Με περισσότερους από 70 εκατομμύρια δίσκους της να κυκλοφορούν στις ΗΠΑ και 145 εκατομμύρια να έχουν πουληθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, η Μπάρμπρα Στρέιζαντ δεν είναι μόνο η best-selling γυναίκα μουσικός όλων των εποχών, είναι η μόνη γυναίκα στο Top 10 των πλέον ευπώλητων καλλιτεχνών και η μοναδική εκτός ροκ σκηνής.

Οι διακρίσεις της δεν σταματούν φυσικά εδώ, καθώς είναι από τους ελάχιστους κυριολεκτικά ανθρώπους που έχουν βραβευτεί από όλους τους κορυφαίους θεσμούς: 2 Όσκαρ, 1 Τόνι, 5 Έμι, 10 Γκράμι και 10 Χρυσές Σφαίρες.

Η γυναίκα που περιδιαβαίνει τους καλλιτεχνικούς χώρους με χαρακτηριστική άνεση μετρά στο ενεργητικό της επιτυχίες ως τραγουδίστρια, συνθέτρια, ηθοποιός, σεναριογράφος, παραγωγός και κινηματογραφική σκηνοθέτις, σε μια καριέρα που δεν έχει όμοιό της στη σύγχρονη showbiz.

Η μεγαλύτερη της διάκριση έρχεται ωστόσο από το παγκόσμιο κοινό, που τη λάτρεψε -και συνεχίζει να τη λατρεύει- στις τόσες δεκαετίες της καριέρας της.

Πρώτα χρόνια

Η Barbara Joan Streisand γεννιέται στις 24 Απριλίου 1942 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης ως το νεότερο από τα δύο παιδιά της μεσοαστικής οικογένειας: ο πατέρας της ήταν καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ο οποίος πέθανε ωστόσο όταν η Μπάρμπαρα ήταν μόλις 15 μηνών, και η μητέρα της γραμματέας σε δημοτική επιχείρηση. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 ωστόσο η μητέρα της θα ξαναπαντρευτεί.

Παρά το γεγονός ότι αναπτύσσει από μικρή την κλίση της η περίεργη ομορφιά της θα κάνει οικείους και συγγενείς να μην την πάρουν στα σοβαρά. Πριν ακόμη ολοκληρώσει τη βασική της εκπαίδευση η ίδια γράφεται σε σχολή υποκριτικής, εξασφαλίζοντας τα δίδακτρα προσέχοντας τα παιδιά γειτονικής οικογένειας. Ήταν μόνο 15 ετών.

Θεατρικές περιπέτειες και μουσική καριέρα

Η Στρέιζαντ δεν πήγε ποτέ στο πανεπιστήμιο. Αντιθέτως, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη μετά το σχολείο (1960), συγκατοικώντας σε διαμερίσματα με φίλους. Εκεί θα γνωρίσει τον επίσης ηθοποιό Elliot Gould, τον οποίο θα παντρευτεί το 1963. Το ζευγάρι θα παραμείνει μαζί 8 χρόνια και θα αποκτήσει ένα παιδί, τον Jason.

Την ώρα που δούλευε σε γραφείο και σπούδαζε υποκριτική, συμμετείχε μια βραδιά σε διαγωνισμό ταλέντων σε μουσικό κέντρο, παρά το γεγονός ότι δεν είχε δοκιμαστεί ποτέ στο τραγούδι. Η επιτυχία της εμφάνισής της, με τη χαρακτηριστική φωνή της να μαγεύει το κοινό, θα της εξασφαλίσει αμέσως δουλειά ως τραγουδίστρια βαριετέ.

Το 1962 θα κάνει το ντεμπούτο της στο σανίδι, συμμετέχοντας στη μουσική παράσταση του Μπρόντγουεϊ «I Can Get it For You Wholesale», ενώ για την ερμηνεία της θα λάβει το βραβείο των κριτικών θεάτρου της Νέας Υόρκης αλλά και μια υποψηφιότητα για Τόνι. Η φωνή της θα φτάσει μέχρι τα στούντιο της Columbia Records, με την οποία θα υπογράψει συμβόλαιο για τον πρώτο της δίσκο, που θα κυκλοφορήσει το 1963: το «The Barbra Streisand Album» σκαρφαλώνει αμέσως στο Top 10 των χρυσών δίσκων και της εξασφαλίζει δύο Βραβεία Γκράμι, όπως επίσης και τον τιμητικό τίτλο του Δίσκου της Χρονιάς, με την ίδια να είναι η νεότερη καλλιτέχνις που απόλαυσε ποτέ την τιμή.

Το 1964 θα κάνει άλλους 3 δίσκους, με την ίδια πάντως να κυνηγά την υποκριτική καριέρα, εν μέρει και λόγω της φυσικής συστολής της για τις ζωντανές εμφανίσεις. Συμμετέχει στο μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ «Funny Girl» για δύο χρόνια, με το τραγούδι από την παράσταση «People».

Το 1965 η Στρέιζαντ στρέφεται στην τηλεόραση με το σόου «My Name is Barbra». Η εκπομπή κερδίζει 5 Βραβεία Έμι και η ίδια επιβραβεύεται από το τηλεοπτικό δίκτυο CBS με ένα παχυλό συμβόλαιο 10 ετών για μόνιμη συνεργασία, με την ίδια να διατηρεί τον καλλιτεχνικό έλεγχο των παραγωγών που θα συμμετείχε.

Το 1968 έρχεται η σειρά για το κινηματογραφικό της ντεμπούτο: πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική μεταφορά του «Funny Girl», κερδίζοντας Όσκαρ για την ερμηνεία της, Χρυσή Σφαίρα και το βραβείο «Σταρ της Χρονιάς» από την Θεατρική Ένωση των ΗΠΑ.

Αφού άφησε το στίγμα της στα κινηματογραφικά μιούζικαλ «Hello, Dolly!» (1969) και «On a Clear Day You Can See Forever» (1970), η Στρέιζαντ πρωταγωνίστησε κατόπιν στο «The Owl and the Pussycat» (1970), ενώ το 1972 θα επιστρέψει στην κωμωδία με το «What’s Up Doc?».

Την ίδια χρονιά, ιδρύει τη δική της εταιρία παραγωγής, την Barwood Films, και πρωταγωνιστεί στην πρώτη ταινία που ανέλαβε η νέα φίρμα, το «Up the Sandbox». Στη δεκαετία αυτή η Μπάρμπαρα Στρέιζαντ πάντρεψε τα μουσικά και κινηματογραφικά της ενδιαφέροντα: πρώτα με την ταινία «The Way We Were», το σινγκλ της οποίας θα γινόταν No 1 στις ΗΠΑ και θα της εξασφάλιζε άλλη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ το 1973, και κατόπιν με το φιλμ του 1976 «A Star is Born», σε παραγωγή της ίδιας, με την ταινία να κερδίζει 6 Χρυσές Σφαίρες και να προσφέρει στη Στρέιζαντ το δεύτερό της No 1 σινγκλ (το «Evergreen»).

Δεκαετίες επιτυχιών

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Στρέιζαντ συνεργάζεται με τον παλιό της φίλο από τη σχολική χορωδία Neil Diamond στο κομμάτι «You Don’t Bring Me Flowers». Το σινγκλ γίνεται φυσικά Νο 1, όπως θα συμβεί και με το «No More Tears (Enough is Enough)», που θα τραγουδήσει παρέα με την Ντόνα Σάμερ.

Ο πλέον ευπώλητος δίσκος της θα έρθει ωστόσο το 1980 και δεν είναι άλλος από τον «Guilty», που φιλοξενούσε το μνημειώδες τραγούδι «Woman in Love».

Το 1983 θα δοκιμαστεί και στη σκηνοθετική καρέκλα, φέρνοντας στη ζωή την ιστορία του «Yentl», που είχε διαβάσει εδώ και 15 ολόκληρα χρόνια. Η ταινία έλαβε 5 υποψηφιότητες για Όσκαρ, με τη Στρέιζαντ να κερδίζει Χρυσές Σφαίρες και για τη σκηνοθεσία και για την παραγωγή της καλύτερης ταινίας της χρονιάς! Όσο για το σάουντρακ του φιλμ, μπήκε αυτόματα στο Top 10.

Το 1985, ο δίσκος «The Broadway Album» θα τη φέρει και πάλι στην κορυφή των charts, με την ίδια να συνεχίζει τη μείξη των ταλέντων της στην ταινία του 1987 «Nuts»: όχι μόνο πρωταγωνιστεί στην ταινία, αλλά υπογράφει τόσο την παραγωγή όσο και τη μουσική επένδυση.

Η δεύτερη σκηνοθετική απόπειρά της ακολουθεί το 1991, με την ταινία «Prince of Tides», που θα της φέρει όχι μόνο 7 υποψηφιότητες για Όσκαρ αλλά και μια ακόμη από την Ένωση Σκηνοθετών Αμερικής, κάνοντας τη Στρέιζαντ μόλις την τρίτη σκηνοθέτιδα που τιμήθηκε με υποψηφιότητα. Με τις σκηνοθετικές μετοχές της στα ύψη, το 1996 γυρίζει το φιλμ «The Mirror Has Two Faces».

Έπειτα από απουσία 26 ετών από τη συναυλιακή σκηνή, η Στρέιζαντ θα επιστρέψει θριαμβευτικά το 1994, για καλό όμως σκοπό: η ερμηνεία της θα καταλήξει στο μοναδικό άλμπουμ «The Concert», το οποίο συγκέντρωσε περισσότερα από 10 εκατ. δολάρια για φιλανθρωπικούς σκοπούς! Η φιλανθρωπική και ακτιβιστική της δράση δεν περιορίζεται φυσικά εδώ, με την ίδια να δίνει πολλά σε αγαθοεργίες -μέσα από το ίδρυμά της The Streisand Foundation- και να προκαλεί συχνά δημόσιους διαλόγους για αμφιλεγόμενα θέματα, όπως η οπλοκατοχή στις ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, ως συνεπής υποστηρικτής των Δημοκρατικών, έχει χρησιμοποιήσει συχνάκις τα ταλέντα και τη φήμη της για την υποστήριξη πολλών υποψηφίων και σκοπών, όπως τους Αλ Γκορ, Μπιλ Κλίντον και τελευταία τον Μπαράκ Ομπάμα.

Από το 2000 και μετά, έχει ρίξει στην αγορά μια σειρά ακόμα από δίσκους, όπως τα «Timeless: Live in Concert» (2000), «Christmas Memories» (2001), «The Movie Album» (2003) και «Live in Concert» (2007), ενώ το 2006 εμφανίστηκε στη σπαρταριστή κωμωδία «Meet the Fockers».

Το 2009 κυκλοφόρησε άλλον ένα δίσκο, το «Love Is the Answer», ενώ το 2012 ήταν η στιγμή του άλμπουμ «Release Me», που περιλαμβάνει ανέκδοτο υλικό από όλη τη διαδρομή της. Η Στρέιζαντ παντρεύτηκε για δεύτερη φορά τον Ιούλιο του 1998, αυτή τη φορά με τον ηθοποιό James Brolin.

Η καλλιτέχνις λογίζεται σήμερα ως η γυναίκα μουσικός που έχει πουλήσει περισσότερο από κάθε άλλη. Η ίδια μετρά στο ενεργητικό της μια σειρά από No 1 δίσκους σε καθεμιά από τις 4 τελευταίες δεκαετίες, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μουσική μακροζωία από κάθε άλλο σόλο μουσικό. Όσο για τις πωλήσεις των δίσκων της, είναι στη δεύτερη θέση σε κάθε σχεδόν σχετικό all-time chart, πάνω και από τους Beatles ή τους Rolling Stones. Κι αν δεν υπήρχε ο «βασιλιάς» Έλβις Πρίσλεϊ, θα ήταν η πρώτη.