Η επταετής οδύσσεια του πλαισίου εκπροσώπησης ασυνόδευτων παιδιών

Εδώ και τρία περίπου χρόνια, ακούγεται ότι «ξεκινάει» ο θεσμός της Επιτροπείας στην χώρα μας. Ποια είναι όμως η πραγματική εξέλιξη της Επιτροπείας ασυνόδευτων ανηλίκων στην πράξη; Και ποια είναι η σημερινή κατάσταση με την εκπροσώπηση χιλιάδων ασυνόδευτων παιδιών;

Από το 2014, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, η ΜΕΤΑδραση ξεκίνησε με τη στήριξη του Ιδρύματος Μποδοσάκη και του ΕΟΧ τη δημιουργία ενός «Δικτύου Επιτροπείας» μέσα από το οποίο αναδείχτηκε στην πράξη ο καίριος ρόλος των Εκπροσώπων/Επιτρόπων για την προστασία των ασυνόδευτων προσφυγόπουλων. Στη διάρκεια των επτά συνεχόμενων ετών, παρά τα συχνά ανυπέρβλητα εμπόδια, υποστηρίχτηκαν 10.128 ασυνόδευτα παιδιά. 

Ο ρόλος του Επιτρόπου είναι κομβικός για κάθε ασυνόδευτο προσφυγόπουλο. Βάσει του μοντέλου που έρχεται από το εξωτερικό, ένας Εκπρόσωπος οφείλει να συνεργάζεται με όλους τους επαγγελματίες που μεριμνούν για το παιδί. Εκείνος παίρνει τις εκθέσεις του, τις μελετά, συμβουλεύει το παιδί, ενώ εξετάζει εάν ο κάθε επαγγελματίας είναι κατάλληλος για τις ανάγκες του – δεδομένου ότι συχνά υπάρχει έλλειμμα εξειδίκευσης. Σε χώρες όπως η Ολλανδία, όπου η εξειδίκευση είναι μεγαλύτερη, η δουλειά του Επιτρόπου είναι αρκετά πιο εύκολη, καθώς η παρουσία ενός νομικού, ενός ψυχολόγου, ενός κοινωνικού λειτουργού και όσων ακόμη συνεργάζονται με το παιδί, είναι επαρκής. Στην Ελλάδα, ένας Επίτροπος αναγκάζεται να αναλάβει πολλές υποχρεώσεις ταυτόχρονα προκειμένου να καλύψει τα κενά που υπάρχουν.

«Προτού ξεκινήσουμε τη δράση μας, για πολλά χρόνια, προσωρινός Επίτροπος ενός παιδιού που ερχόταν στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον συγγενή ή ενήλικα, ήταν ο Εισαγγελέας», μου εξηγεί η κυρία Λώρα Παππά, Πρόεδρος της ΜΕΤΑδρασης με εμπειρία τριών δεκαετιών στον τομέα του προσφυγικού.

«Από τις πρώτες δράσεις που υλοποιήσαμε – πριν ακόμη αναδείξουμε το Δίκτυο Επιτροπείας – ήταν η Συνοδεία Παιδιών. Αυτό σήμερα ακούγεται αυτονόητο, όμως πριν δέκα χρόνια ασυνόδευτα προσφυγόπουλα έμεναν επί μήνες πίσω από κάγκελα, επειδή δεν υπήρχε κάποιος να τα πάρει και να τα οδηγήσει σε μια δομή φιλοξενίας». 

«Μέχρι να αναλάβουμε το κομμάτι αυτό, υπεύθυνη για τις συνοδείες ήταν η αστυνομία. Ο ρόλος της όμως είναι η μεταγωγή κρατουμένων, όχι η συνοδεία παιδιών. Υπήρχαν περιπτώσεις ανηλίκων στα οποία οι αστυνομικοί περνούσαν χειροπέδες επειδή αυτό ήξεραν να κάνουν». Ξεκινώντας το 2010 από την Ορεστιάδα, άρχισαν σταδιακά όλα τα αστυνομικά τμήματα της χώρας να ζητούν τη βοήθεια του οργανισμού. Η δράση της συνοδείας επεκτάθηκε, χάρη στους πόρους, τις προσφορές Ιδρυμάτων και τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 

«Συνεργαζόμαστε με τη Blue Star και με άλλες ακτοπλοϊκές εταιρίες, οι οποίες μας παρέχουν δωρεάν εισιτήρια για τη μεταφορά των παιδιών. Η Aegean επίσης, για μεγάλες περιόδους μας παραχώρησε δωρεάν εισιτήρια. Από όλη την Ελλάδα πλέον, όταν τα χαρτιά των παιδιών είναι έτοιμα, εμείς ερχόμαστε και αναλαμβάνουμε τη συνοδεία τους».

Μέχρι σήμερα, η ΜΕΤΑδραση έχει συνοδεύσει περισσότερα από 20.000 παιδιά. «Δεν σταματήσαμε ούτε στα lockdowns, παρά τις δυσκολίες. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού των παιδιών, τους μιλούσαμε για όσα θα μπορούσαν να αναζητήσουν στο μέλλον από τη στιγμή που θα βρεθούν στη δομή, για το τι θα χρειαστεί να προσέξουν, για το ποιους ανθρώπους θα γνωρίσουν. Απ’ εκεί και πέρα όμως, ο συνοδός δεν δικαιούται να διατηρήσει επαφή με το παιδί. Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε κατά το ταξίδι, ότι αν είχαμε παραπάνω χρόνο μαζί τους, τα παιδιά θα μπορούσαν να βοηθηθούν πολύ. Τα παιδιά είχαν μεγάλη ανάγκη να έχουν “τον άνθρωπό τους”, τον οποίο θα μπορούσαν να βρουν στο πρόσωπο ενός Επιτρόπου».

«Ο Εισαγγελέας ήταν αδύνατο να συνεχίσει να αναλαμβάνει χιλιάδες παιδιά που υπήρχαν στα νησιά και να ασκήσει τον θεσμό της Επιτροπείας στην πράξη, να διατηρήσει στενή επαφή με το παιδί και να κρίνει το βέλτιστο συμφέρον του. Το 2014 λοιπόν, μελετήσαμε αρκετά μοντέλα Επιτροπείας, τα οποία εφάρμοζαν Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις σε διάφορες χώρες. Δεδομένου ότι η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πιο δύσκολη – καθώς διαθέτουμε υδάτινα σύνορα – δεν ήταν εφικτό να εφαρμοστεί με το ίδιο ακριβώς μοντέλο Επιτροπείας της Ολλανδίας ή του Βελγίου, για παράδειγμα. Κρατήσαμε τα καλά στοιχεία και ξεκινήσαμε δημιουργώντας ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης, με τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ένας Επίτροπος. Δεδομένου ότι οι ανάγκες στην Ελλάδα είναι τεράστιες, δεν αρκούσε η συνεισφορά των εθελοντών». 

«Ξεκινώντας πιλοτικά, το πρώτο εκπαιδευτικό σεμινάριο το πραγματοποιήσαμε σε συνεργασία με την Ολλανδία και τη Νορβηγία. Δεν ήταν εύκολο στην αρχή να πείσουμε τις Εισαγγελίες να εμπιστευτούν μία οργάνωση, όμως σύντομα κατάλαβαν πως η βοήθειά μας ήταν πολύτιμη. Χάρη στη δράση μας, μπορούσαν πλέον να μαθαίνουν τα νέα του παιδιού. Το 2015, καταφέραμε να εξηγήσουμε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ύπατη Αρμοστεία, πόσο σημαντικό είναι για το παιδί να έχει έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης να το εκπροσωπεί. Πετύχαμε από τα μέσα του 2016 και μετά, να χρηματοδοτηθούμε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Παράλληλα, χάρη στη συνεισφορά ιδιωτικών δωρεών, της Unicef και των φιλελλήνων του εξωτερικού, μπορέσαμε να αυξήσουμε τον αριθμό των Επιτρόπων και να φτάσουμε από τους 12-13, τους 17-18. Με τη βοήθεια της ΕΕ, στα τέλη 2017 είχαμε 70 Επιτρόπους σε όλη την Ελλάδα, σε αντιστοιχία 2.000 περίπου παιδιών».

Τον Ιούνιο του 2018, ψηφίστηκε ο σχετικός νόμος περί Επιτροπείας ο οποίος προέβλεπε την ανάληψη του θεσμού από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ). Από την 1η Ιανουαρίου έως τον Αύγουστο του 2019, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματοδότησε για πρώτη φορά στα χρονικά, μία τριμερή συνεργασία μεταξύ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), της Ύπατης Αρμοστείας και της ΜΕΤΑδρασης. Στόχος της συνεργασίας αυτής, ήταν να περάσει η πολυετής τεχνογνωσία κι εμπειρία, η μεθοδολογία και τα εργαλεία της ΜΕΤΑδρασης στο ΕΚΚΑ, με σκοπό να αναλάβει εκείνο την αρμοδιότητα της Επιτροπείας – κάτι το οποίο τελικά δεν κατέστη εφικτό από το κράτος.

«Υπήρξαν πολλές αγκυλώσεις στο πλαίσιο των διαγωνισμών, των προκηρύξεων, των μισθών και του ωραρίου, οι οποίες δημιουργούσαν θεσμικά προβλήματα. Αναγκαστήκαμε από τον Σεπτέμβριο του 2019 να μειώσουμε τους Επιτρόπους και από 70 φτάσαμε τους 50. Ήταν πολύ επώδυνη εκείνη η χρονιά για ‘μας, καθώς έπρεπε να αποφασίσουμε ποια παιδιά θα αφήσουμε. Είναι σκληρό να πρέπει να αποφασίσουμε μόνοι μας. Ξεκινήσαμε μειώνοντας Επιτρόπους στα παιδιά που βρίσκονται σε δομές φιλοξενίας και στηρίξαμε περισσότερο τα παιδιά που είναι άστεγα, που βρίσκονται στα κρατητήρια και τα νησιά. Φτάνοντας στο τέλος του 2019, άρχισε να ακούγεται ότι θα βγει μία προκήρυξη στις αρχές του 2020, με σκοπό να συνεχιστεί ο θεσμός της Επιτροπείας μέσω κάποιας οργάνωσης. Ούτε αυτό συνέβη όμως».

«Στις αρχές του 2020 λοιπόν, βρεθήκαμε με 1.400 παιδιά, εκ των οποίων πολλά ευάλωτα και κάτω των 15 ετών και αναρωτιόμασταν τι θα κάνουμε. Δεδομένου ότι εκείνη την περίοδο είχαμε αποσπάσει το Ανθρωπιστικό Βραβείο Conrad N. Hilton, αξιοποιήσαμε ένα μέρος του χρηματικού ποσού που λάβαμε για να στηρίξουμε την Επιτροπεία μέχρι το κράτος επιτέλους βγάλει μια προκήρυξη. Κρατήσαμε έναν μικρό αριθμό επιτρόπων, 10-12 ατόμων – κυρίως στα σύνορα, για τα παιδιά που χρειάζονταν επείγουσα βοήθεια».

Τον Μάρτιο του 2020, ξεκίνησε η χρηματοδότηση του Προγράμματος Εθελοντικής Μετεγκατάστασης, μέσω του οποίου αναδείχθηκε για ακόμα μία φορά η σπουδαιότητα του Δικτύου Επιτροπείας. Η ίδια η ΕΕ και κάποια κράτη – μέλη, τόνισαν πως δεν μπορεί να γίνει η διαδικασία της μετεγκατάστασης, εάν δεν υπάρχει Επίτροπος. Με την εκ νέου στήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η ΜΕΤΑδραση εκπροσώπησε 1.587 παιδιά σε συνεντεύξεις για το βέλτιστο συμφέρον τους στο πλαίσιο της μετεγκατάστασης σε άλλες χώρες της Ε.Ε. και 860 παιδιά σε συνεντεύξεις ασφαλείας των οποίων τη διενέργεια αιτήθηκαν συγκεκριμένα κράτη μέλη. Οι Επίτροποι έμπαιναν σε όλες τις συνεντεύξεις, προστατεύοντας τα δικαιώματα του παιδιού.

«Δεδομένου ότι η χρηματοδότηση για τους Επιτρόπους, αφορούσε μόνο στις μετεγκαταστάσεις, περίπου 5.000 παιδιά που δεν προορίζονταν να μετεγκατασταθούν, έμειναν χωρίς εκπροσώπηση. Βάσει νόμου όμως, τα παιδιά που είναι κάτω των 15 ετών πρέπει να εκπροσωπούνται υποχρεωτικά στη Συνέντευξη Ασύλου. Επίσης τα μικρά παιδιά που μεταβαίνουν σε άλλες χώρες πρέπει να συνοδεύονται από έναν Επίτροπο. Αναγκαστήκαμε πάλι να βάλουμε χρήματα από την τσέπη μας για να συνοδεύσουμε ένα παιδί. Από τις βασικές ανάγκες του ανήλικου, μέχρι τις εξειδικευμένες υπηρεσίες, προσπαθούσαμε με μεγάλο κόστος να καλύψουμε τα κενά, για να μπορέσει ο Επίτροπος να κάνει τη δουλειά του», επισημαίνει η Λώρα Παππά.

Μετά από σχετικό διαγωνισμό του ΕΚΚΑ, από τον Ιανουάριο του 2021 η ΜΕΤΑδραση κατάφερε να αυξήσει τη δυναμικότητα των επιτρόπων της, φτάνοντας ξανά τους 70. Έως τις 23 Αυγούστου του 2021, όταν και ολοκληρώθηκε η σύμβαση, η οργάνωση είχε αναλάβει με εισαγγελικές εξουσιοδοτήσεις το 87% των ασυνόδευτων παιδιών (2.404) στην χώρα. Παρά το ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διαθέσει τα αναγκαία κονδύλια για την χρηματοδότηση της Επιτροπείας, το Υπουργείο Εργασίας/ΕΚΚΑ δεν έχει προκηρύξει νέο διαγωνισμό για τη συνέχιση της εκπροσώπησης των ασυνόδευτων ανηλίκων από τη Μετάδραση.

Τους τελευταίους τρεις μήνες άρχισε να γνωστοποιείται ότι την αρμοδιότητα της Επιτροπείας θα αναλάμβανε η Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου – όπως και θεσμοθετήθηκε επισήμως πρόσφατα. «Η Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων, παρ’ όλο που γνώριζε ότι θα αναλάβει τον θεσμό της Επιτροπείας, δεν έχει προετοιμαστεί για να διασφαλίσει κάποια μεταβατική περίοδο, ώστε τα παιδιά να μην μείνουν χωρίς εκπροσώπηση μέχρι να εξασφαλίσει επαρκή χρόνο για να εφαρμόσει ένα αποτελεσματικό, ανεξάρτητο σύστημα για την προστασία όλων των ασυνόδευτων που βρίσκονται στη χώρα μας».

«Αυτή τη στιγμή, βρισκόμαστε εκ νέου στη διαδικασία εξεύρεσης πόρων για να υποστηρίξουμε έναν μικρότερο αριθμό ιδιαίτερα ευάλωτων περιπτώσεων στην ενδοχώρα, αλλά και σε συγκεκριμένα σημεία στα σύνορα. Αυτό που απαιτούμε όμως πλέον, είναι να υπάρξει στην Ελλάδα ένα Σύστημα Επιτροπείας πρότυπο και πρωτοπόρο. Θέλουμε να αναγνωριστεί το έργο που έχουμε προσφέρει και να πάρει η πολιτεία την τεχνογνωσία μας. Χρειάζεται είναι η θεσμοθέτηση του μοντέλου που υπάρχει ήδη. Είναι πολύ σκληρό να αναγκάζεσαι ξανά να αφήσεις τα παιδιά που είχαν τον άνθρωπό τους, ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης. Τώρα ποιον έχουν; Τα παιδιά δυστυχώς δεν εμπιστεύονται εύκολα τους ενήλικες και το να τα εγκαταλείπεις είναι ακόμη πιο σκληρό για εκείνα. Δεν πρέπει να μείνουν ξανά μόνα τους αυτά τα παιδιά», καταλήγει η κα. Παππά.

Λουίζα Σολομών-Πάντα