τους, διαμοιράζουν τις δουλειές της μέρας, δημιουργούν για τη νύχτα ασφάλεια, συγκαταλέγουν την τύχη ανάμεσα στα αμφίβολα πράγματα, τη γενναιότητα στα σίγουρα, και ακόμα, κάτι που είναι σπανιότατο, σύμφωνο μόνο με τη ρωμαϊκή πειθαρχία, εμπιστεύονται πιο πολύ τον αρχηγό παρά το στράτευμα … Η σύναψη δανείου και η έντοκη παράτασή του είναι κάτι το άγνωστο. Έτσι φυλάγεται κανείς καλύτερα, παρά αν κάτι τέτοιο ήταν απαγορευμένο … Τα χωριά νέμονται τα χωράφια εκ περιτροπής, ανάλογα με τον αριθμό των καλλιεργητών τους, και αμέσως μετά τα ξαναμοιράζονται οι κάτοικοι αναμεταξύ τους ανάλογα με το αξίωμά του ο καθένας. Η απεραντοσύνη του κάμπου παρέχει την ευκολία της κατανομής. Κάθε χρονιά αλλάζουν χωράφια και ουδέποτε η γη τους απολείπει … Από τη γη μονάχα τη σοδειά απαιτούν. Το έτος τους, που είναι ίδιο με το δικό μας, δεν το χωρίζουν σε τόσες εποχές. Νόημα και ονομασία έχει γι’ αυτούς ο χειμώνας, η άνοιξη και το θέρος. Το όνομα καθώς και τα αγαθά του φθινοπώρου αγνοούνται εξίσου … Στις κηδείες καμιά ματαιότητα — αυτό μονάχα τηρείται: Να καίονται τα σώματα των επιφανών ανδρών με ορισμένου είδους ξυλεία. Τον τάφο τον ψηλώνει το χορτάρι. Τη δύσκολη και κοπιαστική τιμή ενός μνημείου δεν τη θέλουν. Τη θεωρούν βαριά για τους πεθαμένους. Κοπετούς και δάκρυα τα εγκαταλείπουν γρήγορα, τον πόνο όμως και τη θλίψη σιγά σιγά. Στις γυναίκες ταιριάζει το πένθος, στους άνδρες η ενθύμηση.

Cornelius Tacitus, Γερμανία, μετάφραση Γιώργος Ιωάννου, δημοσιευμένο στο περιοδικό Εκηβόλος, Τεύχη 8-9, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 1981.