Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΠΟΛΗ

95 χρόνια τώρα, από το Λιμάνι του Πειραιά στις Λεωφόρους της Νέας Υόρκης, καλό μπουζούκι σημαίνει Τσακιριάν

Τέσσερις γενιές οργανοποιοί έχουν συμβάλει στο να γεννηθεί μουσική από τον Πειραιά μέχρι τις λεωφόρους της Νέας Υόρκης. Ο Κάρολος Τσακιριάν συνεχίζει την παράδοση στην Πλατεία Βάθης μαζί με την κόρη του Βεανούς και έχουν πολλά να διηγηθούν.
Φωτογραφίες: Νατάσα Πανταζοπούλου / FOSPHOTOS

ου ακριβώς ήταν το  μαγαζί του παππού σου, μπαμπά; 
-Φωκίωνος 7 κι Αλιπέδου γωνία, στον Πειραιά. Αλλά, δεν υπάρχει πια το κτίριο, έγινε πάρκινγκ.

Μπροστά από τα πολλά εργαλεία που απαιτούν οι κατασκευές και τα μαστορέματα, δυο γενιές αναφέρονται στις δύο γενιές που διασέχθηκαν και, άλλοτε ηθελημένα κι άλλοτε άθελά τους, δημιούργησαν μια συνέχεια που παράγει νότες. Μια γραμμικότητα σε μια οικογένεια που το όνομά της έχει συμβάλει στο να γεννηθεί μουσική εντός κι εκτός συνόρων.

Όταν συναντάω ανθρώπους που καταπιάνονται με μια τέχνη, με ένα επάγγελμα που δεν γνωρίζω πως λειτουργεί, απολαμβάνω να παρατηρώ τον τρόπο που τοποθετούν τις λέξεις στον λόγο τους για να περιγράψουν αυτό που γνωρίζουν καλά. Στον χώρο των Τσακιριάν, εκτός από τους ίδιους θα συναντήσεις και μουσικούς που «είναι διατεθειμένοι να πάνε προς το όργανο αν τα λέει καλά, ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλουν. Υπάρχουν εκείνοι που έχουν τη διάθεση να τα βρουν μαζί του, να συναντηθούν κάπου στη μέση».

Θα δεις όμως και τους άλλους, τους «παρτικουλάρ» όπως του αποκαλεί ο Κάρολος Τσακιριάν, «είναι αυτοί που όταν το όργανο που τους έφτιαξες δεν είναι εκεί που θέλουν και πρέπει να βρεις τον τρόπο για να το πας. Που θα σου λένε “να μη φωνάζει τόσο η ρε” και “να βγει πιο δυνατή η λα”, το ρεγουλάρισμα θα πάρει ώρες αλλά κάτι τέτοιες λεπτομέρειες είναι σημαντικές για εκείνους,  δεν μπορούν να παίξουν αν το όργανο δεν πάει πάνω τους».

Καταλαβαίνω ότι σε ένα οργανοποιείο το «μην αγγίζετε» δεν ισχύει ως οδηγία. Μπαίνοντας μέσα θα ακούσεις τον ήχο που βγάζουν χέρια πάνω σε χορδές, ίσως νιώσεις την ανάγκη να τις αγγίξεις κι ας μην έχεις τον τρόπο. Παρότι ξύλινα, τα πράγματα μοιάζουν εκεί μέσα πολύτιμα αν αναλογιστείς ότι φτιάχνονται από μια οικογένεια που έχει ιστορία σχεδόν 100 ετών, άρα, κάτι γίνεται καλά στον αριθμό 5 της οδού Αριστοτέλους. 

Ανάμεσα στα σκαλισμένα (συνήθως με ανθισμένα λουλούδια) μουσικά όργανα, κοντά στα μπουζούκια, στα ρεμπετοκίθαρα, σε κλασικές κιθάρες και λαούτα, σε μπαγλαμάδες, τζουράδες και μαντολίνα, υπάρχουν διάφορα δημοσιεύματα, όπως το εξώφυλλο ενός βιβλίου από το Queens Museum of Art που συγκέντρωνε τους artisans της περιοχής, (εκτός από τον Κάρολο Τσακιριάν στο εξώφυλλο αναφέρεται και σε έναν άλλον Έλληνα, σκαλιστή επίπλων). Σε μια άλλη κορνίζα, ο Κάρολος μαζί τη Βεανούς Τσακιριάν (που ανήκει στην τέταρτη γενιά οργανοποιών της φαμίλιας), ποζάρουν για εφημερίδα που διαβάστηκε στη Μελβούρνη. Κάπου αλλού, ένας συντάκτης του Guitar Player Magazine συναντήθηκε κάποια στιγμή με ένα μπουζούκι κι επικοινώνησε με το μαγαζί της Αθήνας 30 χρόνια μετά την κατασκευή του οργάνου προκειμένου να μάθει περισσότερα γι’ αυτό, και τελικά, του αφιέρωσε ένα άρθρο. 

Όπως είναι λογικό, την ιστορία της πρώτης και της δεύτερης γενιάς των οργανοποιών αρμένικης καταγωγής την αφηγείται πλέον η τρίτη γενιά, ο Κάρολος Τσακιριάν. Κι έπειτα, το σήμερα το αναλαμβάνει, στα 28 της, η Βεανούς Τσακιριάν. Η διήγησή τους είναι απολαυστική…

Ο παππούς μου, ο Αγκόπ, ήρθε από τη Σμύρνη, έφτασε στον Πειραιά με την καταστροφή του ‘22. Η αδερφή του είχε παντρευτεί τον Παπαζιάν, γνωστό οργανοποιό που άνοιξε το μαγαζί στη Φωκίωνος. Ο Αγκόπ στην αρχή έκανε άλλες δουλειές, είχε μάθει όμως να παίζει ούτι στο ορφανοτροφείο και θέλησε να φτιάξει ένα για τον εαυτό του, ο γαμπρός του προσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Φαίνεται πώς έγινε καλή δουλειά, αφού όταν το ολοκλήρωσε βρέθηκε κάποιος που το άκουσε και ήθελε να το αγοράσει. Ο παππούς μου δεν ήθελε να δώσει το όργανο, ο Παπαζιάν τελικά τον έπεισε γιατί τα χρήματα ήταν καλά. Μπαίνοντας λοιπόν σε αυτή τη διαδικασία, ο Αγκόπ μπήκε και στη δουλειά. Δούλευαν μαζί για κάποια χρόνια, μέχρι το 1943 που πέθανε ο Παπαζιάν και τότε ανέλαβε ο παππούς μου μόνος του. Έφτιαξε μπουζούκια για τον Μάρκο Βαμβακάρη, για τον Γιώργο Μπάτη, για τον Γιοβάν Τσαούς. 
Ο πατέρας μου, ο Οννίκ, βρέθηκε από παιδί στη δουλειά, από τα εννιά του. Παντρεύτηκε μικρός και δύο οικογένειες δεν μπορούσαν να ζήσουν από αυτό το μαγαζάκι κι έτσι έφτιαξε ένα εργαστήρι στο μικρό σπίτι της μητέρας μου. Άνοιξε κι έναν χώρο για λίγο στον Κορυδαλλό που δεν πήγε πολύ καλά, ξαναγύρισε στο σπίτι και το 1960 άνοιξε το μαγαζί εδώ, στην Πλατεία Βάθης. 

Το ‘62 έφτιαξε μάλιστα το περίφημο μαύρο μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη, ένα εκ των τεσσάρων που είχε παραγγείλει εδώ. Μάλιστα, με το ένα από αυτά, που είχε πάνω την Ακρόπολη, έχει ταφεί.  Ο Χιώτης ήταν συλλέκτης, είχε μπουζούκια κι από άλλους μαστόρους –  τουλάχιστον οχτώ από τον Παναγή, δύο από τον Ζοζέφ, δεν πουλούσε κανένα κι ας έφτιαχνε συνέχεια καινούρια. Το ένα απ’ όσα του είχε φτιάξει ο πατέρας μου το πήρε ο Βασίλης Τσιτσάνης, όταν όμως πια ο Χιώτης δεν ζούσε.

Έχω συναντήσει εδώ δεξιοτέχνες σαν τον Σπύρο Καλφόπουλο, τον Στέλιο Κερομύτη ή Mπούμπη, τον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, τον Γιώργο Μουφλουζέλη, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον πατέρα και τον γιο Πολυκανδριώτη, τον Χάρη Λεμονόπουλο, τον Γιάννη Σταματίου ή Σπόρο, τον Δημήτρη Στεργίου ή Μπέμπη, τον Γιάννης Τατασόπουλος ή Ντίλιγκερ, τον Λάκη Καρνέζη, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Χρηστος Ψαρρό. Είναι πάρα πολλοί, πάντα κάποιον ξεχνάω.

Το 1970 ο πατέρας μου έφυγε για την Αμερική. Δεν είχε πράσινη κάρτα, δεν μπορούσε να κάνει κάποιο γάμο για να την πάρει, ήταν ήδη παντρεμένος. Ο μόνος τρόπος για να τα καταφέρει ήταν να βρεθεί κάποιος που να τον θέλει ως τεχνίτη κι έτσι έγινε, εντυπωσίασε τη Fender και του του έκανε τα χαρτιά. Έμεινε δύο χρόνια εκεί και μόλις πήρε την κάρτα έφυγε αμέσως από το Λος Άντζελες, άφησε τις κιθάρες για να φτιάχνει τα μπουζούκια που ήθελε. Στη Νέα Υόρκη είχε πολλούς παίκτες άρα και πολλή δουλειά. Επτά χρόνια αργότερα πήγα να τον βρω κι εγώ, μόλις είχα τελειώσει από τον στρατό, ήμουν 22 ετών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Τι είδαμε στο Φεστιβάλ Democracy is Coming στη Νέα Υόρκη…

Τα ελληνικά μαγαζιά στην 8η Λεωφόρο γνώρισαν άνθιση στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και έμεινα ζωντανά μέχρι το ‘80. Σε περίπου δέκα μπλοκ υπήρχαν είκοσι νάιτ κλαμπ, τα ονόματά τους ήταν Grecian Cave -η «σπηλιά» όπως το λέγαμε-, Ali Baba, Britannia Cafe κι άλλα. Έπαιζαν ρεμπέτικα, λαϊκά και δημοτικά, έφερναν φίρμες από την Ελλάδα, ο Χίωτης έτσι είχε πάει κι έμεινε για χρόνια. Τα ονόματα πληρώνονταν  πάρα πολύ καλά, είχαν και πολύ καλή χαρτούρα αυτά τα μαγαζιά – τα χρήματα δηλαδή που πετούσαν οι θαμώνες όταν ενθουσιάζονταν αντί να σπάνε πιάτα. Για μερικά χρόνια δούλεψα κι εγώ σε μπουάτ στην Αμερική παίζοντας μπουζούκι, στο Ακρόαμα και το Μικρόκοσμος, για να συμπληρώσω το είσοδημά μου αλλά και γιατί μου άρεσε. Παράλληλα, άλλαξα πέντε ειδικότητες στο κολέγιο, τελικά τελείωσα μάρκετινγκ. Μετά πήρα κάποια μαθήματα λογιστικών ενώ μου έλεγε μια φίλη ότι δεν θα μπορούσε να με φανταστεί ποτέ να κάνω τέτοιες δουλειές. Είχε δίκιο. 

Θυμάμαι έναν ιδιοκτήτη diner που δεν έπαιζε τίποτα αλλά ήθελε να έχει ένα καλό όργανο. Ήρθε στον πατέρα και του έδωσε δυόμιση χιλιάδες δολάρια το 1981. Αφού εκείνος δεν είχε τι να το κάνει το μπουζούκι, το έδειχνε για να το θαυμάζουν και το δάνειζε σε μουσικούς. Κάποια στιγμή πάει στον πατέρα μου για να του πει ότι αυτό που έφτιαξε είναι άχρηστο, εγώ όμως το είχα ακούσει να κελαηδάει και βλέπω το καπάκι του πατημένο. Του το ξαναφτιάχνουμε, μασίφ αυτή τη φορά, χωρίς βέβαια να έχει την ίδια ποιότητα ήχου. Έναν χρόνο μετά μάθαμε πως ο μουσικός που το πήρε τελευταίος στα χέρια του είχε μια τάση να καταστρέφει τα όργανα, αυτό του έπεσε από την καρέκλα και στην προσπάθειά του να το σώσει το πάτησε με το πόδι του. Αλλά που να το καταλάβει ο ιδιοκτήτης; Αν δεν ξέρεις, ό,τι και να σου πουν το πιστεύεις.  

Αν έχεις καλή τεχνική ακόμα και με μέτρια υλικά μπορείς να φτιάξεις ένα πολύ καλό όργανο. Με πολύ καλά υλικά, αν η τεχνική σου είναι μέτρια πάνω από μέτριο δεν θα γίνει το όργανο.

Ο πατέρας μου πέθανε το ‘83. Δέκα χρόνια μετά γύρισα στην Αθήνα αφού το μαγαζί υπήρχε, το κράταγε η μητέρα μου μαζί με έναν παλιό καλό τεχνίτη, τον Γρηγόρη Κοβούσογλου. Μόλις επέστρεψα ήταν σαν να ξεκινούσα από την αρχή. Το όνομα του μαγαζιού ήταν γνωστό αλλά σαν θρύλος. Έρχόντουσαν να ψωνίσουν όργανα, όμως έλειπαν οι πρωτοκλασάτοι της προηγούμενης εποχής, είχαμε εμπορεύματα ποιότητας αλλά ως κατασκευαστές ήμασταν ξεχασμένοι. Άρχισα λοιπόν να προσπαθώ να επαναφέρω τη φήμη μας, μου πήρε πολλά χρόνια όμως τα κατάφερα.

Μας επηρεάζουν οι καιρικές συνθήκες. Στον χειμώνα της Νέας Υόρκης, με ξερό το κλίμα από τους βοριάδες και το κρύο, τα καλοριφέρ έκαναν τους χώρους λες και είσαι σε έρημο, από την ξηρασία άκουγα τα όργανα να κάνουν «κρακ». Το καλοκαίρι είχε ανυπόφορη υγρασία κι αποπνικτική ζέστη, πάλι αντιμετωπίζαμε πρόβλημα. Ακόμα και στην Αθήνα που έχει κλίμα ιδανικό, όταν βρέχει δεν κάνουμε κολλήματα. Μετά την τεχνική και τα υλικά, σειρά έχει το αυτί, το να μπορείς να καταλάβεις πότε ο ήχος έχει καθαρότητα, ένταση και διάρκεια για να μη σβήνει η νότα αμέσως,  να πηγαίνει μακριά αλλά να έχει και έκταση ώστε να το ακούει σωστά και ο παίκτης. Αφού φτιάξεις τα κόκαλα, τους καβαλάρηδες, τα τάστα, όταν πλέον βάλεις τις χορδές, το αυτί είναι απαραίτητο για να αρχίσεις το ρεγουλάρισμα, ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της κατασκευής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
Γεννημένοι το 2000: Η Γενιά του Τώρα

 

Μπορεί να φτιάξεις δέκα μπουζούκια με τα ίδια υλικά και το καθένα να θέλει διαφορετική μεταχείριση, δεν υπάρχει ο αυτοματισμός σε αυτή τη δουλειά που δεν τελειώνει, δεν μπορείς να τη βαρεθείς, κάθε όργανο είναι μια νέα δοκιμασία για τον κατασκευαστή.

Το να προσπαθείς να καταλάβεις τι θέλει ο μουσικός είναι μεγάλο κομμάτι της δουλειάς, κάποιοι έρχονται και έχουν στο μυαλό τους κάτι στο περίπου. Ο ένας θα θέλει ένα δυνατό όργανο και θα στο λέει πρίμο, ο άλλος θα στο πει μπάσο, τελικά θα εννοούν το ίδιο πράγμα. Πρέπει να μιλήσεις, να του δώσεις κανένα όργανο να παίξει για να καταλάβεις που είναι πιο κοντά, διαφορετικά δεν θα συνεννοηθείς. 

 

Όσο ζούσε ο πατέρας μου δεν είχα κέφι για τη δουλειά, την έκανα ανόρεχτος, δεν την αντιμετώπιζα όπως η Βεανούς που από την ώρα που μπήκε στο εργαστήριο έχει ένα πάθος γι’ αυτή. Η ανάγκη να συνεχίσω μου γεννήθηκε όταν πέθανε ο πατέρας μου, τότε μόνο ήξερα τι ήθελα να κάνω πάρα την ανασφάλεια που ένιωσα χωρίς εκείνον δίπλα μου. Ήταν ένας άνθρωπος – φίρμα στη δουλειά του, δύσκολο να τον φτάσεις. Ακόμα κι αν είσαι νέος σε αυτή τη δουλειά, ο πελάτης  θα σε κρίνει αυστηρά, θα κάνει αμέσως τη σύγκριση με τον προκάτοχο. Το ευτύχημα είναι ότι παρότι κάποιοι δεν είχαν τακτ, δεν το έβαλα κάτω ποτέ, μόνο πείσμωσα.

Με τη Βεανούς συνέβη το αντίθετο, πριν από τρία χρόνια έχω φτιάξει ένα μπουζούκι σε φίλο μου και έχει φτιάξει και εκείνη τα δύο πρώτα της. Παίζει εκείνος αυτό που μου είχε παραγγείλει, τον βλέπω ότι του αρέσει μεν, κάτι του λείπει δε, έχει και τη συνήθεια ό,τι όργανο υπάρχει στο μαγαζί να το δοκιμάζει. Πιάνει της Βεανούς και κολλάει στο ένα, και μου λέει «Τσακιριάν, δεν ξέρω πως θα το πάρεις αλλά αυτό το όργανο μου αρέσει καλύτερα από το δικό σου» και τελικά αυτό αγόρασε. 

Η τέταρτη γενιά, η Βεανούς Τσακιριάν  μας εξηγεί πώς αποφάσισε να συνεχίσει την παράδοση…

Η Βεανούς Τσακιριάν

Tο 2013 τελείωνα το τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης, βρισκόμουν στη φάση αναζήτησης του επόμενου μου βήματος, είχα στο μυαλό μου ότι θα κάνω μεταπτυχιακό και βλέπουμε. Τότε είχα αρχίσει  να έρχομαι συστηματικά στο μαγαζί και να βοηθάω, ήμουν στο ταμείο. Πάντα μου φαινόταν ενδιαφέρουσα η δουλειά και πολύ δημιουργική αλλά, είχα πιστέψει ότι δεν κάνει για μένα, είχα μια άρνηση από την εφηβεία και δεν τολμούσα να πειραματιστώ. Παράλληλα όμως, ήξερα ότι θα ξυπνήσω μετά από δέκα χρόνια και θα το μετανιώσω αν δεν την είχα δοκιμάσει. Έχοντας το και το ακαδημαϊκό πλάνο, άρχισα να μπαίνω στο εργαστήριο αλλά χωρίς πίεση.  Σιγά – σιγά δενόμουν με τη δουλειά, ήθελα να δοκιμάσω τα χέρια μου και στα πιο ζόρικα κομμάτια αλλά δεν πήγα κατευθείαν να φτιάξω ένα δικό μου μπουζούκι.

Με έβαλε ο πατέρας μου να ασχοληθώ ξανά και ξανά με συγκεκριμένα μέρη στο όργανο. Η πρώτη δουλειά που μου ανέθεσε ήταν τα τάστα, έπρεπε να τρίψω και να τα στρογγυλέψω, δεν θυμάμαι πόσες φορές έκανα μόνο αυτό μέχρι να μεταφερθώ σε κάποιο άλλο κατασκευαστικό σημείο.

Έχει ο καιρός γυρίσματα, δεν ξέρω αν θα αλλάξω γνώμη αλλά τώρα είμαι εδώ και θέλω να μείνω. Ένιωσα αποφασισμένη να συνεχίσω ένα καλοκαίρι που είχαν φύγει οι γονείς μου διακοπές και καθώς ήμουν μόνη μου στο μαγαζί ήταν η πρώτη φορά που έκανα δουλειές χωρίς να έχω καμία επίβλεψη, χωρίς να ξέρω ότι θα έρθει σε μια ώρα ο πατέρας μου να δει αν τα έκανα όλα εντάξει και να συνεχίσω. 

Προς το παρόν, μόνη μου φτιάχνω μπουζούκια, σε όλα τ’ άλλα βοηθάω. Για να φτιάξεις ένα μπουζούκι, ας πούμε ότι χρειάζεσαι έναν μήνα χωρίς όμως να ασχολείσαι με οτιδήποτε άλλο. Συνεπώς, όταν έχουμε μια παραγγελία ο χρόνος που δίνουμε για την κατασκευή είναι τρεις με τέσσερις μήνες, για να μπορούμε παράλληλα να εξυπηρετήσουμε τις επισκευές που έρχονται αλλά και για να ξεκουραστεί και να δέσει το καινούριο όργανο πριν το παραδώσουμε. 

Παρατηρώ ότι η γενιά μου ενδιαφέρεται και ζητάει το εξάχορδο μπουζούκι, το παλιό, το original, που συνδέεται με τα ρεμπέτικα. Το λαϊκό τραγούδι που γεννήθηκε την περίοδο του ’60, τα τραγούδια του Στράτου Διονυσίου φέρ’ ειπείν, δεν νιώθει την ανάγκη να το επαναφέρει, δεν τα προτιμά. Και η λαϊκή κιθάρα ανεβαίνει, ένα όργανο που δεν είναι πολύ διαδεδομένο παρότι έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην κουλτούρα του ρεμπέτικου. Αλλά αυτή δεν είναι μια τάση που βλέπω μόνο στο μαγαζί, ακόμα και όταν βγαίνω έξω για να ακούσω μουσική, φαίνεται ότι οι συνομήλικοί μου θέλουν να ασχοληθούν με αυτή την περίοδο της ελληνικής μουσικής.

Παίζω πιάνο, τώρα μαθαίνω να παίζω και μπουζούκι. Έχω φτιάξει πέντε μέχρι σήμερα κι εκκρεμούν άλλα τρία.

Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, οι νέοι μουσικοί θέλουν να έχουν ένα καλό όργανο, ορισμένοι έρχονται δύο χρόνια μετά την πρώτη τους επίσκεψη στο μαγαζί και λένε «τώρα είμαι έτοιμος, θα το κάνω, θα το φτιάξω». Αντιλαμβάνονται ότι ένα φτηνό όργανο τους περιορίζει και αποζητούν κάτι καλύτερο γιατί ξέρουν ότι έχει μόνο να τους δώσει. Αυτή τους η διάθεση με ευχαριστεί, δείχνει ότι η καλή δουλειά εκτιμάται, ότι ο κόσμος θέλει να βγάζει ποιοτικό ήχο. 

Έχω την πολυτέλεια να μάθω πράγματα για τις ρίζες μου δουλεύοντας, να ξέρω από που βαστάω.

Με κράτησε στη δουλειά ότι το εργαστήρι με συνδέει με ανθρώπους από την οικογένειά μου που δεν έχω γνωρίσει, το ότι ακούω πράγματα για τον παππού μου, από το πως θα χειριζόταν εκείνος το μπουζούκι μέχρι ιστορίες με τη Σωτηρία Μπέλλου και εκείνον να πίνουν μπύρες σε αυτό τον χώρο. Ή την αντίδραση του όταν ένας ηλεκτρολόγος μπήκε σπίτι και του χάλασε τα καμάρια ενός οργάνου που είχε αφήσει στο πάτωμα για να στεγνώσουν. 

Έχω ένα μελλοντικό σχέδιο: Θέλω να αρχίσω να φτιάχνω κλασικές κιθάρες και να ανοίξω ένα εργαστήριο στη Νέα Υόρκη. Ιδανικά θα ήθελα να δουλεύω και στο εδώ μαγαζί και να πηγαινοέρχομαι. Αν και διεθνές, πρόκειται για ένα όργανο συνδεδεμένο με την Ισπανία και την Ανδαλουσία όπου υπάρχουν πολλά ιστορικά εργαστήρια και κορυφαίοι κατασκευαστές. Θέλω λοιπόν να βρεθώ σε αυτή τη Μέκκα της κλασικής κιθάρας και να μάθω τις δικές τους παραδοσιακές τεχνικές για τις οποίες και φημίζονται. Δεν ξέρω πότε και πώς, αλλά είναι ένα ταξίδι που ονειρεύομαι να κάνω. 

Μουσικά Όργανα Τσακιριάν, Αριστοτέλους 5, Πλατεία Βάθης, Αθήνα. Τηλ: 2105220407
POP TODAY
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2024 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.