Ο Φρανσουά Τρυφώ, (6 Φεβρουαρίου 1932 – 21 Οκτωβρίου 1984) ήταν Γάλλος κριτικός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός του κινηματογράφου, από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του γαλλικού νέου κύματος.

Με τη βοήθεια του θεωρητικού του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, άρχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Cahiers du cinema, με το οποίο, μαζί άλλους συναδέλφους του, άνοιξαν τον δρόμο για το νέο κύμα και το μη εμπορικό κινηματογράφο. Με την μικρού μήκους ταινία του Les Mistons (1958), και θέμα την σεξουαλική αφύπνιση μιας ομάδας νεαρών, έθεσε στην πράξη τις θεωρίες του, τις οποίες συνέχισε στην ημιαυτοβιογραφική, μεγάλου μήκους ταινία του, Τα 400 χτυπήματα (Les Quatres Cents Coups, 1959), μία γεμάτη ειλικρίνεια αλλά και ποίηση ταινία, που κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών, κάτι που τον καθιέρωσε ως τον κατ’ εξοχήν ηγέτη του πρωτοεμφανιζόμενου νέου κύματος (nouvelle vague).

Ακολούθησαν οι ταινίες Πυροβολείτε τον Πιανίστα (Tirez sur le pianiste, 1960), αναφορά αλλά και ανατροπή των γκανγκστερικών ταινιών, Απολαύστε το κορμί μου (Jules et Jim, 1961) γύρω από τις ιδιόμορφες σχέσεις ενός ερωτικού τριγώνου, Φαρενάιτ 451 (Fahrenheit 451, 1966), εξαιρετική μεταφορά στην οθόνη του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας του Ρέι Μπράντμπερι, που ο Τρυφώ γύρισε στην Αγγλία, Η νύφη φορούσε μαύρα (La mariée etait en noir, 1967), μία παραλλαγή του αμερικανικού φιλμ νουάρ, ταινίες που επέβαλαν τον Τρυφώ ως έναν ξεχωριστό και εντελώς πρωτότυπο δημιουργό.

Ο Τριφώ δεν εξέφραζε ποτέ πολιτικές απόψεις μέσα από τις ταινίες του. Ακόμα και την περίοδο του Μάη του ’68 ο Τρυφώ απέρριψε τον στρατευμένο και πολιτικοποιημένο κινηματογράφο και συνέχισε με το ξεκάθαρα δικό του στυλ. Σε μία συνέντευξή του το 1980 στο περιοδικό ”Cahiers du Cinema” αναφέρει χαρακτηριστικά για τις πεποιθήσεις του τα εξής: «Πολιτικά οι ιδέες μου με οδηγούν προς την αριστερά. Αυτό όμως δεν εκφράζεται στις ταινίες μου, ίσως επειδή μου φαίνεται ότι βάζουν πολύ αίσθημα στην πολιτική, ενώ πιστεύω ότι δεν πρέπει να είναι κανείς στην αριστερά επειδή αυτό είναι συμπαθητικό και της μόδας, αλλά επειδή είναι πιο δίκαιο. Το σλόγκαν Όλα είναι πολιτική δεν μ’ αρέσει γιατί, αν όλα είναι πολιτική, τίποτα δεν είναι πολιτική».