Ντέκλαν Μπάρυ: «Είναι απαράδεκτο η Ευρώπη να είναι το μέρος στο οποίο οι άνθρωποι χάνουν την ελπίδα»

Ο Ντέκλαν Μπάρυ είναι παιδίατρος από την Ιρλανδία. Από το 2010 μέχρι σήμερα, έχει εργαστεί για τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα ως γιατρός σε οκτώ χώρες· Ουγκάντα, Αιθιοπία, Λιβύη, πολλές φορές στο Αφγανιστάν & το Πακιστάν, στη Συρία, στη Λιβερία και στον Λίβανο. Αυτή την περίοδο, είναι ο ιατρικός συντονιστής των δράσεων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα και στέλνει ένα γράμμα από τη Λέσβο περιγράφοντας τις απάνθρωπες συνθήκες στον καταυλισμό της Μόριας. 

«Κάθε φορά που επισκέπτομαι την κλινική που λειτουργούν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στην πόλη της Μυτιλήνης, στη Λέσβο, βλέπω κάτι που δεν έχω δει πουθενά αλλού παγκοσμίως, όπου κι αν έχω βρεθεί με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Ο καλύτερος τρόπος για να το περιγράψω είναι ως πλήρης απώλεια της ελπίδας.

Η κλινική στη Μυτιλήνη είναι κοντά στο hotspot. Αιτούντες άσυλο και μετανάστες έρχονται σ’ εμάς για περαιτέρω ιατρική περίθαλψη ενώ αναμένουν την απόφαση σχετικά με το αν μπορούν να παραμείνουν στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας επίσκεψής μου το Νοέμβριο, οι άνθρωποι που συνάντησα ζούσαν σε μικρές, σκοτεινές σκηνές, συνωστισμένες κοντά η μία στην άλλη. Έξω από τις σκηνές, είχαν κατασκευάσει μικρά φράγματα από χώμα, για να σταματούν τα νερά από τις φθινοπωρινές βροχές που κυλούσαν από το λόφο και κατέληγαν μέσα στα «σπίτια» τους. Η Ευρώπη κρατούσε χιλιάδες ανθρώπους σε αυτήν την ακραία κατάσταση εξαθλίωσης για μήνες. Στον καταυλισμό της Μόριας, όπως στα περισσότερα από τα hotspot των ελληνικών νησιών στα οποία οι άνθρωποι περιμένουν, υπήρχε υπερδιπλάσιος πληθυσμός από την προγραμματισμένη δυναμικότητα. Χιλιάδες άνθρωποι κοιμόνταν στο έδαφος, στη βροχή και τη λάσπη. Βλέποντας τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν, ήταν προφανές για μένα ότι ο καταυλισμός απλά δεν ήταν ασφαλής.

Μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου, πέντε άνθρωποι πέθαναν στον καταυλισμό της Μόριας, παλεύοντας να παραμείνουν ζεστοί. Χρειάστηκαν ισχυρές χιονοπτώσεις και άνθρωποι να παγώνουν στους εξωτερικούς χώρους για να ωθήσουν τις Ευρωπαϊκές αρχές να προσέξουν το γεγονός και να προετοιμάσουν τον καταυλισμό για το χειμώνα. Οι πέντε αυτοί θάνατοι ήταν προβλέψιμοι και θα μπορούσαν επομένως να έχουν αποφευχθεί.

Κατά την πιο πρόσφατη επίσκεψή μου, μόλις πριν λίγες εβδομάδες, δεν υπήρχαν πια μικρές σκηνές και άνθρωποι να κοιμούνται στις λάσπες. Οι πιο ευάλωτοι – οι άρρωστοι, οι ανάπηροι, οι νεότεροι και οι ηλικιωμένοι – είχαν μεταφερθεί σε ξενοδοχεία και σε διαμερίσματα στο νησί. Η Μόρια ήταν καθαρή – και θα έπρεπε να είμαι ευχαριστημένος. Αντί γι’ αυτό όμως ένιωθα εξοργισμένος με την πρόοδο που είχε σημειωθεί σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Πέντε εβδομάδες. Πώς μπορούσαν να έχουν γίνει τώρα τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, με τον χειμώνα να έχει σχεδόν τελειώσει; Άνθρωποι είχαν ζήσει σε αυτές τις συνθήκες για έξι μήνες – μερικοί για έναν ολόκληρο χρόνο. Γιατί αυτό δεν έγινε νωρίτερα;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο καταυλισμός στη Μόρια έχει αναβαθμιστεί, αλλά η ιατρική μας ομάδα εξακολουθεί να βλέπει τις ψυχολογικές επιπτώσεις στους ασθενείς μας, μετά από τόση πολλή άσκοπη ταλαιπωρία.

Οι άνθρωποι που συνάντησα στη Μόρια διέφυγαν τον πόλεμο στη Συρία, τις διώξεις στο Ιράν, μια βίαιη κατάληψη στο Ιράκ, ένοπλες στρατιωτικές ομάδες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διακρίσεις στη Νιγηρία, φτώχεια στην Αλγερία και πολλά ακόμη δεινά. Ταξίδεψαν χιλιάδες χιλιόμετρα διανύοντας κάποιες από τις πιο επικίνδυνες διαδρομές που μπορεί κανείς να φανταστεί. Πολλοί υπέστησαν βιασμούς, ξυλοδαρμούς, εκφοβισμό και ληστείες. Επιβίωσαν από όλα αυτά, ενώ πολλοί από τους φίλους και την οικογένειά τους δεν τα κατάφεραν. Τα ψυχολογικά τραύματα που βίωσαν και οι αγριότητες που είδαν με τα ίδια τους τα μάτια θα ήταν αρκετά για να κάνουν εμένα κι εσένα να καταρρεύσουμε. Αλλά με κάποιον απίστευτο τρόπο, εκείνοι δεν λύγισαν. Το όνειρό τους να φτάσουν σε κάποιο ασφαλές μέρος τούς έδωσε ελπίδα.

H υποδοχή τους όμως εδώ στην Ευρώπη συνοδεύτηκε με περισσότερα τραύματα και απάνθρωπες συνθήκες. Αυτή τη φορά, οι δράστες δεν είναι απολυταρχικοί ή στρατιωτικοί – αυτή τη φορά, οι άνθρωποι που τους προκάλεσαν τον πόνο είναι Ευρωπαίοι ηγέτες και οι πολιτικές τους και κατ’ επέκταση, οι πολίτες τους. Αυτή τη φορά, είμαστε εμείς.

Κάποιοι ασθενείς μας έχουν χάσει τη φωνή τους, μερικοί δεν μπορούν να κοιμηθούν και κάποιοι αισθάνονται την καρδιά τους έτοιμη να εκραγεί. Έχουμε δει ανθρώπους να βλάπτουν τον εαυτό τους στην προσπάθειά τους να εξωτερικεύσουν τον πόνο που νιώθουν, για να μην τον αφήσουν να σαπίσει μέσα τους. Άλλοι μας λένε ότι σκέπτονται την αυτοκτονία, θεωρώντας ότι είναι ο μοναδικός τρόπος για να φύγουν από το νησί· μερικοί έχουν προσπαθήσει να βάλουν τέλος στη ζωή τους.

Σε μια επίσκεψη στη Λέσβο συνάντησα έναν άνδρα σε κατάσταση αλλοφροσύνης, επειδή ο αδελφός του σκεπτόταν να αυτοκτονήσει. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρείχαν επείγουσα ψυχιατρική περίθαλψη – αλλά δεν υπάρχει φαρμακευτική αγωγή που να κάνει τη ζωή σε αυτόν τον απάνθρωπο χώρο υποφερτή. Ήταν σαν να πασχίζουν τα δύο αυτά αδέρφια να κρατηθούν μαζί στην επιφάνεια του νερού, στα ανοικτά της θάλασσας· ο ένας έτοιμος να παραιτηθεί και να πνιγεί· ο άλλος να προσπαθεί απελπισμένος να κρατήσει τα κεφάλια και των δύο τους πάνω από την επιφάνεια του νερού. Κλωτσώντας. Τραβώντας. Παλεύοντας. Η πίεση πρέπει να είναι αφάνταστη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αν με ρωτήσει κανείς τι πρέπει να γίνει, θα έλεγα ότι πρέπει να ξυπνήσουν οι ηγέτες της ΕΕ. Καυχιούνται για την επιτυχία της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας ενώ την ίδια στιγμή γυρνούν την πλάτη τους σε ανθρώπους που έχουν περάσει αγριότητες, φτώχεια και διώξεις.

Στα έξι χρόνια εργασίας μου με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα ως γιατρός σε χώρες σε όλον τον κόσμο, έχω δει τεράστιο αριθμό δεινών. Αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο που έβλεπα. Έβλεπα την ελπίδα στους ανθρώπους που φροντίζαμε στο Αφγανιστάν, στη Συρία και στη Λιβύη. Έβλεπα την ελπίδα ακόμη και στην επιδημία του ιού Έμπολα στη δυτική Αφρική. Έμαθα ότι οι άνθρωποι μπορούν να ανακάμψουν από πολύ ισχυρά ψυχολογικά τραύματα, ασθένειες και σωματικούς τραυματισμούς. Μπορούν να αντέξουν τόσα πολλά και να επιβιώσουν. Αλλά η ψυχολογική και σωματική πίεση, στις οποίες υποβάλλουν τους πρόσφυγες οι πολιτικές της ΕΕ, τους καθηλώνουν, τους καθιστούν ανάπηρους και τους οδηγούν ακόμη και στο θάνατο. Είναι απαράδεκτο η Ευρώπη να είναι το μέρος στο οποίο οι άνθρωποι χάνουν την ελπίδα. Αυτό είναι κάτι που δεν περίμενα να δω ποτέ».

Συνθήκες διαβίωσης στη Λέσβο

Ναζίμ, 35 ετών, Σύριος

Από την υπογραφή και την εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας το Μάρτιο του 2016 «οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα είναι μάρτυρες τραγικών επιπτώσεων στους ανθρώπους αυτούς που συνδέονται άμεσα με αυτή την καταχρηστική και άδικη συμφωνία. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες κλείνουν τα μάτια τους και αγνοούν τα θεμελιώδη ελαττώματα της συμφωνίας ενώ υποστηρίζουν την υποτιθέμενη επιτυχία της. Μετά την εφαρμογή της, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα διέκοψαν την ιατρική δράση τους μέσα στον καταυλισμό της Μόριας, σε διαμαρτυρία για μια απάνθρωπη συμφωνία με πολύ απτές επιπτώσεις στους ανθρώπους. Συνεχίζουν να διαθέτουν στον καταυλισμό ομάδα προώθησης υγείας, παραπέμποντας τους ασθενείς στην κλινική που έχουν δημιουργήσει στην Μυτιλήνη».

O Ναζίμ προσπάθησε 8 φορές να διασχίσει τα σύνορα με την Ελλάδα. Σε μία από αυτές τις προσπάθειες χωρίστηκε από τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του. Αυτοί είναι ήδη στην Αθήνα. Ο Ναζίμ παραμένει μπλοκαρισμένος στον καταυλισμό του Καρά Τεπέ στη Λέσβο.

«Φύγαμε από τη Συρία εξαιτίας του ISIS (Daesh). Ανήκουμε στη φυλή των Yazidis, ξέρετε. Τους σκοτώνουν τους Yazidis. Φύγαμε γι’ αυτό, όχι για κάποιον άλλο λόγο… Ίσως αυτοκτονήσω εδώ. Δεν ξέρω τι να κάνω! Δε με αφήνουν να πάω να δω τα παιδιά μου. Αντί για τα μπλε χαρτιά, παίρνω διαρκώς τα κόκκινα. Έχω περάσει τη διαδικασία τρεις φορές. Δεν ξέρω τι να κάνω».

Σαρμάντ, 23 ετών, Ιρακινός

Ο Σαρμάντ άφησε τη χώρα του εξαιτίας της έλλειψης ασφάλειας. Έζησε στην Τουρκία για σύντομο διάστημα αλλά αποφάσισε να δοκιμάσει να έρθει στην Ευρώπη. Ζει στον καταυλισμό της Μόριας τους τελευτάιους οχτώ μήνες κι εργάζεται ως κουρέας για να βγάλει τα προς το ζην. «Δε μιλάω μόνο για τον εαυτό μου, μιλάω για όλους τους πρόσφυγες. Η ζωή μας είναι δύσκολη εδώ, βλέπετε, ζούμε σε σκηνές. Υπάρχουν προβλήματα εδώ, κάποιοι άνθρωποι πέθαναν από τη φωτιά, με την οποία προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Έχουμε ζήσει αρκετό πόλεμο και καταστροφή, εκρήξεις και σκοτωμούς κάθε μέρα, σπίτια που γκρεμίζονται πάνω στα κεφάλια μας. Και τώρα ζούμε έναν ψυχολογικό πόλεμο. Ίσως να πάμε πίσω στη χώρα μας τότε; Ίσως αν είναι να πεθάνουμε, να πεθάνουμε στη χώρα μας».

Aiful/Sail, 25 ετών, από το Μπαγκλαντές

Ο Sail δούλευε ως οδηγός ταξί στη χώρα του. Μετά από κάποιες πολιτικές αναταραχές αναγκάστηκε να φύγει στο Ιράκ. Εξαιτίας του πολέμου εκεί δεν μπορούσε να παραμείνει και πήγε στην Τουρκία όπου έπεσε θύμα βασανιστηρίων. Αποφάσισε να φτάσει στην Ελλάδα, όπου και ήρθε τον Ιούλιο του 2016. Ζει στον καταυλισμό της Μόριας τους τελευταίους 8 μήνες. «Εδώ φοβόμαστε πολύ για το τι θα αποφασίσουν για μας. Πολλοί από μας λαμβάνουν αρνητικές απαντήσεις από την υπηρεσία ασύλου. Μετά από αυτό θα μας στείλουν πίσω στην Τουρκία και οι τουρκικές αρχές θα μας κρατήσουν για δύο χρόνια στη φυλακή μέχρι να επιστρέψουμε εθελοντικά στη χώρα μας, έστω κι αν εκεί η ζωή μας είναι σε κίνδυνο. Όλο αυτό είναι τελείως βασανιστικό για το μυαλό και τη ζωή μας».

Αμπντούλ, 40 ετών, από το Μπαγκλαντές

Ο Αμπντούλ, 40 ετών, από το Μπαγκλαντές έφτασε στη Λέσβο τον Ιούλιο του 2016. Ζει στη Μόρια για τους τελευταίους 7 μήνες. Υποφέρει από την κατάσταση που επιδεινώνεται. Είδε ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους στη Μόρια. Τώρα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημά του για άσυλο. Εξαιταίας της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας θα επιστραφεί στην Τουρκία. «Φοβάμαι πολύ, δε θα πάω στην Τουρκία! Θα με βάλουν στη φυλακή για δύο χρόνια, μετά θα πάω πίσω στη χώρα μου, αν και η ζωή μου είναι σε κίνδυνο εκεί, κι όλη αυτή η κατάσταση με βασανίζει στο μυαλό και τη ζωή μου. Και είμαι ο μόνος που μπορώ να φροντίσω την οικογένειά μου. Έχω γυναίκα και μικρά παιδιά».

Ο Νουρί, 40 ετών, Σύριος και η γυναίκα του αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη Συρία για να σώσουν τα τέσσερα παιδιά τους από τον πόλεμο. Μετά από λίγους μήνες στην Τουρκία, δοκίμασαν εννιά φορές να κάνουν το ταξίδι για να φτάσουν στην Ελλάδα. «Στις 22 Ιουλίου 2016 φτάσαμε στην Ελλάδα. Από τότε, νιώθω σα να ξαναγεννήθηκα, ξέχασα όλα όσα έχω περάσει. Αλλά δυστυχώς και πάλι δεν είναι όπως τα περιμέναμε. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν ξέρω αν θα μείνουμε, αν θα φύγουμε. Είμαστε σα σε φυλακή.»

Karon, 31 ετών, Ιρακινός

Ο Karon, η γυναίκα του και τα δίδυμα παιδιά τους είναι μπλοκαρισμένοι στη Λέσβο από όταν έφτασαν εκεί στις 2 Αυγούστου 2016. Το όνειρό τους ήταν να φτάσουν στην Ισλανδία και να αρχίσουν μια νέα ζωή. «Αυτά που είδα στο Ιράκ, δε θέλω τα παιδιά μου να τα ξαναδούνε. Γι’ αυτό αφήσαμε τη χώρα μας, εκεί δεν υπάρχει τίποτα, τα πάντα έχουν σταματήσει, δεν υπάρχει ζωή. Ονειρεύομαι τα παιδιά μου να ζήσουν σε μια όμορφη χώρα, χωρίς πόλεμο, χωρίς αιματοκυλίσματα, χωρίς τίποτα από όλα αυτά. Αυτό είναι το μόνο που θέλω».

POPAGANDA