Ένας πραγματικός κύριος της Γραφιστικής εκθέτει μετά θάνατον

Φρέντι Κάραμποτ, 2008. Φωτογραφία: Γεράσιμος Δομένικος

Λίγα λόγια για τον Φρέντι Κάραμποτ (1924-2011), εις εκ των διασήμων (λιγότερο ή περισσότερο) Φρέντι/υ της χώρας.
[βλ. επίσης: Φρέντυ Γερμανός (1934-1999), δημοσιογράφος-συγγραφέας-παρουσιαστής τηλεοπτικών συνεντεύξεων και εκπομπών των δεκαετιών ’70 και ’80 και τον σύγχρονό μας Αμερικανό – μόνιμο Αθηναίο, μουσικό και φωτογράφ0 Freddie F. των Mechanimal. Ο Φρέντι Μέρκιουρι δεν μιλούσε Ελληνικά].

Ήταν 17 ετών όταν οι Γερμανοί/Ναζί τον συνέλαβαν μαζί με τον πατέρα του (στέλεχος της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας Cable & Wireless – πρόδρομο του ΟΤΕ) και τους μετέφεραν σε στρατόπεδο Βρετανών αιχμαλώτων στη Θεσσαλονίκη. Το πως περιέγραφε τα χρόνια εκείνα (αλλά και τα μετέπειτα «μπλεξίματα» με την Γκεστάπο) σ’ ένα τραπέζι του εστιατορίου Αθήρι τον Οκτώβριο του 2008, με συνδαιτημόνες το ζεύγος Κατζουράκη, τον Δ.Θ. Αρβανίτη, εμένα και τη δημοσιογράφο Μαριλένα Αστραπέλλου από το ΒΗmagazino (απ’ όπου και η παραπάνω φωτογραφική λήψη) με αφορμή την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς «Ντιζάιν Διαδρομές», παραμένει μια ανεξίτηλη εμπειρία ζωντανής αφήγησης, όπου η Ιστορία ακόμα και στις «μαύρες» σελίδες της, μερικοί άνθρωποι έχουν «το χρώμα» στις φλέβες τους. Εν προκειμένω, οι αρτηρίες και φλέβες του Φρέντι ήταν τετράχρωμες (Cyan-Magenta-Yellow-blacK). Γεμάτος μπρίο, ενθουσιασμό και στιλ, 80άρης πια, απολάμβανε (αλλά χωρίς να το κάνει και θέμα), μια όψιμη αναγνώριση μιας δουλειάς – ορόσημου για την οπτική αντίληψη που διαθέτουμε στο DNA μας πια (επαγγελματίες γραφίστες και μη) της Ελλάδας ως τουριστικό προϊόν αλλά και σαν τόπο καταγωγής.

Στο μπαλκόνι του σπιτιού της Μακρυνίτσας Πηλίου, περ. 1955. Ο ΦΚ διακρίνεται καθιστός εν μέσω δύο γυναικών. Ορθιος από αριστερά ο Μίνως Αργυράκης. Δεξιά το ζεύγος Τιτίνας και Φίλιππου Κουτσίνα (σπάνια περίπτωση υφασματέμπορου και συλλέκτη από τον Βόλο). Φωτό από το βιβλίο της οικογένειας Κουτσίνα (βιβλιοπωλείο Libro), 2013.

Μαζί με το ζεύγος Κατζουράκη, στο Κ+Κ – Διαφημιστικό Κέντρο Αθηνών, ο Κάραμποτ, ίσως, ή καλύτερα επειδή, διεσταύρωνε το βρετανικό φλέγμα και μεθοδικότητα με την ελληνική διάχυση και σκληρότητα του φωτός και του πνεύματος, γινόταν δραματικός, έντονος, παραμένοντας ταυτόχρονα ένα «πειραχτήρι», ένας «τσαχπίνης» μαέστρος του χρώματος σε συνδυασμό με το μαύρο. Κάπως διαφορετικός από τους πιο «εικαστικούς» Κατζουράκηδες, για τη Γραφιστική στην χώρα μας o Κάραμποτ [μαζί με τον ιταλο-τσέχο-θεσσαλονικιό, εκτός των άλλων και μεταφραστή-συγγραφέα, Κάρολο Τσίζεκ (1922-2013), – τι σύμπτωση, κι άλλος «ξένος»!] είναι ένα συνώνυμο του σύγχρονου μεταπολεμικού ντιζάιν, που δεν είναι αυτοδίδακτοι, αλλά ούτε και «καλλιτέχνες» που θεωρούν πάρεργο την ενασχόληση με τις «ρεκλάμες» και τις «μακέτες». Βέβαια όλοι στο τέλος [μαζί και ο ανυπέρβλητος Γιώργος Βακιρτζής (1923-1988) – βλ. «Στέλλα»], καταλήγαν στη ζωγραφική, είτε ως «παρηγοριά», αλλά κυρίως σαν ανάγκη και «φυγή», όπου τελικά η ζωγραφική και το σχέδιο παραμένει κατά κάποιο τρόπο η κολυμπήθρα του Σιλωάμ όταν έχεις κάποια χρονάκια και προέρχεσαι από «καλοτεχνίτικο» υπόβαθρο, για να ανατέμνεις τη ζωή και το έργο σου αν κάνεις οπτική επικοινωνία – ή αν είσαι (που δεν του άρεσε του ΦΚ ο ορισμός) γραφίστας.

Ο Φρέντι Κάραμποτ και το ζεύγος Αγνή και Μιχάλης Κατζουράκης, φωτογραφία: Αναστασία Βουτυροπούλου.

Μια τέτοια, ζωγραφική δουλειά, ένα μείγμα από τρεις παλιότερες σειρές έργων (και μια έκθεση), μπορείτε να δείτε (μέχρι 23/3) στην έκθεση στο νεότευκτο και γειτονικό μας Etage Litteraire με τίτλο: Freddie Carabott Last Works: An Unfinished Show.

Ο Δ.Θ. Αρβανίτης στα εγκαίνεια της έκθεσης.

Η σημείωση στον τοίχο γράφει: «Τo μπλε; Ήταν μια εσωτερική ανάγκη. Ο θόρυβος, η φασαρία, η βρωμιά ζήταγαν μια κάθαρση. Η κούραση γενικότερα της σύγχρονης ζωής με οδήγησαν σε μια καρέκλα, κοντά σε ένα ασβεστωμένο χώρο να κοιτάω τη θάλασσα». Από τη συνέντευξη στο περιοδικό Ταχυδρόμος, 2010.

Ο Σταύρος Διοσκουρίδης τον είχε ονομάσει τον Έλληνα Mad Men (Draper χωρίς το εμπορικό δαιμόνιο ίσως) σε παλιότερη συνέντευξη στον Ταχυδρόμο και αναδημοσιεύθηκε  στη  Lifo, και υποστήριζε πως οι «καθαρές γραμμές» του τον καταξίωσαν σαν ζωγράφο και όχι σαν ένα δημιουργικό διευθυντή ενός διαφημιστικού γραφείου. Άβυσσος. Και ο συνάδελφος Hellopanos στο μπλογκ του, «απολογείται» και αποδίδει φόρο τιμής σε ένα role model του graphic design.

Γιάννης Καρλόπουλος

Share
Published by
Γιάννης Καρλόπουλος