ΚΥΤΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ

Έξοδος για Φαγητό, μέχρι 8 άτομα. Παραπάνω, είναι Πανηγύρι ή ο Μυστικός Δείπνος.

Ο Παναγιώτης Μένεγος δεν έχει πρόβλημα να μοιραστεί το γεύμα του. Έχει όμως όρους. Αριθμητικούς.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
ΣΤΗΛΗ
ΚΥΤΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ
Η συντακτική ομάδα της Popaganda γκρινιάζει για τα first world problems τούτης της μάταιης ζωής.
popagnada_kytio_deipno_1

Πολύ όμορφες οι περσινές διακοπές. Η ανασφάλεια που κληροδότησε η πολιτική τρέλα που ζήσαμε στον χειμώνα που θα ακολουθούσε, μας έκανε κάπως αποφασισμένους να ζήσουμε το καλοκαίρι σαν να είναι το τελευταίο μας. Για το οικονομικό σκέλος μιλάω, προφανώς.

Πήγα στην Τήνο. Πριν βιαστείτε, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου λέγοντας ότι την είχα επισκεφθεί 2 φορές before it was totally cool, κάτι που μου έδινε το δικαίωμα να έχω πάει 1 φορά πριν από τους υπόλοιπος σε όλα τα μέρη και να παριστάνω με επιτυχία τον έξυπνο.

Οι διακοπές μου ήταν συνειδητοποιημένες. Τεχνοκρατικές. Έχοντας βγει από τον πιο επίπονο χειμώνα της επαγγελματικής μου ζωής (μέχρι τον επόμενο), πρώτος στόχος ήταν η ξεκούραση. Γερός ύπνος, ξύπνημα, πρωινό, δύο ώρες δουλειά Popaganda με τον καφέ, συγκεκριμένος στόχος μίνιμουμ σελίδων για λογοτεχνική ανάγνωση καθημερινά, πολλή παραλία, λίγη νύχτα. Θα με έβλεπε κανείς από μακριά και θα νόμιζε ότι είμαι ο τελευταίος που έκλεισε την πόρτα στη Δράση. Ή ότι γενικά μιλάω σε TEDx.

Είχα την τύχη να περιτριγυρίζομαι από πολλούς πολλούς φίλους. Και γιατί η Τήνος ήταν το hot spot (πολύ πριν η φράση συνδεθεί δια παντώς με κάτι πολύ άσχημο) που πέρυσι «πήγαν όλοι», αλλά και γιατί οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν έχουν μεγάλη ανάγκη την έμψυχη comfort zone τους. Άλλωστε στα mid-30s , συμβαίνει μια καθοριστική κρίση (κυριολεκτικά) μέσης ηλικίας – αυτά θα τα πούμε άλλη φορά όμως. Έτυχε, όχι ότι τους φώναξα, να είναι μαζί μου: και η παρέα από το πανεπιστήμιο (αυτοί που επειδή τους γνώρισες σε μια περίοδο που όλα ήταν λιγότερο περίπλοκα λειτουργούν πάντα καθησυχαστικά), και η παρέα της δουλειάς/Αθήνας (που και στο νησί μετά από λίγο, αταβιστικά ψάχνεστε να κάνετε ακριβώς τα ίδια πράγματα με την πόλη), και μερικοί περιφερειακοί γκεστ σταρ «φίλοι των φίλων» αλλά και λοκαλς (γιατί με τι μούτρα να πας στην Κολυμπήθρα, άμα δεν ξέρεις τους σωστούς ανθρώπους;).

Από το προαναφερθέν ημερήσιο πρόγραμμα παρέλειψα εσκεμμένα κάτι πολύ βασικό: το φαγητό. Σημαντικό και ως top priority απόλαυση, αλλά και γιατι παίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μας όσο αυτή γίνεται λιγότερο ενδιαφέρουσα. Τέλος πάντων, μη σας κουράζω με αυτά τα μηδενιστικά κλισέ, όλες οι παραπάνω παρέες έγιναν μία κι επειδή στις διακοπές οι παρεξηγήσεις είναι πιο επίφοβες κι από τα ενοκιαζόμενα σκουτεράκια, τα τραπέζια που κλείναμε για φαγητό διεκδικούν με αξιώσεις μια θέση σε αυτά που θα θυμούνται για χρόνια οι ντόπιοι.

Μιλάμε για 17, 18, 19 άτομα – μια φορά πήγαμε 12 και μας κόπηκε η όρεξη από τη μοναξιά. Αριθμός θαυμάσιος για την παραλία (5 λεπτά να μιλήσεις με τον καθένα, δε βαριέσαι ποτέ – απλά οι άλλοι ξέρουν ποιον να αποφεύγουν στο εξής), αλλά απαγορευτικός για την ταβέρνα.

Το πρόβλημα ξεκινούσε με την κράτηση, προφανώς για τέτοιο όγκο θα πάρεις ένα τηλέφωνο. Στα «καλά μέρη», (γιατί αλοίμονο, το tip για το «ψαγμένο καφενείο» το πήρες για να το επισκεφθείς με μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα) τα προβλήματα ήταν δύο: είτε δεν υπήρχε χώρος, είτε μας είχε προλάβει η παρέα της Μάγιας Τσόκλη – άρα το στρίμωγμα ήταν τόσο δεδομένο όσο το κουβέρ. Παρολ΄αυτά περιπετειώδεις σαν κασκαντέρ, αψηφούσαμε τα σημάδια και πηγαίναμε. Άντε να φτάσεις, να τακτοποιηθείς, να κάτσεις «εσείς που είστε ζευγάρι θέλετε να είστε ο ένας δίπλα στον άλλον;», να σε κοζάρουν και οι κλασικοί γέροι που πάντα στέκονται ριζωμένοι κι αμίλητοι σε ένα τραπέζι και ψάχνουν να βρουν ποιος είναι ο γαμπρός και ποια η νύφη.

Το ξεπεράσαμε κι αυτό. Παραγγελία. Στη δική μας ελληνική γαστρονομική κοσμοθεωρία που δεν ξεμπερδεύουμε με ατομική μερίδα αλλά το παίζουμε «σέντρα», θεωρώ πραγματικά υψηλή τέχνη την σωστή παραγγελία. Σε ένα σύνολο 20 ανθρώπων ελάχιστοι την κατέχουν, αλλά πολλοί είναι αυτοί που την διεκδικούν: σε ένα άλλο νησί, ας πούμε, μιαν άλλη χρονιά ένας φίλος πήρε την πρωτοβουλία να γεμίσει το τραπέζι παραγγέλνοντας πρώτα πρώτα απ’ όλα «τζατζίκι, σκορδαλιά και σκορδάτες γαρίδες» – φυσικά του αφαιρέθηκε δια βίου αυτό το δικαίωμα. Τέλος πάντων κάποιος μιλάει, κάποιος πετάγεται, μετά πετάγονται πολλοί «γιατί να μη δοκιμάσουμε κι αυτό;», νευριάζει και το κοντρόλ φρικ της υπόθεσης και παίρνει κι εκείνο δυο πιάτα για να βάλει την υπογραφή του. Μην τα πολυλογώ, έχετε παραγγείλει όλον τον κατάλογο αλλά από 1 ή 2 φορές το κάθε πιάτο. Σε ένα σύνολο 20, και συνυπολογίζοντας τον τσάτσο που θα σπεύσει πρώτος να πάρει το μεγάλο κομμάτι π.χ. από την πίτα ημέρας, καταλήγεις με ένα ίσον κανένα κομμάτι.

popagnada_kytio_deipno_2

Τα προβλήματα αρχίζουν και γίνονται ορατά. Έπειτα είναι και τα τεχνικά, Έρχονται, ας πούμε, τα υπέροχα τρυφερά βλήτα «από το μποστάνι μας» – εγώ κι ο καλός συνάδελφος Διοσκουρίδης, για παράδειγμα, τα θέλουμε με ξύδι, οι υπόλοιποι άσχετοι με λεμόνι. Δε μας αφήνουν, νευριάζουμε, #ThisIsACoup μονολογούμε κι άντε να βρίσκεις αυγουστιάτικα τον Πολ Μέισον στο τηλέφωνο να το καταγγείλεις.

Μέσα σε όλα αυτά, κάπου σε μία γωνία αλυχτά ένα μικρό ελαφάκι. Είναι ο/η vegetarian της παρέας. Αφού, τερματίζοντας τη γραφικότητα, έχει κοιτάξει 22 φορές τον κατάλογο, αποστηθίζοντας μέχρι και το όνομα του αγορανομικού υπεύθυνου, για «κάτι με κινόα» στο Σμαρδάκιτο Τήνου, καταλήγει σε «μια αμπελοφάσουλα κι εκείνα τα μανιταροπιτάκια» φορώντας εκείνο το απογοητευμένο βλέμμα του ανθρώπου που θα υποσιτιστεί άλλη μια βραδιά ενώ δίπλα του κανίβαλοι θα γλύφουν κόκαλα κάνοντας αναδρομή σε πρώιμα στάδια του ανθρώπινου πολιτισμού.

Είναι και οι σερβιτόροι, βεβαίως. Που για να εξυπηρετήσουν 2-3 άτομα μια παρέα με 20, πρέπει να έχουν ατσάλινα νεύρα, καλή μνήμη και υπομονή. Π.χ. στα κυρίως που άντε να συγκρατήσεις πόσες ήταν οι μοσχαρίσιες και πώς θέλει το ψήσιμό του ο καθένας. Και ύστερα άντε να σε φωνάζουν, στην πορεία της βραδιάς που χαλαρώνουν και τα ήθη, κάθε 15 δευτερόλεπτα για να σου ζητάνε μία μία τις κοκα κόλες. Μην πούμε για το λογαριασμό. Η ελληνική λεβεντιά ευτυχώς ορίζει το «στη μέση», βγαίνουν κομπιουτεράκια, ξαφνικά εμφανίζονται μόνο 50ρικα και μοιραία βγαίνουν και τεφτέρια. 

Δε θέλω να παρεξηγηθώ –αν και μετά από αυτό το κείμενο ήδη σχεδιάζω μοναχικές διακοπές για φέτος – , τα μεγάλα τραπέζια έχουν fun. Ο οίνος (το ούζο, το τσίπουρο) ευφραίνουν καρδίαν και το κέφι είναι προφανώς ανεβασμένο. Τα μεγάλα τραπέζια είναι μέρος της κουλτούρας μας, είναι σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικότητας, τολμώ να πω και δε θα έρθουν να μας τα πάρουν κι αυτά τίποτα Βέλγοι. Αλλά, φίλες και φίλοι, ας το παραδεχθούμε: όταν στο τραπέζι κάθονται πάνω από 8 (θα έλεγα 6, αλλά μη με περάσετε για περισσότερο μονόχνωτο), δεν τρώμε καλά.

Και, κυρίως, βλέπουμε κατάματα, αυτό που, όπως όλοι έτσι κι εμείς, κάποτε λέγαμε ότι θέλουμε να αποφύγουμε. Ότι μεγαλώνοντας γινόμαστε σαν τις μαμάδες και τους μπαμπάδες μας…

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.