Οδήγηση σε επαρχιακούς δρόμους για να φτάσω πρωί στο κατάστημα, δέντρα και στις δύο πλευρές, πινακίδες ότι πρόκειται να διελαύνουν ζώα, τρακτέρ που πηγαίνουν με είκοσι χιλιόμετρα, γαϊδουράκια και μουλάρια και ξαφνικά όπως προχωράω και στα αριστερά μου εκτείνεται ένα μεγάλο χωράφι με ξηραμένα αλλά χρυσά στάχυα, στρίβω το πράσινο βιτάρα και μπαίνω μέσα, και αρχίζω την περιήγηση σε αμπέλια με ροζέ κρασιά, με ζώα που γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς να ξέρουν τις πόλεις και τα αυτοκίνητα. Σπίτια χαμηλά και πλινθόκτιστα, πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ακούγονται και τελικά βρίσκομαι σε μια πηγή που αναβλύζει παγωμένο νερό και σταματάω να πιω και έρχονται τρεις κόρες με στάμνες στα κεφάλια και παλιές ενδυμασίες από κατσικίσιο μαλλί και τσόχινα γελέκα και γλυκοκοιτάνε τραγουδώντας, εγώ αμέσως σταματάω να ακούσω το βουκολικό άσμα αλλά ήταν υπερβολικά αργό και με νανούρισε. Ξύπνησα ελάχιστα μετά διότι σταμάτησε το τραγούδι και το πράσινο βιτάρα έλειπε και ήμουν στην μέση του πουθενά, έπρεπε να διασχίσω μαγικά αμπέλια και να με κυνηγήσουν γκέκηδες για να βγω και πάλι στον επαρχιακό δρόμο για να πάω στο κατάστημα τελικά με τα πόδια. Δεν ήταν καθόλου αθώα τα πράγματα την δεκαετία του 1920 πουθενά στην Ελλάδα, αλλά θα μου πείτε ότι και εσύ αν έβλεπες ένα εκτυφλωτικό πράσινο αυτοκίνητο φτιαγμένο το 2100 θα το έκλεβες, τουλάχιστον άρεσε στις βοσκοπούλες το αμάξι, είναι κάπως θετικό κι αυτό. Την επόμενη φορά άμα δεν αποκοιμηθώ από το γλυκό τραγούδι θα έχω επιτυχία με τις κόρες του τσέλιγκα-μέλη εγκληματικής συμμορίας.

Θοδωρής Πανάγος

Share
Published by
Θοδωρής Πανάγος