ΔΙΕΘΝΗ

Η Μεγάλη Βρετανία στην Kάλπη για τον Επόμενο Αιώνα

Oι Βρετανοί καλούνται στις κάλπες για να αποφασίσουν το μέλλον τους. Μιλήσαμε με δημοσιογράφους και ανθρώπους που έχουν ζήσει τη βρετανική πολιτική, προσπαθώντας να καταλάβουμε το Νησί πριν και μετά τις εκλογές.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
british_elections_1

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η προεκλογική περίοδος στη Μεγάλη Βρετανία έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και το Νησί που γέννησε τον Κοινοβουλευτισμό καλείται να αποφασίσει για την τύχη του.

Η τράπουλα μετά την 7η Μαΐου 

Κανένα κόμμα δε θα έχει στις 8 Μαΐου τις 326 έδρες που απαιτούνται για την εξασφάλιση της απόλυτης πλειοψηφίας στη βρετανική Βουλή. Συντηρητικοί και Εργατικοί θα κινηθούν μεταξύ 270-290 εδρών, δεδομένο που τους επιβάλει δύο σενάρια: πρώτον, την επιλογή σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας  ή, δεύτερον, το σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας σε ένα σύστημα «ψήφο την ψήφο», όπου το κυβερνών κόμμα θα επιχειρεί να κερδίσει τη συναίνεση των υπόλοιπων κομμάτων όχι στη βάση κάποιας αρχικής συμφωνίας, αλλά στη βάση κάθε νομοσχεδίου ξεχωριστά.

David William Donald Cameron. Γεννήθηκε το 1966 στο Λονδίνο. Το 2001 έγινε βουλευτής, το 2005 ανέλαβε την ηγεσία των Συντηρητικών και το 2010 έγινε πρωθυπουργός της Βρετανίας με τη στήριξη των Φιλελεύθερων-Δημοκρατών του Νικ Κλεγκ. Αποτέλεσε το νεότερο πρωθυπουργό μετά τον Λόρδο Λίβερπουλ το 1812. Το ρεκόρ το «βούτηξε» από τα χέρια του αρχιτέκτονα των Νέων Εργατικών, Τόνι Μπλερ.

Ντέιβιντ Γουίλιαμ Ντόναλντ Κάμερον. Γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1966 στο Λονδίνο. Το 2001 έγινε βουλευτής, το 2005 ανέλαβε την ηγεσία των Συντηρητικών και το 2010 έγινε πρωθυπουργός της Βρετανίας με τη στήριξη των Φιλελεύθερων-Δημοκρατών του Νικ Κλεγκ. Αποτέλεσε το νεότερο πρωθυπουργό μετά τον Λόρδο Λίβερπουλ το 1812. Το ρεκόρ το «βούτηξε» από τα χέρια του αρχιτέκτονα των Νέων Εργατικών, Τόνι Μπλερ.

Σενάριο 1: Κυβερνήσεις Συνεργασίας

Για τα σενάρια που θα προκύψουν μετά το διατακτικό της κάλπης μιλήσαμε με τον Σάνι Χάνταλ, συνεργάτης του Guardian (και συνεργάτης των Independent, Al Jazeera, CNN) που μένει στο Λονδίνο: «Οι Εργατικοί βρίσκονται μακριά από την εξουσία για μόλις πέντε χρόνια και οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεχάσουν τόσο εύκολα ότι η οικονομία βρέθηκε σε τόσο δύσκολη θέση όταν ήταν εκείνοι στην κυβέρνηση», ανέφερε ο κύριος Χάνταλ στην Popaganda. «Οι πολίτες έχουν στραφεί στα μικρότερα κόμματα, καθώς πιστεύουν ότι αυτά είναι περισσότερο διαλλακτικά». Η στροφή προς τα κόμματα μειοψηφίας καθιστά τις πολιτικές συνεργασίες «ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της βρετανικής πολιτικής», αναφέρει.

http://youtu.be/xrqG6CbmZjw

Βασική προεκλογική επιλογή των Συντηρητικών υπήρξε η οικονομική ανάκαμψη τα χρόνια της κυβέρνησης Κάμερον και η σταθερότητα που εγγυάται το Κόμμα των Συντηρητικών

Ποια είναι τα σενάρια συνεργασίας που μπορεί να προκύψουν μετά τις 7 Μαΐου; Τα δεδομένα φαίνεται πως εδώ είναι ευνοϊκότερα για τους Εργατικούς, καθώς τα περισσότερα κόμματα μειοψηφίας διαπνέονται από «anti-Tories» αισθήματα. Πιθανοί εταίροι του Μίλιμπαντ εμφανίζονται οι Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες του Νικ Κλεγκ, το Εθνικό Κόμμα Σκωτίας (SNP) υπό τη Νίκολα Στάρτζεον και οι Πράσινοι της Νάταλι Μπένετ. Στο σενάριο που θέλει τους Εργατικούς να αποσπούν 290 έδρες, Κλεγκ και Μπένετ μπορούν να έχουν τους υπόλοιπους 36 βουλευτές που υπολείπονται για το σχηματισμό κυβέρνησης πλειοψηφίας. Γρίφο αποτελεί βέβαια η επίδοση των Φιλελεύθερων-Δημοκρατών, η δημοτικότητα των οποίων έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλά, λόγω της φθοράς που τους προκάλεσε η συμμετοχή στην απελθούσα κυβέρνηση.

Edward Samuel "Ed" Miliband. Γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1969, στο Λονδίνο. Το 2005 έγινε βουλευτής ενώ από την περίοδο 2007-2010 συμμετείχε στις κυβερνήσεις υπό τον Γκόρντον Μπράουν. Στις εσωκομματικές εκλογές για την ηγεσία του κόμματος κονταροχτυπήθηκε με τον αδερφό του Ντέιβιντ, τον οποίο νίκησε στο νήμα, αποσπώντας το 50,65% των ψήφων. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, η σχέση τους δεν πάει πολύ καλά από τότε.

Έντουαρντ Σάμιουελ “Εντ” Μίλιμπαντ. Γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1969, στο Λονδίνο. Το 2005 έγινε βουλευτής ενώ από την περίοδο 2007-2010 συμμετείχε στις κυβερνήσεις υπό τον Γκόρντον Μπράουν. Στις εσωκομματικές εκλογές για την ηγεσία του κόμματος κονταροχτυπήθηκε με τον αδερφό του Ντέιβιντ, τον οποίο νίκησε στο νήμα, αποσπώντας το 50,65% των ψήφων. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, η σχέση τους δεν πάει πολύ καλά από τότε.

Πονοκέφαλο φαίνεται να προκαλεί στο επιτελείο του Μίλιμπαντ το SNP, που φαίνεται ότι θα αποσπάσει περισσότερες από 53 από τις 59 έδρες που αναλογούν στη Σκωτία, στερώντας από το Εργατικό κόμμα παραδοσιακούς ψηφοφόρους του. Γύρω από την προοπτική συνεργασίας Εργατικών και SNP μιλήσαμε με τον Ζαν Μπατίστ Περέν, εργαζόμενο στο χώρο της ναυτιλίας. Ο κύριος Περέν ζούσε μέχρι το 2012 στην Οξφόρδη, γνωρίζοντας από κοντά τις πολιτικές της συγκυβέρνησης Κάμερον-Κλεγκ: «Σε περίπτωση νίκης των Εργατικών, η συνεργασία με το SNP θα ήταν παραγωγική, όσον αφορά σε ζητήματα αποκέντρωσης. Στα υπόλοιπα ζητήματα, υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων, ιδίως όσον αφορά στα οικονομικά θέματα αλλά και στα ζητήματα κοινωνικού χαρακτήρα. Αυτό που θα δυσχέραινε τις σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων – που θα μπορούσε να σημάνει και την καταστροφή της συμφωνίας τους – είναι η ατζέντα για τα φορολογικά». Ο Μίλιμπαντ, ωστόσο, απέκλεισε προεκλογικά το ενδεχόμενο κυβερνητικής συμφωνίας με το SNP,  σε μία προσπάθεια να αποδομήσει τη θέση των Συντηρητικών ότι οι Εργατικοί παίζουν με την ακεραιότητα της Βρετανίας ερχόμενοι σε συνεργασία με το αποσχιστικό SNP.

O Μίλιμπαντ έθεσε στο επίκεντρο της προεκλογικής του καμπάνιας ένα από τα πιο καίρια ζητήματα της εποχής μας: την ανισότητα. Και το έκανε, ασκώντας κριτική στο κόμμα του και ζητώντας συγγνώμη από τους ψηφοφόρους του για τις πολιτικές του προκατόχου του, Τόνι Μπλερ, ο οποίος βάσισε την πολιτική του ακριβώς στην αντίληψη που θέλει «τη Βρετανία να πηγαίνει οικονομικά καλά, όταν οι ελίτ διογκώνουν τα κέρδη τους»

Πιο περιορισμένο το περιθώριο κινήσεων για τους Συντηρητικούς, που έχουν ουσιαστικά δύο επιλογές: το ακροδεξιό κόμμα του Φάρατζ και τον μέχρι τώρα εταίρο τους στην κυβέρνηση, Νικ Κλεγκ.  Όμως παραμένει αμφίβολο αν Συντηρητικοί/Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες θα έχουν μία ανάλογη με το 2010 επίδοση, που θα τους επιτρέψει να σχηματίσουν κυβέρνηση πλειοψηφίας. «Τα κόμματα που μπορούν να στηρίξουν μία κυβέρνηση υπό τον Κάμερον είναι περιορισμένα. Ο Κλεγκ και το DUP (σ.σ.: το ιρλανδικό Democratic Unionist Party) ενδέχεται ακόμη να μην δώσουν στους Συντηρητικούς τις έδρες που χρειάζονται για να σχηματίσουν κυβέρνηση», αναφέρει στην Popaganda o κύριος Χάνταλ.

Nicholas William Peter "Nick" Clegg.Ηγέτης των Φιλελεύθερων-Δημοκρατών από το 2007, ο Νικ Κλεγκ γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1967. Συμμετέχει στην κυβέρνηση των Συντηρητικών υπό τον Κάμερον. Όπως και ο Μίλιμπαντ, έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος και μιλάει άπταιστα πέντε γλώσσες. Εξελέγη για πρώτη φορά Βουλευτής το 2005, ενώ έχει διατελέσει και Ευρωβουλευτής.

Νίκολας Γουίλιαμ Πίτερ  “Νικ” Κλεγκ. Ηγέτης των Φιλελεύθερων-Δημοκρατών από το 2007, ο Νικ Κλεγκ γεννήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1967. Συμμετέχει στην κυβέρνηση των Συντηρητικών υπό τον Κάμερον. Όπως και ο Μίλιμπαντ, έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος και μιλάει άπταιστα πέντε γλώσσες. Εξελέγη για πρώτη φορά Βουλευτής το 2005, ενώ έχει διατελέσει και Ευρωβουλευτής.

Σενάριο 2: Κυβέρνηση Μειοψηφίας

Αν δεν είναι δυνατόν να σχηματιστεί πλειοψηφική κυβέρνηση, τα κόμματα θα κληθούν να εξετάσουν την εναλλακτική της κυβέρνησης μειοψηφίας, σε ένα σύστημα «ψήφο την ψήφο» (vote by vote system), που σημαίνει: δεν έχω την πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά παλεύω να πείσω τους υπόλοιπους για τις θέσεις μου με υποχωρήσεις σε κάθε νομοσχέδιο. Μπορεί να λειτουργήσει κάτι τέτοιο; «Θα μπορούσε», αναφέρει ο Σάνι Χάνταλ, που δεν θεωρεί όμως ότι αποτελεί επιθυμητή εξέλιξη: «Ο Μίλιμπαντ θα προτιμούσε να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας παρά να κάνει μία συμφωνία κριτικής στήριξης με το SNP, καθώς κάποια από τα μέτρα που θα πάρει σε περίπτωση που εκλεγεί – όπως είναι η μείωση του ελλείμματος – θα προκαλέσουν αντιδράσεις στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Επομένως ο Μίλιμπαντ θα πρέπει να εξετάσει από πού θα μπορέσει να αντλήσει μεγαλύτερη συναίνεση στις πολιτικές του. Είναι καλύτερο για τον ίδιο και το κόμμα του να έχει ως εταίρο τους Φιλελεύθερους-Δημοκράτες, για να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις που σκοπεύουν να κάνουν. Αν οι Φιλελεύθεροι είναι στην αντιπολίτευση, είναι πολύ πιθανό να καταψηφίσουν οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία των Εργατικών. Αυτό θα σήμαινε δύσκολες μέρες για τον Μίλιμπαντ στην κυβέρνηση. Η συγκυβέρνηση μεταξύ Μίλιμπαντ και Κλεγκ είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να γίνει».

Όσον αφορά τους Συντηρητικούς, το σενάριο κυβέρνησης μειοψηφίας φαίνεται ακόμη πιο απίθανο, καθώς τα μικρότερα κόμματα εμφανίζονται ως αντι-συντηρητικά και αποκλείεται να στηρίξουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία του Κάμερον. 

http://youtu.be/T4iIsRC5Ywc

To βίντεο της Guardian για την ανάγκη συμμετοχής στις εκλογές

New Entries: UKIP ‘n’ SNP

Η Μεγάλη Βρετανία θεωρούσε πάντα το Στενό της Μάγχης κάτι παραπάνω από ένα θαλάσσιο στενό. Ήταν για εκείνη το γεωγραφικό όριο με μία ήπειρο, με την οποία θα συνεργαζόταν, αλλά δεν θα γινόταν ποτέ «ένα και το αυτό». 

Η αντίληψη «απομόνωσης από την Ευρώπη» ήρθε πάλι στο προσκήνιο, όταν οι αστοχίες του οικοδομήματος της ΕΕ άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια. Οικονομική καχεξία και ελεύθερη κίνηση πολιτών εντός της ΕΕ έχουν κάνει τους Βρετανούς να κάνουν δεύτερες σκέψεις για το μέλλον τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Καρπός του ευρωσκεπτικισμού είναι το UKIP – του Κόμματος της Ανεξαρτησίας υπό τον Νάιτζελ Φαράτζ – που μετά την επικράτησή του στις Ευρωεκλογές του 2014 έχει κεφαλαιοποιήσει ένα αξιοσημείωτο ποσοστό – της τάξης του 13% – που του ανοίγει το δρόμο για την τρίτη θέση. Είναι το κόμμα που ανάγκασε τον Κάμερον με την ακροδεξιά ατζέντα του να υποσχεθεί στους Βρετανούς δημοψήφισμα, το 2017, με ερώτημα την παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ.

Nigel Paul Farage. Γεννημένος στις 3 Απριλίου 1964, ο Φάρατζ εγκατέλειψε το 1992 το Συντηρητικό Κόμμα, λόγω του ότι διαφώνησε με την απόφαση του να ψηφίσει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του UKIP. Το 1999 εκλεχθηκε Ευρωβουλευτής και διετέλεσε πρόεδρος του κόμματος την περίοδο 2006-2009. Το 2010 επανήλθε στην ηγεσία, για να οδηγήσει το UKIP στη νίκη στις Ευρωεκλογές του 2014. Ήταν η πρώτη φορά που κόμμα εκτός από τους Συντηρητικούς και τους Εργατικούς κέρδιζε τις εκλογές σε εθνικό επίπεδο από τις εκλογές του 1906.

Νάιτζελ Πολ Φάρατζ. Γεννημένος στις 3 Απριλίου 1964, ο Φάρατζ εγκατέλειψε το 1992 το Συντηρητικό Κόμμα, λόγω του ότι διαφώνησε με την απόφαση του να ψηφίσει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του UKIP. Το 1999 εκλεχθηκε Ευρωβουλευτής και διετέλεσε πρόεδρος του κόμματος την περίοδο 2006-2009. Το 2010 επανήλθε στην ηγεσία, για να οδηγήσει το UKIP στη νίκη στις Ευρωεκλογές του 2014. Ήταν η πρώτη φορά που κόμμα εκτός από τους Συντηρητικούς και τους Εργατικούς κέρδιζε τις εκλογές σε εθνικό επίπεδο από τις εκλογές του 1906.

«Παρότι η Ευρώπη δεν είναι το σημαντικότερο ζήτημα για μεγάλη μερίδα των Βρετανών ψηφοφόρων, μία μειοψηφία θεωρεί την Ευρώπη ζήτημα-κλειδί. Πρόκειται κυρίως για παραδοσιακούς ψηφοφόρους των Συντηρητικών, που σήμερα είναι οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές του UKIP», αναφέρει στην Popaganda o Σάνι Χάνταλ. Γιατί όμως το UKIP; «Νιώθουν πως αυτό το κόμμα μπορεί να τους εκπροσωπήσει καλύτερα, ότι έχει μία πιο δυνατή φωνή στο Κοινοβούλιο». Η ψήφος στο UKIP δεν αφορά μόνο στην Ευρώπη: «Αφορά και στο μεταναστευτικό», προσθέτει ο κύριος Χάνταλ. «Το όραμα του UKIP παρουσιάζει τη Βρετανία όπως αυτή ήταν τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Και οι ψηφοφόροι του κόμματος πιστεύουν πως τα πράγματα ήταν τότε πολύ καλύτερα από τώρα. Στην πραγματικότητα, η στροφή των συντηρητικών ψηφοφόρων προς το UKIP οφείλεται στο ότι πιστεύουν πως οι Συντηρητικοί έχουν γίνει υπερβολικά μοντέρνοι τα τελευταία χρόνια. Έχουν αποκοπεί από το κόμμα τους και ψάχνουν μία πολιτική δύναμη που θα διαλύσει το παλαιό κομματικό σύστημα. Είναι μία βεντάλια παραγόντων που έχει στείλει μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος στην αγκαλιά του Φάρατζ».

http://youtu.be/dquwQhUEvk0

Οι θέσεις του UKIP σε 90”

 Ο Ζαν Μπατίστ Περέν αναφέρει πως «το UKIP, όπως τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, ενισχύθηκε από την φτωχή εκπαίδευση, την κρίση που χτύπησε τη μεσαία τάξη και την στερεοτυπική εντύπωση ότι δεν ευθύνεται για την κατάσταση το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά κάποιος εξωτερικός εχθρός: η ΕΕ από τη μία μεριά και οι μετανάστες από την άλλη. Η Αγγλία έχει μία παράδοση στο να βρίσκεται αντίθετη σε οτιδήποτε υπήρξε μέρος του ευρωπαϊκού σχεδίου όταν η εξουσία ήταν στα χέρια των Συντηρητικών υπό τη Θάτσερ. Στην ουσία το UKIP επωφελείται της αδυναμίας της πολιτικής των Συντηρητικών αλλά και της απουσίας οράματος σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής».

Ο Κάμερον χαίρει της υποστήριξης πάνω από το 75% των αγγλικών ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του μεγιστάνα των μέσων Rupert Murdoch, ένθερμου υποστηρικτή των Συντηρητικών. Όσο κακός και αν είσαι στο γυαλί, αν σε στηρίζουν όλα τα ΜΜΕ, θα βγεις. «Πες πες, κάτι θα μείνει», έλεγε ο Γκέμπελς

Η Ομάιρα Τζιλ, freelance δημοσιογράφος, έζησε για δέκα χρόνια στη Βρετανία, όπου γνώρισε τη βρετανική αγορά εργασίας και την πανεπιστημιακή κοινότητα. Σήμερα ζει στην Ελλάδα. Μας μίλησε για το UKIP, την άνοδο της ακροδεξιάς σε ευρωπαϊκό επίπεδο και το κατά πόσο ταυτίζονται τα ακροδεξιά αισθήματα σε Βρετανία και Ελλάδα: «Καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας, σε περιόδους κρίσης, ο κόσμος αναζητά εξιλαστήρια θύματα, κάποιον να κατηγορήσει. Και σχεδόν πάντα αυτός είναι το αουτσάιντερ. Αυτό που έχουμε δει σε όλη την Ευρώπη από την έναρξη της οικονομικής κρίσης είναι η άνοδος της Δεξιάς. Το ίδιο ισχύει και για το Ηνωμένο Βασίλειο.Το UKIP έχει εκμεταλλευτεί το φόβο της μετανάστευσης και κατηγορεί τους ξένους για την τρέχουσα κατάσταση της απασχόλησης, αντί να προσφέρει συγκεκριμένες εναλλακτικές. Είναι περίπου αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα. Σε δύσκολους καιρούς, ο λαός θέλει να έχει κάποιον να κατηγορήσει για τις κακές στιγμές του. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το UKIP προσφέρει κάποιον πάνω στον οποίο μπορούν να κατευθύνουν το θυμό τους».

http://youtu.be/6ac_pbq-zHc

Εντ Μίλιμπαντ: «Όταν πετυχαίνουν οι εργαζόμενοι της χώρας, πετυχαίνει η Μεγάλη Βρετανία».

Παρά τη δημοτικότητά του, το κόμμα του Φάρατζ έχει σημειώσει μία κάμψη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. «Αυτό οφείλεται στο ότι το UKIP είχε τον τελευταίο καιρό μικρότερη προβολή από τα ΜΜΕ, τα οποία ήταν πολύ φιλικά απέναντί του το προηγούμενο διάστημα», αναφέρει ο κύριος Χάνταλ. «Όμως τα μειωμένα ποσοστά του UKIP συνδέονται και με τα αντανακλαστικά των συντηρητικών ψηφοφόρων, κάποιοι από τους οποίους αποφάσισαν να ψηφίσουν τους Συντηρητικούς, φοβούμενοι ότι η ενδυνάμωση του UKIP θα είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο των Εργατικών στην εξουσία».Η παρατήρηση έρχεται σε αρμονία με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις στη Βρετανία, όπου η πτώση του UKIP συνδυάστηκε με ένα απειροελάχιστο προβάδισμα του Κάμερον έναντι του Μίλιμπαντ.

http://youtu.be/8WoLrV8KBkk

To ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών στο BBC, στο οποίο αποφάσισε να μην συμμετάσχει ο Κάμερον για λόγους τακτικής. Στο τέλος του ντιμπέιτ, ο Μίλιμπαντ κάλεσε τον Κάμερον να τον αντιμετωπίσει με τη φράση «Debate me!»

Στον αντίποδα του UKIP εμφανίζεται το Εθνικό Κόμμα Σκωτίας (SNP), το οποίο, ύστερα από μια εντυπωσιακή καμπάνια υπέρ της ανεξαρτησίας της Σκωτίας στο δημοψήφισμα του 2014 (στο οποίο τελικά επικράτησε το ΌΧΙ), έχει καταφέρει να θέσει υπό τη σκέπη του μεγάλη μερίδα των παραδοσιακών ψηφοφόρων του Εργατικού κόμματος. «Το Εργατικό κόμμα αδιαφόρησε για πολλά χρόνια για τους ψηφοφόρους του στη Σκωτία. Και αυτό θα το παραδέχονταν εύκολα πολλοί Εργατικοί που πολιτεύονται στη Σκωτία. Το γεγονός αυτό έκανε πολλούς Σκωτσέζους να πιστεύουν πως το κόμμα τους τούς θεωρούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα δεδομένους. Όλα αυτά τα χρόνια οι άνθρωποι δεν ψήφιζαν το SNP, καθώς πίστευαν ότι ήταν τρελοί και δεν είχαν αξιόπιστες πολιτικές να προτείνουν. Αυτό τους έκανε να προσκολλούν στους Εργατικούς». Άρα δημοψήφισμα και απογοήτευση μας κάνει SNP. «Το SNP έπεισε με μία απίστευτη καμπάνια πριν το δημοψήφισμα ότι η ανεξαρτησία δεν ήταν ένα ζήτημα περιθωριοποιημένο και ότι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί. Κατάφεραν να πείσουν το 45% των Σκωτσέζων. Ήταν πραγματικά παθιασμένοι με αυτό που έκαναν και τις θέσεις τις οποίες υποστήριζαν. Όσοι ψήφισαν πέρυσι υπέρ της ανεξαρτησίας, φέτος έδωσαν τον προεκλογικό τους αγώνα πλάι στο SNP», αναφέρει ο Σάνι Χάνταλ. Οι Σκωτσέζοι λοιπόν φαίνεται πως είναι έτοιμοι να στηρίξουν ένα κόμμα που αξιώνει να τους στηρίξει με τρόπο που δεν έκαναν τα τελευταία χρόνια οι Εργατικοί.

Nicola Ferguson Sturgeon. Γεννημένη στο Irvine την 19η Ιουλίου του 1970, αποτελεί την 5η «μικρή πρωθυπουργό» της Σκωτίας. Ανέλαβε τα ηνία του SNP μετά την ήττα στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, το 2014. «Ήμουν σίγουρη ότι θα κερδίσουμε», είπε σε συνέντευξή της το περασμένο Σάββατο στην Guardian. Η κυβέρνηση που σχημάτισε την 21η Νοεμβρίου φημίζεται για την αναλογία της 50/50 μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Νίκολα Φέργκιουσον Στάρτζαεον. Γεννημένη στο Ίρβαιν την 19η Ιουλίου του 1970, αποτελεί την 5η «μικρή πρωθυπουργό» της Σκωτίας. Ανέλαβε τα ηνία του SNP μετά την ήττα στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, το 2014. «Ήμουν σίγουρη ότι θα κερδίσουμε», είπε σε συνέντευξή της το περασμένο Σάββατο στην Guardian. Η κυβέρνηση που σχημάτισε την 21η Νοεμβρίου φημίζεται για την αναλογία της 50/50 μεταξύ ανδρών και γυναικών.

SNP και UKIP έχουν έναν κοινό άσσο στο μανίκι τους έναντι των Συντηρητικών και των Εργατικών: τους αρχηγούς τους. Τόσο η Νίκολα Στάρτζεον όσο και ο Νάιτζελ Φάρατζ είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στους ψηφοφόρους τους και ξέρουν πώς να χειρίζονται τα ΜΜΕ. «Πέρα από την πολιτική τοποθέτηση του καθενός, πρόκειται για δύο χαρισματικούς ηγέτες», αναφέρει ο Σάνι Χάνταλ. Στον αντίποδα, το Εργατικό και το Συντηρητικό Κόμμα δεν διαθέτουν πολύ δημοφιλείς αρχηγούς: «Μετά τον Τόνι Μπλερ και την Μάργκαρετ Θάτσερ, κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν έχει έναν ιδιαίτερα χαρισματικό ηγέτη. Ο Τόνι Μπλερ έχασε την δημοφιλία του μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, ο Γκόρντον Μπράουν δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα αρεστός και ο Ντέιβιντ Κάμερον δεν έπεισε μέχρι σήμερα μεγάλη μερίδα των ίδιων του των ψηφοφόρων. Από την άλλη ο Μίλιμπαντ δεν είναι πολύ άνετος μπροστά στην τηλεόραση και τα ΜΜΕ».

Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες: Το rebus των Βρετανικών εκλογών που θέλει να γίνει ο μετεκλογικός μπαλαντέρ

Το κόμμα του Νικ Κλεγκ βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά και, όπως αναφέρει ο Σάνι Χάνταλ, «η πτώση τους σε σχέση με το 2010 θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, με το ερωτηματικό να μπαίνει στο πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η εκλογική συρρίκνωση του κόμματος». Όπως προσθέτει από την πλευρά του ο Ζαν Μπατίστ Περέν, «οι Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες πληρώνουν -δικαίως – τη συμμαχία τους με τους Συντηρητικούς. Κανένα Σοσιαλιστικό, Φιλελεύθερο ή Κεντρώο Κόμμα δεν έχει πραγματικά επωφεληθεί από τη συνεργασία του με Συντηρητικούς. Δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα στην ιστορία που να μας δείχνει το αντίθετο».

Παρά την πτωτική τους τάση, οι Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες έχουν μία βασική ιδιαιτερότητα που τους καθιστά σημαντικό πολιτικό παίκτη στη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος. Και αυτή η ιδιαιτερότητα δεν είναι από το ότι μπορούν να συμμαχήσουν τόσο με τους Εργατικούς όσο και με τους Συντηρητικούς. Φαίνεται μάλιστα ότι αποτελούν για το κόμμα του Κάμερον πολιτική σωτηρία, καθώς πρόκειται για το μόνο αξιόπιστο κυβερνητικό εταίρο με τον οποίο μπορεί να συνεργαστεί μετεκλογικά. Από την άλλη, οι Εργατικοί τους χρειάζονται για να δώσουν δυναμική σε σειρά μεταρρυθμίσεων. Για όλα αυτά θα πρέπει όμως το κόμμα του Κλεγκ να έχει έναν σημαντικό αριθμό βουλευτών, που σημαίνει τουλάχιστον 35-40. Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να ξέρει για το τι λογαριασμό θα κάνουν οι Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες την 7η Μαΐου. Αν λάβουμε υπόψη τις σημερινές δημοσκοπήσεις, οι έδρες των Συντηρητικών/Φιλελεύθερων-Δημοκρατών ή Εργατικών/Φιλελεύθερων-Δημοκρατών δεν αρκούν για το σχηματισμό κυβέρνησης.

Natalie Louise Bennett. Ηγέτης των Πρασίνων. Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1966, στην Αυστραλία. Ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος το 2012. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος σε μεγάλες εφημερίδες της Βρετανίας, όπως η Guardian, η Independent και οι Τimes.

Νάταλι Λουίζ Μπένετ. Ηγέτης των Πρασίνων. Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1966, στην Αυστραλία. Ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος το 2012. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος σε μεγάλες εφημερίδες της Βρετανίας, όπως η Guardian, η Independent και οι Τimes.

Ντέιβιντ Κάμερον – Εντ Μίλιμπαντ: μία μάχη για τα κλειδιά της Downing Street 10

Με τους συνομιλητές μας μιλήσαμε για τα δυνατά και αδύνατα σημεία των διεκδικητών της πρωθυπουργίας. «O Ντέιβιντ Κάμερον είναι ένας μοντέρνος Συντηρητικός, ανοιχτός σε θέματα όπως ο γάμος των ομοφυλοφίλων, ενώ δείχνει έτοιμος να αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις, όπως ο εξτρεμισμός. Ωστόσο, η αχίλλειος πτέρνα του είναι ότι φαίνεται αδύναμος να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες εντός του κόμματός του», αναφέρει ο Σάνι Χάνταλ, που προσθέτει για τον Εντ Μίλιμπαντ: «Είναι ειλικρινής πολιτικός και άνθρωπος αρχών. Πιστεύει σε αυτά που λέει και είναι χαμηλών τόνων. Το αδύναμο σημείο του είναι ότι δεν έχει προτείνει συγκεκριμένα πράγματα στην εξωτερική πολιτική εδώ και πάρα πολύ καιρό».

http://youtu.be/Q2BcX_qpJW0

Τα κύρια σημεία των θέσεων των Συντηρητικών

Από την πλευρά της η Ομάιρα Τζιλ μας λέει:  «Μπορώ να σκεφτώ μόνο τα μειονεκτήματα. Και οι δύο προέρχονται από την ελίτ της βρετανικής κοινωνίας. Δεν έχουν καμία απολύτως επαφή με τη πραγματικότητα της ζωής στη Βρετανία, η οποία οφείλεται στις πολιτικές των Συντηρητικών. Δεν έχουν καμία ιδέα για το τι σημαίνει να είσαι ένας συνηθισμένος Βρετανός που εργάζεσαι μόνο για να συντηρήσεις με δυσκολία την οικογένειά σου. Αν πραγματικά πρέπει να επιλέξω κάποιον, θα έλεγα τον Μίλιμπαντ, γιατί είναι «ο λιγότερο χειρότερος» μεταξύ των δύο. Άλλωστε φαίνεται περισσότερο σε θέση να αυτοσαρκαστεί».

Η Βουλή των Κοινοτήτων σε συνεδρίαση. Έργο του Τζόρτζ Χάιτερ (1833).

Η Βουλή των Κοινοτήτων σε συνεδρίαση. Έργο του Τζόρτζ Χάιτερ (1833).

Ο Ζαν Μπατίστ Περέν αναφέρει: «Ο Κάμερον έχει μόνο ένα αλλά καθοριστικό προσόν: την οικονομική ανάκαμψη. Υπάρχει μία σημαντική ανάπτυξη με αποτέλεσμα τα στατιστικά της ανεργίας να μειώνονται. Παρόλα αυτά, η ξαφνική αλλαγή της πολιτικής του μπορεί να του στοιχίσει την εύνοια της δεξιάς και το σεβασμό του κέντρου. Ο Μίλιμπαντ από την πλευρά του επιμένει, και δικαίως, στην αναδιανομή του πλούτου, η οποία είναι η βασική θέση της πολιτικής του. Ωστόσο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως άπειρος στα πολιτικά θέματα. Δεν βλέπω κανέναν από τους δύο ως πραγματικούς πολιτικούς. Ο χρόνος θα μας πει αν ο Μίλιμπαντ έχει τα κότσια για την αλλαγή».

Όποιος χάσει πάει σπίτι του

Μετά την 7η Μαΐου, όποιος από τους Κάμερον και Μίλιμπαντ ηττηθεί, δεν θα υποχρεωθεί σε παραίτηση. «Κατά τη γνώμη μου, και οι δύο παίζουν το κεφάλι τους σε αυτόν τον αγώνα», αναφέρει ο κύριος Περέν. «Αμφότεροι έχουν ισχυρούς αντιπάλους στους κύκλους τους και θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι από το δικό τους κόμμα σε περίπτωση ήττας. Άρα ένας από τους δύο θα είναι εκτός μετά τις εκλογές. Αυτό δε θα συμβεί μόνο στην περίπτωση που δούμε ένα μεγάλο κεντρώο συνασπισμό, με τους Συντηρητικούς και τους Εργατικούς μαζί, πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω».

O Συντηρητικός δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον θεωρείται ώς ένας από τους επικρατέστερους διαδόχους σε περίπτωση που ο Ντέιβιντ Κάμερον παραιτηθεί από τη ηγεσία των Συντηρητικών. Έχει τη στήριξη πολλών Συντηρητικών, οι οποίοι είναι έτοιμοι να σπάσουν την προεκλογική «ομερτά»  αν οι το Συντηρητικό Κόμμα ηττηθεί από τους Εργατικούς. Ίσως όμως να πρέπει να αντιμετωπίσει την Τερέζα Μέι (βλ. εικόνα παρακάτω).

O Συντηρητικός δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον θεωρείται ώς ένας από τους επικρατέστερους διαδόχους σε περίπτωση που ο Ντέιβιντ Κάμερον παραιτηθεί από τη ηγεσία των Συντηρητικών. Έχει τη στήριξη πολλών Συντηρητικών, οι οποίοι είναι έτοιμοι να σπάσουν την προεκλογική «ομερτά» αν οι το Συντηρητικό Κόμμα ηττηθεί από τους Εργατικούς. Ίσως όμως να πρέπει να αντιμετωπίσει την Τερέζα Μέι (βλ. εικόνα παρακάτω).

Υπουργός Εσωτερικών στην απελθούσα Κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον, Η Τερέζα Μέι (1η Οκτωβρίου 1956) ενδέχεται να διεκδικήσει την ηγεσία των Συντηρητικών μετά την αποχώρηση του Ντέιβιντ Κάμερον.

Υπουργός Εσωτερικών στην απελθούσα Κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον, Η Τερέζα Μέι (1η Οκτωβρίου 1956) ενδέχεται να διεκδικήσει την ηγεσία των Συντηρητικών μετά την αποχώρηση του Ντέιβιντ Κάμερον.

Από την πλευρά της η Ομάιρα Τζιλ επισημαίνει: «Πιθανότατα Κάμερον και Μίλιμπαντ θα αντέξουν στην πολιτική σκηνή για λίγο καιρό και στη συνέχεια θα πάρουν το δρόμο που ακολούθησε και ο Τόνι Μπλερ. Ο Κάμερον έχει υπαινιχθεί άλλωστε ότι θα αποχωρήσει από τη ηγεσία των Συντηρητικών σε περίπτωση ήττας του κόμματός του».

Χωρούν προβλέψεις;

O Σάνι Χάνταλ απαντάει: «Δεν πιστεύω πως κάποιο κόμμα θα κερδίσει στην απόλυτη πλειοψηφία. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι οι Εργατικοί – είτε κερδίσουν τις εκλογές, είτε όχι – έχουν περισσότερες πιθανότητες να πετύχουν την πλειοψηφία με τη στήριξη άλλων κομμάτων».

«Η πολιτική είναι ένα παιχνίδι στο οποίο δεν μπορεί κανείς να προβλέψει με ακρίβεια τι θα συμβεί σε μία δεδομένη στιγμή. Για παράδειγμα η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα εξέπληξε τους πάντες, επειδή ξεπέρασε ό,τι έδειχναν οι δημοσκοπήσεις. Ομοίως, δεν είναι αναμενόμενο να κερδίσουν είτε οι Συντηρητικοί είτε οι Εργατικοί με πλήρη αυτοδυναμία, εκτός αν συμβεί κάτι πραγματικά σημαντικό και επηρεάσει την κοινή γνώμη», αναφέρει η Ομάιρα Τζιλ, με τον Ζαν Μπατίστ Περέν να θεωρεί πιο πιθανή την επικράτηση των Εργατικών.

Άντι Μπερνχαμ (7 Ιανουαρίου 1970). Ένας από τους μνηστήρες που θα διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών, αν ο Μίλιμπαντ κάνει στην άκρη. Βουλευτής από το 2001, είναι μέλος στη σκιώδη κυβέρνηση του Μίλιμπαντ για τα θέματα υγείας.

Άντι Μπερνχαμ (7 Ιανουαρίου 1970). Ένας από τους μνηστήρες που θα διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών, αν ο Μίλιμπαντ κάνει στην άκρη. Βουλευτής από το 2001, είναι μέλος στη σκιώδη κυβέρνηση του Μίλιμπαντ για τα θέματα υγείας.

Ιβέτ Κούπερ (20 Μαρτίου 1969). Υπουργός Εσωτερικών στη σκιώδη κυβέρνηση του Μίλιμπαντ, θεωρείται και αυτή πολιτικό πρόσωπο στους κόλπους των Εργατικών που ενδέχεται να διεκδικήσει την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος.

Ιβέτ Κούπερ (20 Μαρτίου 1969). Υπουργός Εσωτερικών στη σκιώδη κυβέρνηση του Μίλιμπαντ, θεωρείται και αυτή πολιτικό πρόσωπο στους κόλπους των Εργατικών που ενδέχεται να διεκδικήσει την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος.

Γιατί Μίλιμπαντ (Και γιατί ίσως τελικά Κάμερον)

Ο Κάμερον είναι μπροστά από τους Εργατικούς, αλλά στο φάσμα του στατιστικού λάθους. Ο Συντηρητικός ηγέτης φαίνεται πιο πιθανό να επικρατήσει, με τον Μίλιμπαντ από την άλλη να έχει περισσότερες πιθανότητες να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση. Ανεξαρτήτως αποτελέσματος, ίσως θα ήταν καλύτερο πολιτικό σενάριο μία κυβέρνηση συνεργασίας με βασικό εταίρο τους Εργατικούς. Και αυτό γιατί:

1. Η ανάκαμψη της βρετανικής οικονομίας υπήρξε τα πέντε χρόνια διακυβέρνησης του Ντέιβιντ Κάμερον ισχνή. Όμως υπήρξε και αυτό είναι κάτι σημαντικό. Παρόλα αυτά, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και η καθιέρωση της χαμηλόμισθης απασχόλησης οδήγησε σε μορφές εργασίας αδιανόητες για τους Βρετανούς πριν από μερικά χρόνια. Όπως αναφέρει η κυρία Τζιλ, «οικονομική κρίση έχει πλήξει αρκετά σκληρά το Ηνωμένο Βασίλειο. Έχουν γίνει σοβαρές περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες, τα επιδόματα αναπηρίας και άλλες κοινωνικές παροχές. Τα εισοδήματα είναι όλο και πιο χαμηλά για τις οικογένειες, οι οποίες στηρίζονται στις τράπεζες τροφίμων για να ανταπεξέλθουν και να θρέψουν τα παιδιά τους».

2. Παρά το ότι παραμένει ζήτημα το πώς οι Εργατικοί θα καταφέρουν να χαλαρώσουν τις πολιτικές λιτότητας μειώνοντα το έλλειμμα, ο Μίλιμπαντ έθεσε στο επίκεντρο της προεκλογικής του καμπάνιας ένα από τα πιο καίρια ζητήματα της εποχής μας: την ανισότητα. Και το έκανε, ασκώντας κριτική στο κόμμα του και ζητώντας συγγνώμη από τους ψηφοφόρους του για τις πολιτικές του προκατόχου του, Τόνι Μπλερ, ο οποίος βάσισε την πολιτική του ακριβώς στην αντίληψη που θέλει «τη Βρετανία να πηγαίνει οικονομικά καλά, όταν οι ελίτ διογκώνουν τα κέρδη τους». Και η αυτοκριτική του Μίλιμπαντ αφορούσε και σε άλλες – εξίσου σημαντικές – πλευρές της πολιτικής των Νέων Εργατικών την περασμένη δεκαετία, όπως η επέμβαση στο Ιράκ και η εγκατάλειψη της μεσαίας τάξης. Ο Σάνι Χάνταλ προσθέτει: «Ο Μίλιμπαντ κατάφερε να μετατοπίσει πολιτικά τους Εργατικούς προς τα αριστερά, διατηρώντας την ακεραιότητα του Εργατικού Κόμματος», σε μία εποχή ήττας για το ίδιο.

Το λόμπι της Βουλής των Κοινοτήτων. Πίνακας του Λιμπόριο Πρόσπερι (1886).

Το λόμπι της Βουλής των Κοινοτήτων. Πίνακας του Λιμπόριο Πρόσπερι (1886).

3. Ευρώπη. Αν εκλεγεί ο Ντέιβιντ Κάμερον, θα διενεργήσει το 2017 δημοψήφισμα για την παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ. Αυτό αφενός αναδεικνύει την αδυναμία του Κάμερον να επιβληθεί στην αντιπολιτευόμενη ακροδεξιά ατζέντα και αφετέρου θέτει σε κίνδυνο τη Βρετανία και την Ευρώπη. Η ιδέα του δημοψηφίσματος είναι- κατά την Ομάιρα Τζιλ – μία «ανοησία», και αυτό γιατί «τα δύο μεγάλα κόμματα γνωρίζουν ότι η παραμονή στην Ε.Ε είναι ζωτικής σημασίας για τη Βρετανία, για τις επιχειρήσεις και τις διπλωματικές σχέσεις του Βασιλείου». Ο Σάνι Χάνταλ μας λέει πως ο Ντέιβιντ Κάμερον θα κρατήσει την υπόσχεσή του για δημοψήφισμα, γεγονός που θα τον αναγκάσει να ανοίξει εμφύλιο πόλεμο εντός του κόμματος, που θα ξεσπάσει ακριβώς λόγω της διαπάλης γύρω από το «εντός εκτός ΕΕ». Και ένα BRexit θα έχει χωρίς αμφιβολία αντανακλαστικές συνέπειες και στο ζήτημα της ανεξαρτησίας στη Σκωτία, με το SNP να λύνει και να δένει στο βορά του Βασιλείου.

Ο πολιτικός χρόνος μέχρι το 2017 είναι πολύς. Επομένως ο Μίλιμπαντ – με την σταθερή θέση του για παραμονή της Βρετανίας στην Ευρώπη – θα κλείσει πολιτικά ένα θέμα το οποίο η Βρετανία δεν έχει πολυτέλεια να κρατήσει ανοικτό. 

http://youtu.be/0ZJlAPhQv5c

Οι θέσεις των Εργατικών σε 90”

4. Αν και ο Μίλιμπαντ δεν έχει ξεκαθαρίσει απόλυτα το πώς θα συνδυάσει κοινωνική πολιτική και μείωση του ελλείμματος, επιχείρησε να δώσει προεκλογικά απαντήσεις σε θέματα που πραγματικά απασχολούν τον κόσμο. Εθνικό Σύστημα Υγείας, συντάξεις, εργασία και κοινωνικό κράτος, για το οποίο οι Συντηρητικοί έχουν ήδη προαναγγείλει περικοπές της τάξης των 12 δις λιρών. Και παρότι δεν είναι ο πιο ικανός ρήτορας μπροστά στις κάμερες, δεν αρνήθηκε κανένα ντιμπέιτ, σε αντίθεση με τον Κάμερον, που απέφυγε τεχνηέντως τις τηλεοπτικές κακοτοπιές. Παρεμπιπτόντως: Ο Κάμερον χαίρει της υποστήριξης πάνω από το 75% των αγγλικών ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του μεγιστάνα των μέσων Ρούπερτ Μέρντοχ, ένθερμου υποστηρικτή των Συντηρητικών. Όσο κακός και αν είσαι στο γυαλί, αν σε στηρίζουν όλα τα ΜΜΕ, θα βγεις. «Πες πες, κάτι θα μείνει», έλεγε ο Γκέμπελς.

5. Ανθρώπινα δικαιώματα. Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν ανέδειξαν την πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα τον 21ο αιώνα. Η κυβέρνηση Κάμερον δεν αντέδρασε σε αυτές τις εξελίξεις, ενώ πήρε νομοθετικές πρωτοβουλίες που θέτουν υπό αμφισβήτηση τις ατομικές ελευθερίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αντιτρομοκρατικός νόμος, ο οποίος θεωρήθηκε οπισθοδρομικός, αφού, όπως ανέφερε η Guardian σε σχετικό editorial, ευνοεί την παρακράτηση προσωπικών εγγράφων, όπως διαβατηρίων, ενώ οδηγεί πιο εύκολα πολίτες σε απώλεια της ιθαγένειάς τους, πράξη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Μεγάλης Βρετανίας.

Tο κτίριο της Βουλής των Κοινοτήτων. Το βουλευτικό σώμα αποτελείται από 650. 326 βουλευτές απαιτούνται για την εξασφάλισης της απόλυτης πλειοψηφίας των Βουλευτών.

Tο κτίριο της Βουλής των Κοινοτήτων. Το βουλευτικό σώμα αποτελείται από 650. 326 βουλευτές απαιτούνται για την εξασφάλισης της απόλυτης πλειοψηφίας των Βουλευτών.

6. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε το γεγονός ότι Συντηρητικοί και Φιλελεύθεροι-Δημοκράτες σχημάτισαν με επιτυχία μία κυβέρνηση συνεργασίας – μορφή διακυβέρνησης που η Βρετανία δεν είχε γνωρίσει για 70 χρόνια – , η οποία μακροημέρευσε και προσπάθησε να δώσει λύσεις σε μία δύσκολη συγκυρία για τη Βρετανία. Και αυτό είναι ένα δεδομένο που ο νικητής της 7ης Μαΐου θα πρέπει να λάβει υπόψη του, αφού ούτε οι Εργατικοί, ούτε οι Συντηρητικοί είναι σε θέση να κερδίσουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. 

Η Βρετανία – η τρίτη πλουσιότερη χώρα του πλανήτη – στήνει τις κάλπες, σε μία εποχή που θα πρέπει να αποφασίσει για την τύχη των γνωρισμάτων της που την έκαναν Μεγάλη Βρετανία. Πολιτικοί θεσμοί και σύστημα διακυβέρνησης, κοινωνικό κράτος, σχέσεις μεταξύ των εθνών της, ανθρώπινα δικαιώματα, θέση στην ΕΕ και στο παγκόσμιο στερέωμα. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.