ΣΙΝΕΜΑ

Φτάνει μια ακόμα εντυπωσιακή μεταμόρφωση του Κρίστιαν Μπέιλ για να γίνει το “Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία” εύστοχη πολιτική βιογραφία;

Ο Άνταμ Μακ Κέι ("The Big Short") σκηνοθετεί ισοπεδωτικά και θυμωμένα τη ζωή του Ντικ Τσέινι, του ανθρώπου που έφτασε να γίνει «Πρόεδρος στην σκιά του Προέδρου Μπους». Ομως μετά από 2.5 ώρες το ερώτημα για το που απευθύνεται, παραμένει αναπάντητο.

Υπάρχει μια έξυπνη σάτιρα κάτω από την ισοπεδωτική αντι-βιογραφία του Άνταμ Μακ Κέι για τον Ντικ Τσένεϊ, Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία (χμμμ μακάρι να υπήρχε μια ελληνική λέξη για τον αμέσως επόμενο από τον Πρόεδρο, τι κρίμα που δεν υπάρχει), αλλά είναι θαμμένη κάτω από τους τόνους μακιγιάζ των πρωταγωνιστών, την ιστορική οργή και τα δεκάδες αφηγηματικά τρικ που υποκαθιστούν το πραγματικό χιούμορ. Η αργή, αλλά σταθερή ανέλιξη του νεαρού αλκοολικού που παράτησε το Γέιλ, έγινε μαθητευόμενος στο Λευκό Οίκο του Νίξον και μετά από δεκαετίες υπομονής και στρατηγικής σκέψης κατέληξε πανίσχυρος Αντιπρόεδρος (σόρι, «δεύτερος στην ιεραρχία») στο Λευκό Οίκο του νεότερου Μπους δεν αποτελεί μια βαρετή ιστορία και η αφήγησή της από τον Μακ Κέι, που υπογράφει και το σενάριο, δεν συνεπάγεται μια βαρετή ταινία. Ειδικά αν μαζί με το κοκτέιλ σκοτεινού, κυνικού πολιτικού παρασκηνίου, σας αρέσουν και οι μεταμφιέσεις διάσημων σταρ όπως ο Κρίστιαν Μπέιλ (που καθόταν καθημερινά για 5 ώρες στην καρέκλα του μακιγιάζ για να μεταμορφωθεί σε Τσένεϊ), η Έιμι Άνταμς (θα της φέρει άραγε οσκαρικό γούρι η παλιομοδίτικη περούκα της Λιν Τσένεϊ;) και ο Σαμ Ρόκγουελ (που απέχει μια ψεύτικη μύτη από τον Τζορτζ Μπους Τζούνιορ).

Η τεράστια επιρροή και συγκεντρωτική δύναμη του Τσένεϊ, που ουσιαστικά τον μετέτρεψαν σε Πρόεδρο στη σκιά του Προέδρου, δίνουν πρόσφορο έδαφος στον Μακ Κέι να επεκτείνει το οπλοστάσιο εξυπνακίστικων τεχνικών που τέσταρε στο Μεγάλο Σορτάρισμα, με αποτέλεσμα η ταινία να είναι γεμάτη προφανείς οπτικές αναφορές, έναν ενοχλητικό αφηγητή του οποίου η ταυτότητα είναι η πιο WTF «ανατροπή» της ταινίας, έναν σαιξπηρικό διάλογο (που ο αφηγητής έχει προαναγγείλει), ένα τολμηρό faux φινάλε με τίτλους τέλους «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» στη μέση της ταινίας και άλλα κόλπα που προδίδουν περισσότερο μια διάθεση ξεσπάσματος παρά σατιρικής αποδόμησης.

Έιμι Άνταμς και Κρίστιαν Μπέιλ… κι όμως ζεύγος Τσέινι

Φυσικά είναι σχεδόν βλασφημία να αμφισβητούμε την ικανότητα του Μακ Κέι για «πραγματικό χιούμορ», αφού πρόκειται για τον άνθρωπο που (μαζί με τον Τζαντ Άπαταου) έβαλε καθοριστική σφραγίδα στην αμερικάνικη κωμωδία τον 21ο αιώνα: μετά την αποφοίτησή του από το Saturday Night Live, υπέγραψε τα πιο quotable classics της γενιάς μας Anchorman, Talladega Nights: The Legend of Ricky Bobby και Step Brothers (κωμωδίες με τον Γουίλ Φέρελ που ποτέ δεν είχαν κινηματογραφική διανομή στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να κάνουμε μια οργισμένη ταινία γι’αυτό), συνίδρυσε το FunnyOrDie.com και βοήθησε να βρουν το δρόμο τους στη μικρή οθόνη οι πάντες από τον Κένι Πάουερς ως το Drunk History. Το 2015 έκανε την πρώτη σημαντική στροφή του στο «σοβαρό» σινεμά με το Μεγάλο Σορτάρισμα, μια meta εξήγηση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Αμερική, που υπεραπλούστευε περίπλοκους οικονομικούς όρους με ευρήματα όπως η εξήγησή τους από διασημότητες (η Μάργκο Ρόμπι σε μια μπανιέρα γεμάτη αφρό, η Σελένα Γκόμεζ στο καζίνο) και που χάρισε Όσκαρ σεναρίου στον Μακ Κέι.

Δεν είναι σαφές το σε ποιον απευθύνεται η ταινία: Στους ομοϊδεάτες χολιγουντιανούς φίλους του; Στην «ελίτ των δύο ακτών»; Στη μέση Αμερική; Ή σε κάποιο θεατή από οποιοδήποτε άλλο μέρος του πλανήτη που θα αναφωνήσει «κοίτα ρε φίλε τι γίνεται στην Αμερική»;

Στο Vice, που σε αντίθεση με την προηγούμενη ταινία του αφορά αληθινές προσωπικότητες παγκοσμίου φήμης, υπεραπλουστεύει την πρόσφατη αμερικάνικη ιστορία καταδεικνύοντας έναν μόνο άνθρωπο ως υπεύθυνο για όλα τα δεινά που υπέστη κι ακόμα πληρώνει η χώρα – ο Τσένεϊ είναι ένας εντυπωσιακός αλλά επιφανειακός supervillain σε μια ταινία που ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στο πολιτικό ψευδο-ντοκιμαντέρ, την παρωδία και το νευρικό κλονισμό του δημιουργού της. Στην ευθεία γραμμή που τραβάει από τις μέρες του Νίξον ως τις μέρες του Μπους και του Τραμπ (προσπερνώντας όχι μόνο την 8ετία Ομπάμα, αλλά και τη σύνδεση του Τσένεϊ με τη Halliburton, το κλειδί για πολλά από τα γεγονότα που παρατίθενται), η ταινία ισοδυναμεί με τη θυμωμένη ανάγνωση ενός infographic ή ενός thread στο Twitter παρά με ένα περίπλοκο πορτρέτο μιας διεφθαρμένης αλλά αινιγματικής (ως προς τα κίνητρα και το χαρακτήρα) προσωπικότητας.

Άλλη μια οβιδιακή μεταμόρφωση του Κρίστιαν Μπέιλ

Βέβαια ο Μακ Κέι δικαιολογείται γιατί είχε τα νεύρα του με την κυβέρνηση Μπους από τις μέρες του στο SNL, όταν βοήθησε τον Φέρελ να τελειοποιήσει τη μίμησή του (που στη συνέχεια μετέφεραν ως one man show στο Μπρόντγουεϊ με τίτλο You’re Welcome America. A Final Night With George W. Bush). Το βαθύ του μίσος για τις συντηρητικές κυβερνήσεις ξεχειλίζει από κάθε πλάνο του Vice, όμως εκεί που ελπίζεις για έναν πολιτικό Λύκο της Γουόλ Στριτ, έρχεσαι συνεχώς αντιμέτωπος με έναν λίγο πιο χιπ Όλιβερ Στόουν. Δεν είναι σαφές το σε ποιον απευθύνεται η ταινία: στους ομοϊδεάτες χολιγουντιανούς φίλους του σκηνοθέτη και του καστ που δεν θα τους ξεχάσουν όταν έρθει η ώρα των βραβείων; Στην «ελίτ των δύο ακτών» που θα κάνει με πάθος high five στον εαυτό της σχετικά με το πόσο δίκιο είχε για τους Ρεπουμπλικάνους; Στη μέση Αμερική που θα της κουνήσει το δάχτυλο για τη χαζομάρα της; Ή σε κάποιο θεατή από οποιοδήποτε άλλο μέρος του πλανήτη που θα αναφωνήσει «κοίτα ρε φίλε τι γίνεται στην Αμερική» πριν επιστρέψει στα δικά του, πιο επείγοντα προβλήματα;

Όπως υποθέτει η ταινία για περίπου 2,5 ώρες, δεν είμαστε αρκετά έξυπνοι ούτε για αυτή την απάντηση.

Η ταινία Vice: O Δεύτερος στην Ιεραρχία κυκλοφόρησε στις 27/12 σε διανομή της Odeon.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.