EDIT

Γυναίκες στον στρατό: Εκεί που σταματά η λογική αρχίζει η «ισότητα»

Υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικά θλιβερό στον τρόπο με τον οποίο η εποχή μας καταφέρνει να εξωραΐζει την οπισθοδρόμηση, βουτώντας την στην κολυμπήθρα της προόδου.

Κάποτε οι γυναίκες διεκδικούσαν το δικαίωμα να ψηφίζουν, να σπουδάζουν, να εργάζονται, να ορίζουν το σώμα και τη ζωή τους. Σήμερα η δημόσια συζήτηση πετά πυροτεχνήματα επειδή μπορούν να φορέσουν παραλλαγή και να κοιμηθούν ανά δεκάδες σε έναν θάλαμο.

Και κάπως έτσι η ιστορία κάνει έναν παράξενο κύκλο: η χειραφέτηση ντύνεται στα χακί και η ισότητα φορά αρβύλες.

Οι πρώτες εθελόντριες φανταρίνες στον ελληνικό στρατό παρουσιάστηκαν ως σύμβολο χειραφέτησης. Οι εικόνες τους μάλιστα είναι προσεκτικά σκηνοθετημένες. Πλατιά χαμόγελα μπροστά στη σημαία κι εγκωμιαστικές δηλώσεις περί σύγχρονων Ενόπλων Δυνάμεων που αναδεικνύουν τη θηλυκή πλευρά του πατριωτισμού.

Λίγη συγκίνηση, λίγη εθνική υπερηφάνεια και λίγη από εκείνη την κρατική αισθητική που μετατρέπει κάθε διοικητική απόφαση σε ιστορικό γεγονός.

Μόνο που η πραγματικότητα είναι λιγότερο φωτογενής, καθώς εκεί που σταματάει η λογική δεν αρχίζει πλέον μόνο ο στρατός, αλλά και η «ισότητα».

Διότι ισότητα δεν είναι να αποκτάς πρόσβαση σε έναν προβληματικό μηχανισμό μόνο και μόνο επειδή κάποτε ήσουν αποκλεισμένη από αυτόν.

Η συντριπτική πλειονότητα των ανδρών χαρακτηρίζει τη στρατιωτική θητεία σαν μια παράδοση υπαρξιακού χρόνου, υποστηρίζοντας ότι λειτουργεί με λογικές ξεπερασμένων εποχών. Ότι αναλώνει μήνες ζωής σε υπηρεσίες, ατελείωτες ώρες αναμονής, καψόνια, καλλιόπες, γόπινγκ και άσκοπες σκοπιές στο πουθενά, χωρίς να προσφέρει τίποτα ουσιαστικό.

Το παράδοξο είναι πως δεν εξορθολογίζουμε όλο αυτό το παρωχημένο σύστημα, αλλά το διευρύνουμε, εντάσσοντας στην παράνοια τις γυναίκες, αφού πρώτα τις πιάσαμε με την επικοινωνιακή παγίδα των μορίων πρόσληψης.

Πώς ακριβώς όμως μετατρέπεται μια δυσλειτουργία σε κατάκτηση, μόλις γίνει πιο συμπεριληπτική και αποκτήσει γυναικείο πρόσωπο;

Και πώς καλλωπίζουμε έναν από τους πιο αυστηρά ιεραρχικούς θεσμούς με λέξεις όπως «δικαίωμα» και «ενδυνάμωση»; Λες και δεν πρόκειται για έναν χώρο δομημένο πάνω σε μηχανισμούς υπακοής, πειθαρχίας και αποδοχής της εξουσίας χωρίς αμφισβήτηση.

Αντί λοιπόν η ισότητα να παρουσιάζεται ως δυνατότητα αλλαγής, πλασάρεται ως ευκαιρία ένταξης περισσότερων ανθρώπων μέσα σε ένα ελλαττωματικό σύστημα. Ο κόσμος όμως δεν έγινε ποτέ δικαιότερος όταν περισσότερες κοινωνικές ομάδες απέκτησαν θέση μέσα στις ίδιες δομές εξουσίας. Έγινε καλύτερος όταν κάποιοι τόλμησαν να αμφισβητήσουν αυτές τις δομές.

Ενσωμάτωση και συμμόρφωση με πιο καλλίπυγη μορφή δεν σημαίνουν απελευθέρωση. Ούτε η αφομοίωση των γυναικών σε έναν θεσμό που χτίστηκε από άνδρες, για άνδρες, πάνω στις πιο ξεπερασμένες ονειρώξεις της ανδρικής εξουσίας είναι πλήγμα στην πατριαρχία. Η πατριαρχία κράτησε απλά άδειο έναν φοριαμό παράνοιας για τις γυναίκες, οι οποίες καλούνται να πανηγυρίσουν -με ένα όπλο στο χέρι- το «ίσα δικαιώματα στην αγγαρεία», ως έσχατο θρίαμβο της χειραφέτησης.

Όπως φεμινιστική πρόοδος δεν θα έπρεπε να είναι και η ίση κατανομή περιττών καταναγκασμών. Η διεκδίκηση του δικαιώματος μιας γυναίκας να καθαρίζει πατάτες και κρεμμύδια ή να βαράει προσοχές σε συμπλεγματικούς καραβανάδες.

Ο παραλογισμός δεν εξαϋλώθηκε επειδή η κεντρική πύλη άνοιξε για τις γυναίκες. Απλά άνοιξε για να γίνουν κι αυτές ισομερές κομμάτι του. Σαν μια αλυσίδα που προστίθενται παρθένοι κρίκοι αντί να τη σπάσουμε, όπως και τη βιτρίνα της «ισότητας».

Αλήθεια, για ποια ισότητα μιλάμε όταν η θητεία είναι εθελοντική για τις γυναίκες και υποχρεωτική για τους άνδρες; Πώς εξισώνεται η ελεύθερη βούληση με τον κρατικό καταναγκασμό; Τα μόρια πρόσληψης με την ποινή εγκλεισμού;

Ντύσαμε την ανδρική υποχρεωτικότητα με γυναικείο περιτύλιγμα εθελοντισμού, μόνο και μόνο για να εξαγνίσουμε έναν βαθιά άρρωστο θεσμό, ο οποίος ανησυχεί μήπως ξεμείνει από φθηνά αναλώσιμα ανταλλακτικά.

Η θητεία δεν έγινε ωστόσο προοδευτική επειδή της φορέσαμε φούστα και το βαπτίσαμε φεμινισμό. Ο φεμινισμός δεν ράβεται με γαλόνια, ούτε φορά φρεσκοσιδερωμένα χακί με καλογυαλισμένες αρβύλες.

Και το ερώτημα δεν είναι αν μπορούν οι γυναίκες να κάνουν όλα όσα κάνουν οι άνδρες στον στρατό. Είναι γιατί να χρειάζεται να τα κάνουν. Γιατί να πιστεύουμε ότι μια φυλακή γίνεται λιγότερο φυλακή όταν αποκτήσει καλύτερη δημογραφική σύνθεση. Γιατί θεωρούμε επανάσταση να χωρέσουμε περισσότερο κόσμο σε ένα κλουβί (με τρελές ή όχι).

Όταν όμως όλοι μας «πανηγυρίζουμε» για τις πρώτες φανταρίνες ως μια ιστορική αποκατάσταση αδικίας, όταν η στολή γίνεται σύμβολο χειραφέτησης και το στρατόπεδο όπου η ανθρωπότητα εξασκεί τον θάνατο, χώρος αυτοπραγμάτωσης γυναικών, έρχεται η θλιβερή συνειδητοποίηση πως ο φεμινισμός δεν είχε και το καλύτερο βύσμα στην κοινωνία μας.

Υπάρχει άλλωστε και μια στιγμή στην ιστορία κάθε εξουσίας που παύει να αποκλείει κι αρχίζει να προσκαλεί. Δεν το κάνει επειδή έγινε πιο δίκαιη. Το κάνει επειδή κατάλαβε ότι είναι πολύ πιο αποτελεσματικό να σε έχει έγκλειστο, παρά να σε κρατά απ΄ έξω ελεύθερο. Κι έτσι, μια μέρα, ανοίγει τις πύλες. Όχι για να γκρεμιστεί το στρατόπεδο, αλλά για να μεγαλώσει.

Η πιο μεγάλη νίκη, μάλιστα, της ίδιας εξουσίας, δεν είναι να σε πείσει να υπακούσεις. Είναι να σε πείσει ότι η υπακοή είναι προνόμιο και να μπεις μέσα με τη θέλησή σου. Να μετατρέψει το δικαίωμα να λες «όχι», σε ενθουσιασμό για το δικαίωμα να φωνάζεις «παρών».

Βαγγέλης Καρακώστας