Categories: ΥΓΕΙΑ

Δε μας έφταναν κορωνοϊός, γρίπη, κρυολόγημα, ήρθαν και οι αλλεργίες της άνοιξης

Η άνοιξη επιτέλους έφτασε, φέρνει μαζί της, όμως, και τις αλλεργίες που ταλαιπωρούν πολύ κόσμο. Η βόλτα στην εξοχή ή σε ένα πάρκο μπορεί να αποδειχθεί πραγματικό μαρτύριο για ορισμένους από εμάς καθώς το φτέρνισμα η καταρροή και η φαγούρα είναι σε πλήρη … άνθιση. Και μέσα στην πόλη, όμως, η γύρη από τα φυτά προκαλεί τα παραπάνω ενοχλητικά συμπτώματα. Η περίοδος των αλλεργιών έχει ξεκινήσει και τη στιγμή που κυκλοφορούν ταυτόχρονα κορονοϊός, γρίπη, άλλοι ιοί του κοινού κρυολογήματος, είναι εύκολο να μπερδέψουμε τα συμπτώματα και να βρεθούμε σε σύγχυση σε σχέση με το τι μπορεί να έχουμε.

Ο Δρ. Δημήτρης Μήτσιας, αλλεργιολόγος παίδων και ενηλίκων, μας βοηθά να κατανοήσουμε τι είναι η εποχική αλλεργία, πώς να τη θεραπεύσουμε αλλά και πώς διαχωρίζεται από το κρυολόγημα ή άλλη νόσο. «Τώρα που έφτιαξε ο καιρός έχει ξεκινήσει αυτό που λέγεται εποχική αλλεργική ρινίτιδα και προκαλείται από τη γύρη των φυτών», αναφέρει στην Popaganda. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, η αλλεργική ρινίτιδα αφορά μέχρι και στο 20-30% του πληθυσμού στο Δυτικό κόσμο.

Tα κυρίαρχα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας είναι η καταρροή, το φτέρνισμα, το μπούκωμα, ο κνησμός, καθώς και ενοχλήσεις στα μάτια όπως είναι η ερυθρότητα και έντονος κνησμός που δημιουργούν αυτό που λέγεται αλλεργική επιπεφυκίτιδα. Σύμφωνα με τον ειδικό, σε πιο βαριές περιπτώσεις αλλεργίας υπάρχει συμπτωματολογία που παραπέμπει σε άσθμα. 

Ο πιο συχνός «ένοχος» της αλλεργίας της άνοιξης στην Ελλάδα είναι η οικογένεια των αγροστωδών φυτών, νούμερο 2 και νούμερο 3 στην κατάταξη είναι η ελιά και το περδικάκι αντίστοιχα και ακολουθούν τα κυπαρισσοειδή φυτά.

Τα συμπτώματα πολλές φορές θεωρούνται ασήμαντα και προφανώς δεν είναι επικίνδυνα. Ετσι, σε πολλές περιπτώσεις αφήνονται μέχρι να περάσουν, συνήθως προς το τέλος της άνοιξης. Ειδικά εάν είναι ήπια. Αυτό, ωστόσο, αποτελεί και τη μεγάλη παγίδα για τους ασθενείς καθώς με την πάροδο των χρόνων αυξάνουν τόσο σε ένταση όσο και σε διάρκεια και μπορεί να επηρεάζουν τον ύπνο, την παραγωγικότητα, την απόδοση στο σχολείο και γενικά την ποιότητα της ζωής. Στα συμπτώματα προστίθεται κόπωση, ευερεθιστότητα και άλλες διαταραχές της διάθεσης.

Ειδικά αυτή την περίοδο η ανάγκη να προσδιορίσει κανείς τι του διαταράσσει την καθημερινότητα και να λάβει την κατάλληλη θεραπεία, είναι μεγάλη, αφού ένα απλό μπούκωμα χτυπά «καμπανάκια» ακόμη και για τον κορωνοϊό. 

Πώς θα ξεχωρίσουμε εάν έχουμε ανοιξιάτικη αλλεργία ή νοσούμε με κάτι άλλο;

Τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας μπορεί να είναι κοινά σε σχέση με αυτά του κρυολογήματος και ιώσεων του αναπνευστικού. Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία που ξεχωρίζουν τις καταστάσεις υγείας, όπως εξηγεί ο κ. Μήτσιας. 

Καταρχάς, ο χρόνος των συμπτωμάτων. Σε ένα κρυολόγημα διαρκούν από τρεις ημέρες έως μια εβδομάδα, στην περίπτωση της αλλεργικής ρινίτιδας το κλασικό σενάριο είναι να διαρκούν συνήθως όσο και η άνοιξη, ξεκινώντας ακόμη και από το Μάρτιο και φτάνοντας έως τον Ιούνιο. 

Επιπλέον, η αλλεργική ρινίτιδα έχει μια επαναληψιμότητα κάθε χρόνο. Δηλαδή το να έχει κανείς μπούκωμα κάθε Μάιο είναι πολύ πιθανό να εξηγείται από την αλλεργική ρινίτιδα. Επιπλέον, και οι δύο περιπτώσεις έχουν κάποια κλασικά και συνηθισμένα συμπτώματα που δεν συναντώνται κατά κανόνα αλλού και καθοδηγούν τη διάγνωση. Ετσι, μια ίωση κάνει πυρετό, ενώ στις αλλεργίες δεν υπάρχει πυρετός.  Ο κνησμός είναι πολύ έντονο χαρακτηριστικό της αλλεργίας, που, όμως, δεν αποτελεί σύμπτωμα ιώσεων.

Θεραπεύεται η αλλεργία;

Ένα συχνό δίλημμα των ανθρώπων που τους ταλαιπωρεί η άνοιξη είναι εάν χρειάζεται να κάνουν τεστ αλλεργίας και εάν πρέπει να παρακολουθηθούν από τον ειδικό γιατρό, τον αλλεργιολόγο. 

Εχοντας συμπτώματα συνήθως επισκεπτόμαστε έναν παθολόγο ή και ΩΡΥΛΑ, γιατροί που μπορούν να διαγνώσουν την αλλεργία και να χορηγήσουν θεραπεία για την καταστολή των συμπτωμάτων. Στις περισσότερες περιπτώσεις δίνονται ρινικά σπρέι και αντιισταμινικά χάπια. Ρωτήσαμε τον κ. Μήτσια εάν πρέπει όλοι να λαμβάνουν τα αντιισταμινικά και απάντησε πως συνήθως χρειάζονται, εκτός εάν ένας ασθενής δεν ενοχλείται από την αλλεργία και θέλει να ζει με αυτή. «Πρέπει να πούμε ότι τα φάρμακα αυτά είναι πολύ ασφαλή. Παλαιότερα όντως προκαλούσαν υπνηλία, που είναι ο φόβος των περισσότερων, ωστόσο πλέον υπάρχουν νεότερα σκευάσματα τα οποία μπορούν να ληφθούν ακόμη και από πιλότους και χειριστές μηχανών», σημειώνει στην Popaganda. 

Επιπλέον, στην ερώτησή μας εάν υπάρχουν φυσικές λύσεις για αντιμετώπιση της ενοχλητικής αλλεργίας, ο κ. Μήτσιας αναφέρει ότι μια συμπληρωματική πρακτική είναι οι ρινικές πλύσεις με υπέρτονα διαλύματα θαλασσινού νερού. Χρειάζονται όμως να είναι πολύ τακτικές για να μειώσουν λίγο την ενόχληση από τα συμπτώματα. 

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον ίδιο, εάν ένας ασθενής θέλει να εντοπίσει ακριβώς τι τον ενοχλεί πρέπει να κάνει τεστ αλλεργίας στον αλλεργιολόγο. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζει την «πηγή» της αλλεργικής ρινίριδας, καθώς η γνώση αυτή καθοδηγεί και καλύτερα τη θεραπεία. «Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχει θεραπεία για την αλλεργία», λέει ο αλλεργιολόγος. 

Μάλιστα, κάνει γνωστή μια άγνωστη στον πολύ κόσμο θεραπευτική προσέγγιση που αντιμετωπίζει την αλλεργία στη βάση της και δεν καταστέλλει απλώς τα συμπτώματα που θα εμφανιστούν πάλι την επόμενη χρονιά. Αυτή είναι η ανοσοθεραπεία, η οποία τροποποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς αντιμετωπίζοντας οριστικά την αλλεργία.

Στην ανοσοθεραπεία χορηγούνται τα φάρμακα υποδόρια (με εμβολιασμό μια φορά το μήνα) και υπογλώσσια (λαμβάνοντας σταγόνες καθημερινά).

Στα πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι το γεγονός ότι πρόκειται για αιτιολογική θεραπεία, αντιμετωπίζει δηλαδή το αίτιο της αλλεργίας. Επιπλέον, εμποδίζει τη μετάβαση στο αλλεργικό άσθμα – 10-30% των αλλεργιών καταλήγουν σε αλλεργικό άσθμα, ενώ δεν έχει μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες παρενέργειες. Τα μειονεκτήματά της είναι ότι διαρκεί 3-5 χρόνια ώστε να υπάρξει αποτέλεσμα, ενώ πρόκειται για μια κοστοβόρο θεραπεία, καθώς τα σκευάσματα είναι ακριβά, συνεπώς και η συμμετοχή του ασθενούς σημαντική. Το φαρμακευτικό κόστος για τον ασθενή κυμαίνεται αδρά από περίπου 15 ευρώ/μήνα (υποδόρια) μέχρι 50-60 ευρώ/μήνα (υπογλώσσια).

Μαρία-Νίκη Γεωργαντά

Share
Published by
Μαρία-Νίκη Γεωργαντά