Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΕΞΟΔΟΣ

Πήγαμε Κινέττα Ραντεβού στον Ήλιο με Πλωμάρι

Υπάρχει μια τέλεια συνταγή για ραντεβού με φίλους και εμείς σας αποκαλύπτουμε όλα τα συστατικά της.

Πήγαμε Κινέττα Ραντεβού στον Ήλιο με Πλωμάρι!

Αν σας ακούγεται υπερβολή το ότι η Ελλάδα είναι η ωραιότερη χώρα στον κόσμο, τότε μάλλον έχετε καιρό να πάτε για ουζάκι μια ηλιόλουστη ημέρα της Άνοιξης. Αυτός ακριβώς ο ελληνικός ήλιος ήταν που στάθηκε αφορμή να ξεσηκώσω τους φίλους μου μια Κυριακή για Πλωμαράκια δίπλα στην θάλασσα. 

Πάμε Κινέτα; Θα είμαι ειλικρινής, οι φίλοι μου δεν ενθουσιάστηκαν και πολύ που άρχισα τα τηλέφωνα στις 9 το πρωί γιατί δεν ήθελα να χάσω στιγμή από την μέρα μου, αλλά εγώ δεν πτοήθηκα. Τους υποσχέθηκα ότι θα τα κανόνιζα όλα εγώ, εκείνοι το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να έρθουν. Δεν θα χρειαζόταν ούτε καν να οδηγήσουν. Αυτό βέβαια, στην αρχή δεν τους πολυάρεσε, αφού τρόμαξαν πως θα χρειαζόταν κυριακάτικα να στριμωχτούν σε λεωφορεία, αλλά φρόντισα να ξεκαθαρίσω γρήγορα, πως θα πηγαίναμε με τον Προαστιακό, που και άνετος είναι και γρήγορος είναι και βλέπεις και ωραία διαδρομή. Α, επίσης τους υποσχέθηκα πως εκεί που θα πηγαίναμε θα είχε και ούζο Πλωμάρι. 

Μπορεί ο ενθουσιασμός να μην είχε κάνει ακόμα αισθητή την εμφάνιση του, δεν μου χάλασαν χατίρι όμως. Φόρεσαν τα πιο ανοιξιάτικα τους ρούχα, έβαλαν μεγάλα γυαλιά, για να κρύβεται το ξενύχτι της προηγούμενης βραδιάς και ένας ένας άρχισαν να καταφθάνουν. Κάπως έτσι, συναντηθήκαμε στις 10:30 στον Σταθμό Λαρίσης για να πάρουμε τον συρμό που θα ερχόταν σε λίγο και θα μας μετέφερε στην Κινέτα, όπου μας περίμενε ο ήλιος, η θάλασσα και τα ταβερνάκια με τα μεζεδάκια και τα πλωμαράκια. Οι φίλοι μου που μέχρι πριν λίγο ήταν κατσούφηδες, είχαν αρχίσει να χαμογελούν. Σε όλη την διαδρομή τα αστεία έδιναν και έπαιρναν, ενώ όσο βγαίναμε από την Αθήνα, στο πλάι μας είχαμε την θάλασσα που μας προσκαλούσε κοντά της. Λίγο-λίγο ξεχνούσαν τα νεύρα που μου είχαν και άρχισαν ένας-ένας να μου εξιστορούν τα κατορθώματα του Σαββάτου, αλλά και να μου λένε τα όσα θέλουν να φάνε παρέα με το Πλωμάρι τους. Εγώ δεν έφερα αντίρρηση σε κανέναν. Ήμουν αποφασισμένη να μην τους χαλάσω χατήρι, αφού και εκείνοι δεν χάλασαν σε εμένα.

Η διαδρομή μέχρι την Κινέτα τα έχει όλα. Έχει Αθήνα, αφού περνάς από αρκετές γειτονιές της, έχει λίγο βουνό από την μια μεριά και μπόλικη θάλασσα από την άλλη. Η ίδια η Κινέτα έχει μια γλυκιά μελαγχολία. Θυμίζει μια Ελλάδα λίγο περασμένων δεκαετιών, σαν αυτή που βλέπουμε στις ταινίες. Κολλημένη κάπου ανάμεσα στο ’60 και το ’80, φαίνεται ότι έχει περάσει εποχές μεγάλης δόξας και πως τώρα απλά ξαποσταίνει μέχρι να τις ζήσει και πάλι. Πολλοί από τους μόνιμους κατοίκους της, αποφάσισαν να αφήσουν την πόλη και να κάνουν τα εξοχικά τους, κύριες κατοικίες, ενώ τα τελευταία χρόνια την επιλέγουν και νέοι που θέλουν να ζήσουν μακριά από την Αθήνα, αλλά όχι και πολύ μακριά της.

Η μέρα θύμιζε πιο πολύ Καλοκαίρι, οπότε μόλις κατεβήκαμε από το τρένο κινήσαμε για την παραλία, όπου οι πιο θαρραλέοι βούτηξαν και τα πόδια τους. Κάναμε μια βόλτα για να θαυμάσουμε την αρχιτεκτονική του ’70 και του ’80, χαζέψαμε τους παππούδες που έπιναν ελληνικό στις βεράντες και φυσικά βγάλαμε μπόλικες φωτογραφίες. Κάπου εκεί ήταν που κάποιοι από εμάς συνειδητοποίησαν πόσο σημαντικές είναι αυτές οι εκδρομές που μας περνούν μακριά από την βουή της πόλης και μας εναποθέτουν στην αγκαλιά της φύσης. Ξαναγίναμε για λίγο παιδιά. Τρέξαμε, κυνηγηθήκαμε και αν θυμάμαι και καλά, κάποιος πρότεινε να παίξουμε κρυφτό, αλλά συμφωνήσαμε πως είμαστε μάλλον πολύ μεγάλοι για κάτι τέτοιο.

Επειδή όμως, για να μην γελιόμαστε, κινητήρια δύναμη του ταξιδιού αυτού ήταν το ούζο και οι μεζέδες του, δεν αργήσαμε να πάμε προς τα ταβερνάκια. Διαλέξαμε εκείνο που ήταν πιο κοντά στην ακρογιαλιά και το πρώτο που ακούστηκε από το στόμα μας ήταν «Πιάσε δυό Πλωμάρι και πάγο». Τα πρώτα πλωμαράκια ήρθαν γρήγορα και σιγά-σιγά άρχισαν να φτάνουν και τα τηγανητά καλαμαράκια, το ψητό χταπόδι, η φάβα, τα αχνιστά μύδια που μας έσπασαν την μύτη, μια πιατέλα με τηγανητό γαυράκι και μια γαριδομακαρονάδα που κατάφερε να χορτάσει 6 άτομα. Φυσικά, όσο καταβροχθίζαμε όλα αυτά, το ούζο πήγαινε κι ερχόταν στο τραπέζι μας, γιατί αν έχει ήλιο, θάλασσα και μεζέδες, τότε η στιγμή το τραβάει το Πλωμάρι. 

Μην σας τα πολυλογώ, συμπληρώσαμε πεντάωρο στην ταβέρνα και το τι είπε το στόμα μας, θέλει ένα άρθρο από μόνο του για να περιγραφεί. Αυτό που έχει σημασία είναι πως μια εκδρομή που ξεκίνησε σχεδόν με το ζόρι, επειδή οι φίλοι μου με αγαπάνε και είπαν να μην μου χαλάσουν χατίρι, κατέληξε να είναι το highlight του μήνα μας. 

Οπότε να ξέρετε κι εσείς, ένα πετυχημένο ραντεβού με την παρέα μας πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει: καλή, χαλαρή παρεΐστικη διάθεση,  ήλιο που έχουμε μπόλικο στην Ελλάδα, θάλασσα που και από αυτήν έχουμε μπόλικη, νόστιμους μεζέδες και φυσικά άφθονα Πλωμαράκια. 

Λίγα πράγματα που αξίζει να ξέρετε για το Ούζο Πλωμαρίου

Η ιστορία του Ούζου Πλωμαρίου Ισιδώρου Αρβανίτου ξεκινά το 1894 με την περίφημη συνταγή του ιδρυτή του. Ο Ισίδωρος Αρβανίτης, ένας επίμονος και τελειομανής Πλωμαρίτης, είχε όραμα να δημιουργήσει το καλύτερο ούζο στον κόσμο. Αποστάζοντας αρωματικούς σπόρους και βότανα της Λέσβου, μαζί με αρωματικά που αναζήτησε στην άλλη άκρη της γης, ο Ισίδωρος Αρβανίτης, δημιούργησε το μοναδικό και περίφημο Ούζο Πλωμαρίου, που διατηρεί μέχρι σήμερα αναλλοίωτη την ποιότητα και τη γεύση του. Μία γεύση που φέρνει την παράδοση στο σήμερα, ένα ποτό καθαρό σαν το κύμα του Αιγαίου.

Γλυκόπιοτο και σπιρτόζικο, αρωματικό και φίνο, δροσερό και παρεΐστικο, το Ούζο Πλωμαρίου σύντομα έγινε το ουζάκι της καρδιάς μας: το Πλωμαράκι μας!  Όπου κι αν το δοκιμάσεις, σήμερα στην Κινέττα, αύριο σπίτι σου, μεθαύριο κάπου σε όλη την Ελλάδα, είναι σίγουρο ότι, με την πρώτη γουλιά,  το Ούζο Πλωμαρίου σου δίνει τη βεβαιότητα ότι έχει γεννηθεί μέσα στην ελληνική ψυχή και θα είναι πάντα το Πλωμαράκι σου, το Πλωμαράκι της Παρέας,το Πλωμαράκι μας! 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2021 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.