Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Παύλο Σημάτη, ήρθε ο καιρός για χαϊκού;

92 καλοκαιρινές στιγμές, σε ιαπωνική ποιητική φόρμα, απαρτίζουν μια συλλογή χαϊκού. O δημιουργός της εξηγεί γιατί έγραψε έναν 17σύλλαβο για κάθε μέρα του καλοκαιριού, συνοδεία σκίτσων, βίντεο και τρισδιάστατων εγκαταστάσεων σε αρμυρίκια και όχι μόνο.

Ένα πρωινό στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, κάτω απ’ το θρόισμα των φύλλων, βρεθήκαμε με τον Παύλο Σημάτη, με αφορμή την έκδοση της συλλογής καλοκαιρινών ποιημάτων του, με τίτλο «Καιρός για Χαϊκού». Το χαϊκού είναι η συντομότερη μορφή ποιήματος παγκοσμίως και αποτελείται συνολικά από 17 συλλαβές, οι οποίες χωρίζονται σε 5-7-5 συλλαβές, διατεταγμένες σε έναν ή τρεις στίχους. Οι ρίζες του χαϊκού τοποθετούνται χρονικά στον 16ο αιώνα, τότε που η ιαπωνική κοινωνία, ξεκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, καθοριζόταν από τη φεουδαρχία, με αποτέλεσμα να αναδιπλωθεί στον εαυτό της. Η αυστηρότητα των τότε αξιών και συνηθειών έθεσε τα όρια και στην ποίηση, φέρνοντας την τέχνη του χαϊκού στο σήμερα.

O Παύλος Σημάτης, είναι συν τοις άλλοις, εμψυχωτής, μουσειοπαιδαγωγός και συντονιστής διαθεματικών εργαστηρίων και συνέλαβε αυτήν την ιδέα μεταξύ δύο νησιών, καταγράφοντας 92 καλοκαιρινές στιγμές, «μία για κάθε μέρα της θερινής εποχής ή πιο σωστά αυτό που καταχρηστικά ορίζουμε ως θερινή εποχή -από 1η Ιουνίου έως 31η Αυγούστου- και την απαθανάτισή τους σε ένα ενιαίο, εικαστικό ημερολόγιο». Γιατί επέλεξε το καλοκαίρι, μια εποχή που «εμφορείται από αδράνεια, διακοπή και ραστώνη»; Στον πρόλογο της συλλογής γράφει: «Οι ιδέες γρήγορα συλλαμβάνονται, εξίσου γρήγορα όμως εξαχνώνονται. Μόνο η σκιαγράφησή τους είναι δυνατή. Μόνο η φευγαλέα καταγραφή τους είναι εφικτή σ’ ένα ποίημα που διαβάζεται απνευστί ή σ’ ένα σκαρίφημα που γίνεται στο πόδι». 

Μας έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για αυτό το καλοκαιρινό ποιητικό εγχείρημα στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Popaganda. «Για ‘μένα δεν αρκεί να έχεις έμπνευση, πρέπει κάπως να τη διοχετεύσεις. Μέσω των προσλαμβανουσών μου, του περιβάλλοντος και των διαβασμάτων, βρήκα τρόπους να γράψω αυτά τα χαϊκού», εξομολογείται στην αρχή. 

Παύλο, πως ήρθες σε επαφή με την τέχνη του χαϊκού; Είχα ασχοληθεί ξανά με τον έμμετρο στίχο, όταν ξεκίνησα να γράφω παραλογές με 15συλλαβο στίχο, παραδοσιακό ελληνικό, σαν το Γιοφύρι της Άρτας. Είχα γράψει κάποιες ιστορίες και μία από αυτές, την κάναμε χοροθεατρικό. Λεγόταν «Των λυγερών και του χάρου», μια ιστορία αγάπης, λεσβιακού έρωτα. Ήδη, είχα ασχοληθεί με έμμετρη ποίηση και το χαϊκού προέκυψε τελείως πηγαία. Είχα διαβάσει και μου άρεσε. Το χρησιμοποιούν κι οι φιλόλογοι στην εκπαίδευση. Έτσι, η πρώτη επαφή των παιδιών με την ποίηση γίνεται πολύ ομαλά, εξερευνούν τη γραφή τους μέσω του περιορισμού και των μοτίβων. 

Πως προέκυψε ο «Καιρός για χαϊκού»; Όταν είχα πάει στην Άνδρο, σε ένα πολύ ωραίο τοπίο μέσα στη φύση, και κάναμε κάτι εξορμήσεις, είχα δει μια λιβελούλα, απ’ αυτές που πετάνε στις βάθρες, και μου ήρθε το μοτίβο του χαϊκού. Κάθε εποχή, στο χαϊκού χρησιμοποιούν συγκεκριμένες λέξεις. Για παράδειγμα, ο βάτραχος, το τζιτζίκι, οι κερασιές την άνοιξη. Η λιβελούλα παραπέμπει στο καλοκαίρι, οπότε κάθισα και σκάρωσα ένα πολύ γρήγορο χαϊκού. Ήταν η κινητήρια ιδέα. Το καλοκαίρι δεν θες να γράψεις περισσότερο. 17 συλλαβές και τέρμα. Είσαι στην παραλία, θες να χαλαρώσεις. Δεν μπορείς να πειθαρχήσεις και να γράψεις πολύ, οπότε ήταν πολύ βολική αυτή η φόρμα. Το ένα χαϊκού έγινε δεύτερο, τρίτο, τέταρτο κι έφυγα απ’ την Άνδρο με 15 χαϊκού. Μετά, πήγα στον επόμενο προορισμό, στην Ύδρα και συνέχισα. Αναρωτήθηκα αν βγαίνει κάτι, επικοινώνησα με τον σκιτσογράφο, τον Carlos, και του πρότεινα να κάνουμε αυτό, μια συλλογή με 92 χαϊκού και 92 σκίτσα, για κάθε ημέρα του καλοκαιριού. 

«Χαμένος χρόνος, τουλάχιστον ζήσαμε τα καλοκαίρια»

Τι είναι το καλοκαίρι για εσένα, γιατί επέλεξες αυτήν την εποχή; Πιστεύω ότι το καλοκαίρι είναι όντως εποχή για χαϊκού, για χαλάρωση, αποσυμπίεση, αναστοχασμό. Επίτηδες έχω επιλέξει χαλαρά χαϊκού. Είναι και ο τρόπος που αντιμετωπίζω την τέχνη, δεν θέλω να λέω βαρύγδουπα πράγματα, παρα μόνο όταν πρέπει. Το χαϊκού άλλωστε δεν ενδείκνυται για βαρύγδουπα νοήματα, για αυτό επέλεξα και το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι για εμένα είναι φευγαλέα πράγματα, εικόνες που άμα τις κρατήσεις και τις καταγράψεις κάπου, σε συνοδεύουν το χειμώνα. Όσα καλοκαίρια έχω κάνει ουσιαστικές διακοπές κι έχω χαλαρώσει πραγματικά, το παίρνω μαζί μου τον χειμώνα, στην Αθήνα, με τις αστικές νευρώσεις. Ένα χαϊκού που δεν το έβαλα μέσα στη συλλογή πάει κάπως έτσι: «Χαμένος χρόνος, τουλάχιστον ζήσαμε τα καλοκαίρια». Δεν θα έπρεπε να είναι έτσι βέβαια. 

Φάρος from Hai Ku on Vimeo.

Το καλοκαίρι είναι όλα αυτά που είπαμε πριν, είναι μια περίοδος που κάνει ζέστη, τα πάθη εξάπτονται, αλλά επίσης πολλές επαναστάσεις και πολιτικές συγκρούσεις έχουν γίνει καλοκαίρι. Αναρωτιόμουν πόσο πολιτικός μπορεί να γίνει ο στίχος του χαϊκού, χωρίς να γίνει λαϊκίστικος ή πόσο μπορεί να υπηρετεί τη συστημική αντιμετώπιση του καλοκαιριού. Για παράδειγμα, το καλοκαίρι πάει μια οικογένεια διακοπές. Ποιοί περνάνε καλά; Ποιοί ξεκουράζονται; Τα παιδιά, ίσως, και μετά, εξαρτάται κατά πόσο οι ρόλοι είναι ισοδύναμοι. Συχνά, η μητέρα είναι συνέχεια εκεί και προσέχει για όλους και ο πατέρας πάει στην παραλία και πίνει.

Και το καλοκαίρι και η χαλάρωση κι η απόλαυση κρύβουν μέσα τους έμφυλες διακρίσεις.

Θέλω να πω ότι και το καλοκαίρι και η χαλάρωση κι η απόλαυση κρύβουν μέσα τους έμφυλες διακρίσεις. Εκτός αυτού, ποιοί είναι αυτοί που πάνε διακοπές; Ένα από τα χαϊκού της συλλογής λέει: Καλοκαίρι στο μπαλκόνι, την άγκυρα βίρα να φύγω. Αυτό δείχνει ότι δεν πάμε όλοι διακοπές, δεν έχουν όλοι την δυνατότητα να πάνε διακοπές. Στόχος δεν είναι να κάνουμε πολιτικά έργα για να κάνουμε πολιτικά έργα. Το ζήτημα είναι να βγαίνουν πηγαία. Σκέφτηκα: μήπως και η δική μου αφήγηση υπηρετεί το «ορθό ελληνικό καλοκαίρι» και μήπως απωσιοπούνται άλλες αφηγήσεις; 

Πόσο συγγενεύει το χαϊκού με την εγχώρια ποίηση; Πολλοί, ανάμεσά τους κι εγώ, παλιότερα, το αντιμετωπίζαμε σαν να μην είναι ενήλικη, σοβαρή ποίηση. Επειδή είχα γράψει και τις παραλογές, που είναι πιο εντυπωσιακές, έλεγα «μα καλά, από την παραδοσιακή και εντυπωσιακή ποίηση πας στο χαϊκού, που το γράφει κι ένα παιδί;». Ακούγεται συχνά αυτό, υπάρχει αυτή η υπόνοια, αλλά εγώ διαφωνώ. Πιστεύω ότι είναι ποίηση με τα όλα της. Έχω διαβάσει παραδοσιακά χαϊκού που καταφέρνει ο ποιητής ή η ποιήτρια να αποδώσει ένα πολύ μεγάλο νόημα, σε μικρό μέγεθος. Αφαίρεση είναι. Κι ας είναι ανάλαφρο, τι πειράζει; Ίσως κι αυτό είναι μια δυτική νεύρωση να έχουμε βερμπαλισμούς μέσα στο κείμενο. 

Το κάθε χαϊκού συνοδεύεται κι από ένα σκίτσο. Ναι, επιλέξαμε με τον Carlos το αφηρημένο σκίτσο με κάρβουνο. Το βρήκαμε πιο ταιριαστό μέσο. Είχε πλήρη ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει, απλά με αφετηρία το κάθε χαϊκού. Πήγε ιδανικά καλά αυτή η συνεργασία, του βγάζω το καπέλο. Ο Carlos είναι από την Αργεντινή και παρόλο που ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, δεν ήμουν σίγουρος ότι κάποιες εικόνες και παιδικές αναμνήσεις από εδώ θα τις καταλάβαινε, αλλά της απέδωσε ακριβώς όπως θα ήθελα. 

Δημιούργησες ένα πολυμεσικό project, δηλαδή. Επειδή ασχολούμαστε με την performance και τα παραστατικά, συν ότι λόγω κορωνοϊού, δεν θα μπορούσα να κάνω μια κανονική παρουσίαση του βιβλίου με πάνελ κλπ, υπήρχαν ευνοϊκές συνθήκες για να αναπτύξουμε κάτι πιο παραστατικό. Βρήκα τους συνεργάτες μου, την χορεύτρια Βίκυ Αλεξανδράκη και τον Γιάννη Μάκα, τον μουσικό και τους ρώτησα «Θέλετε να πάρετε το βιβλίο μου και να παρουσιάσουμε κάτι μουσικοκινητικό;». Δέχτηκαν κι αφού έγιναν οι δύο πρώτες παρουσιάσεις, ένιωσα ότι αυτό δεν έπρεπε να μείνει έτσι. Μου ήρθε τότε η ιδέα να φτιάξουμε βίντεο που να συνομιλούν με το χαϊκού, αλλά και με τον χώρο, από τον οποίο το εμπνεύστηκα. Δηλαδή, άμα το χαϊκού μιλούσε για ένα αρμυρίκι, το βίντεο θέλαμε να γυριστεί στο αρμυρίκι. Για να δώσω και έμφαση σε αυτήν τη συνομιλία, την οποία έβρισκα πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί έλαβε χώρα στο Αίγιο που μεγάλωσα, και, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, οι κάτοικοι δεν το αξιοποιούν, δεν το οικειοποιούνται, έλεγα ότι θα ήταν πολύ ωραίο να αναδείξει τον τόπο, να δώσει έναυσμα και στους κατοίκους να ξαναδούν τον τόπο τους, να προχωρήσουν σε δικές τους ίσως ενέργειες, οικειοποιήσεις του δημόσιου χώρου και να γίνει μια συνομιλία πραγματικού και ποιητικού χώρου. Επίσης, φτιάξαμε τις πινακίδες, τις βάλαμε στον χώρο, στο αρμυρίκι πχ, οπότε πλέον ο επισκέπτης δεν χρειάζεται να πάρει το βιβλίο, μπορεί να περιηγηθεί αυτόνομα στο χώρο. Θα ήθελα να κάνω εγκατάσταση στους χώρους. Είδα ότι μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η διαδικασία. Έχω σκεφτεί κάτι και για την Αθήνα, αλλά θέλω να το επεξεργαστώ κι άλλο. 

Πέρα από όλο το πολυμεσικό εγχείρημα που έχεις δημιουργήσει, κάνεις και perfomances. Ναι, κάναμε πέρυσι μερικά δυνατά performances, μέσω της Βίβιαν Εμμανουηλίδου, της εικαστικού που συνεργάζομαι, σε ένα πολύ ωραίο concept που το υλοποιώ εγώ, μαζί με την Βίκυ και τον Γιάννη, η χορεύτρια και ο μουσικός μου. Στην ουσία, αποδομούμε την δημιουργική διαδικασία. Για κάποιους φαίνεται πολύ αδιανόητο και ότι το κάνει μια ιδιοφυσία. Στην πραγματικότητα, θέλει έμπνευση, θέλει δημιουργικότητα, αλλά δεν είναι κάτι το εξωπραγματικό. Η Βίβιαν, με τη βοήθεια των θεατών, επιδιώκει αυτήν την αποδόμηση. Όταν μπαίνουν οι θεάτριες και οι θεατές στον χώρο, βλέπουν μια μπουγάδα από χαϊκού, να κρέμονται πάνω σε σκοινιά. Η καθεμία κι ο καθένας παίρνει από ένα και τους παρακινούμε, με αφορμή το χαϊκού που διάλεξαν ή τη μουσικοκινητική δράση που γίνεται εκείνη την ώρα γύρω τους, να γράψουν μία λέξη. Από τη μέση της perfomance και μετά, η χορεύτρια παίρνει τις κάρτες κι εγώ μετά, με τη βοήθεια ενός λάπτοπ κι ενός προτζέκτορα, προσπαθώ να γράψω live καινούργια χαϊκού, μπροστά στον κόσμο. Οπότε οι θεατές βλέπουν τι γίνεται, το πως γεννιέται ένα ποίημα εκείνη την στιγμή, βλέπουν τους δισταγμούς, την αυτοπεποίθηση, την έμπνευση, πως γράφω, πως κολλάω, μπορούν και να με βοηθήσουν, να μου υποδείξουν τι να γράψω. Κάθε φορά που γράφω ένα χαϊκού, το οποίο μπορεί να πάρει από μισό λεπτό, μέχρι 5 λεπτά, το τυπώνω και στο τέλος όλων των performances και του καλοκαιριού, θα δημιουργηθεί ένα λεύκωμα με όλα τα καινούργια χαϊκού που γράφτηκαν σε ζωντανό χρόνο. 

Τι σου δίνει αυτή η διαδικασία; Είναι πολύ σημαντική και για εμένα, γιατί καταρρίπτω πολλά στερεότυπα δικά μου, το πως είμαι, πως στέκω, πως γράφω, πως είμαι εγώ. Είναι πολύ ενδιαφέρον και πρωτόγνωρο για εμένα. Θέλω να το εξελίξω κι άλλο βέβαια. Όλη την ώρα, η μουσική, ο χορός και ο λόγος αλληλεπιδρούν, δίνοντας χώρο, επιτρέποντας, βάζοντας εμπόδια. Το σημαντικό είναι ότι είναι όλο αυτοσχέδιο. Είναι ωραίο ότι δημιουργείται άλλο πράγμα κάθε φορά. Άρα, αν έρθεις άλλη φορά, θα δεις άλλη παράσταση. Εμένα με έχει εκπλήξει και το ότι δεν έχουμε επαναληφθεί καθόλου, δεν έχουμε βαρεθεί καθόλου εμείς οι ίδιοι, οπότε συγχαρητήρια στους συνεργάτες, γιατί είναι φανταστικοί. 

Χορεύεις tango, παραδοσιακούς και σύγχρονο χορό. Συνδέεται αυτό το γεγονός με αυτό που γράφεις στο πρώτο σου βιβλίο, ότι πρώτα χόρεψες τους στίχους και μετά τους έγραψες; Δε νομίζω ότι θα υπήρχε τίποτα από όλα αυτά, αν δεν είχα ασχοληθεί με το χορό. Θα είχα μια πολύ πιο παραδοσιακή προσέγγιση και στην λογοτεχνία. Μέσω του χορού, είδα ότι μπορείς να εκφραστείς και έτσι. Τελικά, παράχθηκε όλο αυτό χωρίς να το ξέρω. Πρώτα το είδα να γίνεται και μετά το έγραψα. Πρώτα είδα τους χώρους, τα αρχιτεκτονικά τοπία, κάτι στο οποίο με βοήθησε μια δασκάλα μου κι αρχιτεκτόνισσα, η Σοφία Κονδυλιά, η οποία ειδικεύεται στο ζήτημα του πως ο χώρος δημιουργεί χορό και ο χορός, χώρο. Πως αλληλεπιδρούν αυτά τα δύο; Κάπως έτσι κι εγώ άρχισα να βλέπω τα πράγματα πιο αρχιτεκτονικά, πιο χωρικά. Επειδή ο δεκαπεντασύλλαβος είναι με μέτρο, έχει έναν ρυθμό, ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι έχω ένα χοροθεατρικό στα χέρια μου, χωρίς να το ξέρω. Μάλιστα, επειδή έχει να κάνει με μια δυαδική σχέση, το είχα ξεκινήσει ως tango και μετά έγινε σύγχρονο χοροθέατρο. Κάπως είναι όλα μαζί. Είμαστε αυτά που κάνουμε. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2021 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.