ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Οι καθαρίστριες του Ευαγγελισμού φοβούνται την πανδημία και την ανεργία

Δουλεύουν πολλά χρόνια στην ίδια θέση, στο ίδιο ωράριο και δεν απολαμβάνουν την ελάχιστη ασφάλεια μιας μόνιμης θέσης εργασίας. Και φέτος έχουν πολλούς λόγους να ανησυχούν. Ρεπορτάζ της Μαρίας Λούκα.

Φωτογραφία Αρχείου: Γιάννης Δρακουλίδης/ FOSPHOTOS

«30 χρονών ήμουν όταν ήρθα. Τη μισή μου ζωή έφαγα εδώ μέσα». Όταν μου το είπε από κοντά η κυρία Αλεξάνδρα, κάπως το προσπέρασα, όπως προσπερνάμε συχνά ουσιώδη ζητήματα μέσα στην πυκνή ροή του λόγου και στον όγκο των πληροφοριών που δεχόμαστε αλλά αυτά κάπου σφηνώνονται και επανέρχονται. Γραμμένο μου φάνηκε βαρύ. Είναι πολύς καιρός η μισή ζωή παρότι μπορεί να μοιάζει με μια αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη μέρα που ξυπνάς πριν το πρώτο χάραμα, φτάνεις στη δουλειά πριν αρχίσει η υπόλοιπη πόλη να ετοιμάζει καφέ, φοράς τα μπλε ρούχα και ξεκινάς. Πρώτα τα μπάνια, μετά ακολουθούν τα υπόλοιπα, διάδρομοι, δωμάτια, σκάλες, κλινικές, γραφεία, διανύεις μπόλικα τετραγωνικά μέτρα, οπωσδήποτε όρθια αλλά συνήθως σκυμμένη, κουβαλάς, τεντώνεις, σκύβεις, τελειώνει η βάρδια, βγάζεις τα μπλε ρούχα, πλένεις πολύ σχολαστικά τα χέρια σου πριν γίνει διαφημιστικό σποτ, μπαίνεις στο μετρό αλλά μυρίζει ακόμα χλωρίνη.

Την επόμενη μέρα ξανά.

Τα παιδιά σου μεγαλώνουν, εσύ μεγαλώνεις, οι κυβερνήσεις αλλάζουν – οι πολιτικές όχι τόσο, το σώμα σου αλλάζει γιατί γράφει πάνω του η ορθοστασία, το σκύψιμο, η χλωρίνη αλλά στις 6 το πρωί βάζεις τα μπλε ρούχα. Είναι πολύς καιρός η μισή ζωή για να ξαναζείς την ίδια μέρα και να αγωνιάς για την επόμενη, μήπως δεν την ξαναζήσεις, μήπως μείνεις άνεργη ενώ θα χει περάσει η μισή σου ζωή και κανένας εργοδότης δε θα σε δεχτεί χωρίς αυτήν. 

Η Αλεξάνδρα και η Ειρήνη είναι καθαρίστριες στον Ευαγγελισμό, στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας και παράλληλα νοσοκομείο αναφοράς για τον Covid – 19. Αυτές τις 47 μέρες που οι συνήθειες μας μεταβλήθηκαν απρόσμενα και η καθημερινότητα μας ανατράπηκε, η δικιά τους έμεινε σχεδόν αναλλοίωτη. Εξακολουθούν να πηγαίνουν στις 6 το πρωί στη δουλειά μόνο που φοράνε μάσκα πλέον και τουλάχιστον προστατεύονται από τις αναθυμιάσεις των καθαριστικών που χρησιμοποιούν. Για να μη γελιόμαστε, το «μένουμε σπίτι», ενδεχομένως και το «μένουμε ασφαλείς» ως μετεξέλιξη, είναι ένα μεσοαστικό προνόμιο. Μπορεί η πανδημία να μη κάνει διακρίσεις, η αντιμετώπιση της, όμως, διαμεσολαβείται από ταξικές, εθνοτικές και έμφυλες παραμέτρους που ευαλωτοποιούν κάποια υποκείμενα περισσότερο από κάποια άλλα. Δεν είχαν όλοι και όλες τη δυνατότητα να αποσυρθούν σπίτι τους, γιατί κάποια σώματα έπρεπε σε αυτή την τρομακτική κρίση να κρατήσουν τη μηχανή για να μη σβήσει. Σώματα θηλυκοτήτων. Αυτό δείχνουν οι στατιστικές, αυτό δείχνουν οι φευγαλέες θεάσεις εκτός εστίας, η κοινωνική εμπειρία. Γιατρίνες, νοσηλεύτριες, ταμίες, καθαρίστριες, μαγείρισσες, τηλεφωνήτριες, φροντίστριες. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα του London School of Economics το 77% των εργαζομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στην πανδημία είναι γυναίκες, από τις οποίες το 69% είναι χαμηλά αμειβόμενες. Τα δεδομένα που επεξεργάστηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σε 104 χώρες, συντείνουν στο ότι οι γυναίκες αποτελούν το 70% των εργαζομένων στους τομείς της υγείας και της κοινωνικής προστασίας. Ένα κοινό σημείο, στο οποίο συντίθενται όλες οι επισημάνσεις των διεθνών φορέων είναι ότι οι εργαζόμενες γυναίκες επιβαρύνονται διπλά στην πανδημία, αφενός εργάζονται σε ζωτικούς κλάδους που δεν ατονούν, αφετέρου το lockdown αυξάνει το φόρτο της απλήρωτης οικιακής φροντίδας. Συγκεκριμένα, η Παγκόσμια Οργάνωση Εργασίας εκτιμά ότι οι γυναίκες εκπληρώνουν τις άμισθες οικιακές υπηρεσίες φροντίδας κατά 76,2%, δηλαδή πάνω από τρεις φορές περισσότερο από τους άνδρες. 

Έτσι, λοιπόν αυτή την Πρωτομαγιά, στο συμφραζόμενο της πιο μαγκωμένης Άνοιξης που έχουμε ζήσει και στο μνημονικό ορόσημο της εργατικής διεκδίκησης που θυμίζει ότι ο κόσμος δε γυρνά από την κενή φλυαρία των influencers και των celebrities αλλά γυρνά από το μόχθο αυτών που παράγουν, δημιουργούν, κατασκευάζουν, καθαρίζουν, φροντίζουν, σκέφτηκα να ακούσω τις γυναίκες που σπανίως μιλάνε. Τις συνάντησα στο πάρκο μπροστά από το νοσοκομείο. Η πόλη κινούνταν στους νωχελικούς ρυθμούς της καραντίνας και η δική τους ζωηράδα την ώρα που κατέβαιναν τα σκαλιά στο σχόλασμα ήταν το πιο δραστήριο πράγμα που συνέβαινε. Από τα πολλά έρημα παγκάκια, διαλέξαμε το πιο σκιερό. 

Ξεκίνησε η Ειρήνη, σχεδόν χωρίς να χρειαστεί ερώτηση, κάπως σαν το χείμαρρο του παραπόνου όταν τραβάς το καπάκι: «18 χρόνια εργάζομαι στον Ευαγγελισμό. Παλιά είχα άλλη δουλειά αλλά στα 42 μου έμεινα άνεργη, ήμουν πολύ μεγάλη για να με προσλάβουν εύκολα και πολύ μικρή για να βγω στη σύνταξη. Έπρεπε, όμως, να επιβιώσω και δε βρέθηκε τίποτα άλλο. Τότε επικρατούσαν οι εργολάβοι. Εκμετάλλευση, απανθρωπιά, απειλές, τρομοκρατία, δεν ξέρω πώς να στο περιγράψω. Υπήρχαν κλαδικές συμβάσεις, υπογράφαμε ότι παίρναμε 850 και μας έδιναν 400 ευρώ. 15 χρόνια δούλεψα σε αυτό το καθεστώς. Δώσαμε σκληρούς αγώνες. Μια φορά με σακάτεψε η Αστυνομία έξω από το Υπουργείο. Καταφέραμε να μας προσλαμβάνει απευθείας το νοσοκομείο και να υπογράφουμε κάθε χρόνο σύμβαση. Η φετινή έχει λήξει και ακόμα δεν έχουμε υπογράψει καινούργια. Μας κάνανε μια απλή παράταση έξι μηνών με την ψυχή στο στόμα, η οποία μάλιστα θα αφαιρεθεί από την καινούργια σύμβαση. Τώρα λένε ότι στο τέλος του χρόνου θα ξαναβάλουν τους αφεντάδες μέσα, τους εργολάβους». «4,5 εκατομμύρια πλήρωνε το νοσοκομείο όταν ήταν οι εργολάβοι για την καθαριότητα. Τώρα πληρώνει 2,2 εκατομμύρια. Αφού έχουν κέρδος, δεν καταλαβαίνω γιατί σκέφτονται να επιστρέψουν σε αυτή την απαράδεκτη πρακτική και γιατί δε μας ανανεώνουν τις συμβάσεις μας. Είναι δυνατόν εγώ μετά από 30 χρόνια να μη ξέρω αν θα χω αύριο δουλειά; Νιώθουμε εντελώς παραμελημένες» συμπλήρωσε η Αλεξάνδρα. 

Η ιστορία με τα εργολαβικά συνεργεία καθαριότητας είναι γνωστή. Αποκαλύφθηκε με το πιο άγριο τρόπο, υπογραμμίστηκε με βιτριόλι στο πρόσωπο της Κωνσταντίνας Κούνεβα πριν από 12 χρόνια. Χιλιάδες γυναίκες δεινοπάθησαν σε αυτό το καθεστώς, τεράστια κονδύλια δημόσιου χρήματος ρίχτηκαν στη μαύρη τρύπα, μεγάλοι αγώνες δόθηκαν αλλά παραμένουν σ’ ένα βαθμό αδικαίωτοι. Οι καθαρίστριες του Ευαγγελισμού παρότι δουλεύουν πολλά χρόνια στην ίδια θέση, στο ίδιο πόστο, στο ίδιο ωράριο δεν απολαμβάνουν την ελάχιστη ασφάλεια μιας μόνιμης θέσης εργασίας. Καρδιοχτυπούν κάθε τόσο για το αν θα ανανεωθούν οι συμβάσεις τους και φέτος έχουν πολλούς λόγους να ανησυχούν παραπάνω. Εργάζονται εν μέσω πανδημίας στο κέντρο του προβλήματος και δεν ξέρουν αν κινδυνεύουν περισσότερο από τον ιό ή από την ανεργία. Η Ειρήνη είναι 60 χρονών με δύο παιδιά και έναν σύζυγο με αναπηρική σύνταξη. Η Αλεξάνδρα 59 ετών με τρία παιδιά. Αν χάσουν τη δουλειά τους και τον εξαιρετικά χαμηλό μισθό που παίρνουν, θα εξαλειφθεί το λεπτό δίχτυ που τις χωρίζει από την εξαθλίωση.

«560 ευρώ παίρνουμε το μήνα για να φέρνουμε βόλτα αχανείς χώρους, είναι σα να έχει μια γυναίκα να καθαρίζει κάθε μέρα 10 σπίτια, τόσα μας αναλογούν. Με αυτά τα λεφτά δεν έχεις καλή ποιότητα ζωής, στην τροφή, στο παπούτσι που πρέπει να είναι άνετο γιατί στέκεσαι όρθια. Καμία από εμάς δεν έχει καλή ποιότητα ζωής και είναι απάνθρωπο να σου λένε ότι θα σε απολύσουν. Είμαστε βορά στην πανδημία και αν γλιτώσουμε θα μας στείλουν στην ανεργία. Καμία δε θα βρει δουλειά στα 55 και τα 60. Λες και η καθαριότητα δεν είναι πάγια και διαρκής ανάγκη σ’ ένα νοσοκομείο.

Δε μας υπολογίζουν σε τίποτα» λέει η Ειρήνη. «Όλα τα δημόσια νοσοκομεία έχουν επτάωρα ή οχτάωρα. Ο Ευαγγελισμός που είναι το μεγαλύτερο έχει εξάωρα. Κανονικά πιάνουμε δουλειά στις 6.30 και σχολάμε στις 12.30 αλλά εμείς ξεκινάμε από τις 6 να δουλεύουμε και φτάνουμε μέχρι τη 1 συχνά, γιατί δε βγαίνει αλλιώς. Δουλεύουμε μια ώρα παραπάνω που κανείς δεν την αναγνωρίζει και μένει απλήρωτη. Πριν κάμποσο καιρό ήμασταν 240 εργαζόμενες. Τώρα έχουμε μείνει 160- 170. Έχει φύγει προσωπικό χωρίς να αντικατασταθεί, με αποτέλεσμα να δουλεύουμε σερί χωρίς ρεπό. 35 ρεπό έχω να πάρω. Είναι εξοντωτικό. Τα χρήματα είναι ελάχιστα, αν δε δούλευε και ο σύζυγος μου, θα περιμέναμε στο συσσίτιο για να τραφούμε» σημειώνει η Αλεξάνδρα. 

To νοσοκομείο Ευαγγελισμός/ ΑΠΕ

Στις διηγήσεις τους φέγγουν όλες οι αδυσώπητες αντιφάσεις του νεοφιλελευθέρου μοντέλου ρύθμισης της εργασίας. Να σχετίζεσαι με το δημόσιο τομέα αλλά να βρίσκεσαι στη ζώνη της απόλυτης επισφάλειας, να καλύπτεις μια ζωτική ανάγκη αλλά να μη τυποποιείται η εργασία σου ως τέτοια, να μετράς δεκαετίες προϋπηρεσίας αλλά ο μισθός να παραμένει καθηλωμένος στο φάσμα που δε σου επιτρέπει ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης. Κι οι ίδιες πρέπει κάθε πρωί να βρίσκονται εκεί μαζί με τις αντιφάσεις, για τις οποίες δε φέρουν καμία ευθύνη αλλά τις φορτώθηκαν παρέα με τις σφουγγαρίστρες και τους κουβάδες. Να απωθούν το προσωπικό τους άγχος, γιατί εργάζονται σ’ έναν χώρο γενικευμένου πόνου, σωματικού, ψυχικού και συναισθηματικού, όπου οι άνθρωποι νοσούν και υποφέρουν. Η δική τους παρουσία γίνεται κομμάτι μιας φωτεινής χίμαιρας.

Το εξηγεί η Αλεξάνδρα, έτσι όπως το βιώνει: «Κάθε μέρα καθαρίζω 1500 τετραγωνικά μέτρα. Ξέρω ότι βρίσκομαι δίπλα σε ανθρώπους που μπορεί να είναι μόνοι και ανήμποροι, πρέπει να τους βοηθήσω, να φτιάξω τα δωμάτια τους, να καθαρίσω τα κομοδίνα τους. Σήμερα τάισα έναν παππού γιατί δεν έχει κανέναν. Τους λυπάσαι. Δε μπορείς να κάνεις ψυχρά τη δουλειά σου και να μην ασχοληθείς». «Μέσα στο δημόσιο νοσοκομείο όλοι οι εργαζόμενοι για τον ίδιο σκοπό πασχίζουμε, για το συνάνθρωπο, πως θα απαλύνουμε τον πόνο του. Πάντα είμαστε ευγενικές, χαμογελάμε, μπορεί να μην ξέρουμε τι μας ξημερώνει αλλά βρίσκουμε τη δύναμη να κάνουμε ένα καλαμπούρι, γιατί οι ασθενείς δε φταίνε σε τίποτα. Έχουν το δικό τους καημό κι εμείς όσο μπορούμε τον μαλακώνουμε» προσθέτει η Ειρήνη.

Δεν είναι καθόλου ανάλαφρο το έργο τους. Δε θα βρεις καθαρίστρια χωρίς μυοσκελετικά προβλήματα, να μη ταλαιπωρείται από τη μέση της, να μην έχει βγάλει δερματικά εξανθήματα, να μην έχουν ξεραθεί τα χέρια της. Είναι από τις πιο εξουθενωτικές δουλειές, ποτίζει και μεταλλάσσει το σώμα, γεμάτη απρόσμενους κινδύνους και εργατικά ατυχήματα, ορισμένα από τα οποία είναι τόσο συνηθισμένα που δεν καταγράφονται καν. «Να βγάλω το παπούτσι μου, να δεις το πόδι μου πως είναι; – ρωτάει η Ειρήνη. Ξεκινάμε το πρωί από τα μπάνια και δε θέλω να σου περιγράψω την κατάσταση που αντικρίζουμε. Όταν φτάσει η ώρα για να φύγεις έχει πλέον κουραστεί όλο σου το σώμα. Γυρνάς στο σπίτι και δεν ξέρεις που να βάλεις το πόδι, που να απλώσεις το χέρι, πώς να ακουμπήσεις κάπου και να μη κάνεις μεγαλύτερη ζημιά, να φας μια μπουκιά και να ξαπλώσεις λίγο. Από απρόοπτα άλλο τίποτα. Μια φορά είχε πέσει ένας άρρωστος, πήγα να βοηθήσω να τον σηκώσουμε, μετά από λίγο καιρό διαγνώστηκε με φυματίωση, θετική κι εγώ. Ακολούθησα τις συμβουλές των λοιμωξιολόγων για να ανταπεξέλθω. Δυο φορές έχω πέσει, μια φορά πάτησα ένα καρφί σκουριασμένο. Άλλη τρεχάλα και αγωγή τότε. Πολλές από εμάς έχουν πέσει, έχουν σπάσει χέρια, πόδια. Δερματικά και αναπνευστικά από τα καθαριστικά έχουμε με το κιλό. Τα χέρια μας είναι γδαρμένα». Ενώ η Αλεξάνδρα προσθέτει: «Έχουμε τρυπηθεί από αδέσποτες βελόνες δεκάδες φορές. Μια κοπέλα παραλίγο να χάσει το μάτι της που μπήκε μέσα καθαριστικό. Για τη μέση δεν το συζητώ καν. Ούτε μια φορά δεν πήρα αναρρωτική. Ερχόμουν, έκανα την ένεση και δούλευα. Και τώρα θα μπορούσα να πάρω αναρρωτική αλλά το άφησα, γιατί ξέρω ότι είμαστε λίγες και αν λείψω εγώ, θα επιβαρύνω την Ειρήνη».

Οι καθαρίστριες ήταν εκτεθειμένες σε προβλήματα υγείας που σχετίζονται με τη δουλειά τους και πριν την πανδημία. Τώρα είναι εκτεθειμένες και στην πανδημία, αφού κινούνται σε νοσοκομείο αναφοράς. Φοβούνται, όπως είναι προφανές. Εδώ φοβόμαστε εμείς που πάμε μέχρι το σουπερ – μάρκετ, δε θα φοβούνται αυτές που περνούν ένα κομμάτι της ημέρας τους δίπλα σε κρούσματα, που διαχειρίζονται νοσοκομειακά απορρίμματα και μπαίνουν κάθε μέρα στο μετρό; Και λίγο δυσανασχετούν, γιατί κανένα χειροκρότημα δεν ήχησε για εκείνες. «Ένας λοιμωξιολόγος μας έκανε ένα σεμινάριο κι αυτό με μεγάλη καθυστέρηση. Μας έδωσαν δύο μάσκες και γάντια. Εξετάσεις δε μας έχουν κάνει. Να βήχει ο ασθενής, να μην ξέρεις τι έχει και να καθαρίζεις γύρω γύρω το κρεβάτι του. Να σου λένε δύο μέρες μετά μην πας κοντά στον τάδε γιατί είναι πιθανό κρούσμα. Δύο μέρες μετά. Εγώ αν κολλήσω δε θα τη βγάλω καθαρή, έχω την καρδιά μου. Έχουμε οικογένειες, ανθρώπους που ζουν μαζί μας. Πώς να μη φοβόμαστε; Γυρίζουμε στο σπίτι, βγάζουμε τα παπούτσια απ’ έξω, πάμε σφαίρα στο μπαλκόνι να βγάλουμε τα ρούχα και μετά πλύσιμο. Και να σου πω και κάτι άλλο που μπορεί να φαίνεται μικρό αλλά όταν πνίγεσαι και μια σταγόνα σ’ ενοχλεί. Τώρα στις γιορτές, διάφορες εταιρείες έστειλαν δώρα για τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία, λάδια, τσουρέκια, κρέμες κλπ. Εμάς μας πέταξαν ένα τσουρέκι κι αυτό ήταν. Δεν είναι πολλές από εμάς έχουν ανάγκη ακόμα και το λάδι που κοστίζει 5,5 ευρώ, είναι ο συμβολισμός, σα να μη σε λογαριάζουν καθόλου» εξηγεί η Ειρήνη. 

Οι υπηρεσίες καθαριότητας στη νεωτερικότητα συγκροτούν τον κόμβο που τέμνονται δύο καταμερισμοί εργασίας. Από τη μια είναι ο έμφυλος καταμερισμός, όπου η καθαριότητα, όπως και όλες οι εργασίες φροντίδας είναι συνυφασμένες με την κοινωνική πρόσληψη της θηλυκότητας και θεωρούνται γυναικεία δουλειά. Από την άλλη είναι ο καταμερισμός ανάμεσα στη χειρωνακτική και τη διανοητική εργασία που πλαισιώνει την πρώτη με κοινωνική υποβάθμιση και τη δεύτερη με αξία. Δεν ξέρω ποιος από τους δύο είναι πιο άδικος και πιο άκαμπτος κι ίσως αυτό το ζύγισμα να έχει μικρή σημασία για τις γυναίκες που άοκνα καθαρίζουν τον κόσμο αλλά νιώθουν απαξιωμένες. Γι’ αυτές δεν είναι θεωρητικό σχήμα, είναι ενσώματη εμπειρία. Ωστόσο, γνωρίζω με βεβαιότητα ότι αυτό που κάνουν είναι πολύτιμο, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες θα ήταν αντιλειτουργικές και απλησίαστες χωρίς το δικό τους κόπο, ότι αισθανόμαστε λίγο πιο προστατευμένες χάρη σε αυτές και ότι δε θα έπρεπε να είναι τόσο μετέωρες ανάμεσα στην αδιαφορία και την αναλγησία.

«Από το προσωπικό δεν έχουμε παράπονο. Έχει καλούς επιστήμονες που τρέχουν πάνω από τις ανάγκες μας και μας φωνάζουν συναδέλφισσες. Από το κράτος έχουμε. Χειροκροτούν αλλά για μας δε λένε κουβέντα. Κι εμείς κινδυνεύουμε, μέσα στα απόβλητα είμαστε. Αν δεν κάνει η καθαρίστρια τη δουλειά της, πως θα μπει μέσα ο γιατρός να κάνει τη δική του; Δεν πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει αυτός ο εμπαιγμός και να μας προσλάβουν με συμβάσεις αορίστου χρόνου; Μέχρι την τελευταία μας πνοή δε θα ξεχάσουμε τα τερατώδη που υποστήκαμε μέσα στην αγκαλιά του δημοσίου. Οι περισσότερες γυναίκες εδώ μέσα είναι υπέροχες, διαμάντια που λάμπουν μέσα στις λάσπες. Να τους βγάζουν το καπέλο έπρεπε» καταλήγει η Ειρήνη. Στον ίδιο κόμπο και η Αλεξάνδρα: «Λες κι είμαστε σκουπίδια μας φέρονται αλλά αν σταματήσουμε να δουλεύουμε, θα μπλοκάρουν τα πάντα. Χωρίς εμάς, τίποτα δε μπορεί να λειτουργήσει. Να αναγνωρίσουν την αξία μας, γιατί εμείς την ξέρουμε. Να πουν ένα μπράβο που κρατάμε καθαρό το νοσοκομείο και να μας φέρουν τις συμβάσεις μας». 

Καθώς έφευγαν, ρώτησα αν τώρα που θα επιστρέψουν σπίτια τους, θα κάνουν και τις δουλειές του σπιτιού. «Ε να καμάρι μου, ποιος θα τις κάνει» μου απάντησε με την πιο χαμογελαστή απλότητα η Αλεξάνδρα. Κι εγώ χαμογέλασα, λίγο πικρά και λίγο αμήχανα. Μου καρφώθηκε σαν αναλαμπή μια φράση, μάλλον από κάποιο βιβλίο που δε θυμάμαι τον τίτλο του. «Όλες οι γυναίκες μέσα μου είναι κουρασμένες». 1η Μάη σήμερα. Οι γυναίκες θέλουν μια σύμβαση να υπογράψουν, ένα χειροκρότημα στο όνομα τους, ένα λουλούδι στα χέρια τους να διώξει τη μυρωδιά της χλωρίνης, μια θέση στις ηρωικές αφίσες των κινημάτων. Μέχρι να σταματήσουν να είναι τόσο κουρασμένες. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.