ΘΕΑΤΡΟ

Tip για θεατρόφιλους: δύο εξαιρετικές παραστάσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Προλαβαίνετε!

Έντουαρντ Άλμπι και Νίνα Ρέιν, «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια;» και «Φυλές». Παίζονται ακόμη για λίγες ημέρες στην Αθήνα, ανεβαίνουν μετά στη Θεσσαλονίκη. Η Όλγα Σελλά δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της για αμφότερες και τις δύο (sic).

Δύο παραστάσεις, πολύ διαφορετικές, αλλά με πολλά κοινά στοιχεία. Και οι δύο μας γνώρισαν πολύ ενδιαφέροντα κείμενα (με εντελώς άλλη θεματολογία το καθένα), και οι δύο είχαν εύρρυθμο σκηνικό αποτέλεσμα και θαυμάσιες ερμηνείες, και οι δύο παρατείνονται για μετά το Πάσχα στην Αθήνα, και οι δύο ταξιδεύουν για λίγες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη. Επίσης και στα δύο έργα μία κεντρική ήρωίδα έχει το όνομα Σύλβια!

Πρόκειται για τις «Φυλές» της Νίνα Ρέιν που παρουσιάζεται στο θέατρο «Σταθμός» σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά και για το τελευταίο έργο του Εντουαρντ Αλμπι με τίτλο «Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια;» που παρουσιάζεται στο θέατρο «Θησείον» σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη.

Η συγγραφέας του έργου «Φυλές», η 45χρονη Νίνα Ρέιν, είχε κι έμοιασε. Η μητέρα της ήταν ανιψιά του Μπορίς Παστερνάκ και η ίδια βαφτιστήρα του Τζούλιαν Μπαρνς. Ε, είτε από το DNA είτε από το λάδι, το ταλέντο βλάστησε. Στις «Φυλές» παρουσιάζει μια μεσοαστική οικογένεια, με σπουδές, με αισθητική, με αναζητήσεις πέραν του μέσου όρου. Ο πατέρας Κρίστοφερ, ένας άνθρωπος που καταφεύγει στην αύξηση της γνώσης του, επιτίθεται στη συμβατικότητα και παραβλέπει ό,τι συμβαίνει μέσα στο σπίτι του, η μητέρα Μπεθ, τρυφερή αλλά άβουλη, και τα τρία παιδιά: ο Ντάνιελ, η Ρουθ και ο Μπίλι, που είναι κωφός εκ γενετής. Μια ανταγωνιστική οικογένεια, στην οποία, παρά το πιάνο, τις σπουδές και τα γαλλικά, επικρατούν οι φωνές και οι καβγάδες.. Δυο γονείς που αρνούνται να αποδεχθούν την πάθηση του γιου τους και το υποχρεώνουν να μάθει να διαβάζει τα χείλη. Το έχει θεωρητικοποιήσει άλλωστε ο πατέρας Κρίστοφερ: «αν δεν έχουμε λέξεις, δεν μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας». Ετσι, διαβάζοντας τα χείλη των άλλων ο Μπίλι μπορεί να «ακούει» και μιλάει μ’ εκείνον τον άχρωμο ήχο των ανθρώπων που δεν μπορούν να ακούσουν.

Το κείμενο της Νίνα Ρέιν αρχικά μας παρουσιάζει, με χιούμορ, με έξυπνες και εύστοχες ατάκες, την καθημερινότητα αυτής της οικογένειας, τις παθογένειες ανθρώπων που δεν ξέρουν να δείξουν το συναίσθημά τους. Ο μόνος που έχει συναίσθημα από την οικογένεια που τρώει στο ίδιο τραπέζι, είναι ο Μπίλι.  Μέχρι που στη ζωή του Μπίλι παρουσιάζεται ένα κορίτσι, η Σύλβια, η οποία σιγά σιγά χάνει την ακοή της, λόγω μιας οικογενειακής κληρονομικής πάθησης. Τον φέρνει σ’ επαφή με άλλους κωφούς, αρχίζει να μαθαίνει τη νοηματική γλώσσα, και βρίσκει δουλειά μέσω του τρόπου που επικοινωνούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή: προσλαβάνεται για να διαβάζει τα χείλη από βίντεο χωρίς ήχο. Και είναι εκείνη που βοηθάει τον Μπίλι να απελευθερωθεί και να διεκδικήσει ευθέως την ετερότητά του τόσο στη ζωή του όσο και μέσα στην οικογένειά του. Η σύγκρουση είναι πια αναπόφευκτη στην οικογένεια. Αποκαλύπτονται πολλά, μέσα από τις «λέξεις» που αρθρώνει το κάθε μέλος της οικογένειας, τις ουσιαστικές λέξεις, εκείνες που πληγώνουν και πονάνε. Και εντέλει ακούγονται. 

Κι αν ο Μπίλι βρίσκει τη «φωνή» του και διεκδικεί τα δικαιώματα της ετερότητάς του, η Σύλβια είναι στο μεταίχμιο. Ξέρει πώς είναι το πριν, γνωρίζει για το μετά, το φοβάται. Είναι ο πιο τραγικός ρόλος τον οποίο απέδωσε μοναδικά η Βασιλική Τρουφάκου. Η Σύλβια έχει μάθει να ακούει, και ξέρει ότι θα βρεθεί στον κόσμο αυτών που δεν ακούνε. Είναι ο άνθρωπος που από τη μία «φυλή» θα βρεθεί στην άλλη. Εχει το θλιβερό προνόμιο της γνώσης. 

Ο Τάκης Τζαμαργιάς καθοδήγησε με ρυθμό την παράσταση, μετέδωσε την κλιμάκωση του έργου, μας χάρισε ένα θαυμάσιο αποτέλεσμα και μία από τις πιο συγκινητικές και ουσιαστικές παραστάσεις της σεζόν. Με τη συμβολή όλων των συντελεστών. Και πρωτίστως των ηθοποιών, που όλοι ανταποκρίθηκαν στις αποχρώσεις του κειμένου με ευαισθησία και διορατικότητα. Του άδειου από ενσυναίσθηση πατέρα Κρίστοφερ (Μανώλης Μαυροματάκης), της τρυφερής αλλά διακοσμητικής μητέρας Μπεθ (Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη), και των παιδιών, που σε μια διαρκή εφηβεία διαρκώς συγκρούονται, έως ότου ενηλικιωθούν: του Ντάνιελ (Δημήτρης Κουρούμπαλης) και της Ρουθ (Ελένη Μολέσκη). Ο Μάνος Καρατζογιάννης απέδωσε τον Μπίλι με βουβό πάθος, με τρυφερότητα, με απέραντη ευαισθησία. 

Info
Μετάφραση: Έρι Κύργια,  Σκηνοθεσία:Τάκης Τζαμαργιάς, Σκηνικά – Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου, Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, Μουσική επιμέλεια & Πρωτότυπη Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης, Σύμβουλος δραματουργίας: Ελένη Μολέσκη, Επιστημονικός σύμβουλος: Κωνσταντίνος Σαμαράς
Ερμηνεύουν: Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Μανώλης Μαυροματάκης, Δημήτρης Κουρούμπαλης, Μάνος Καρατζογιάννης, Βασιλική Τρουφάκου, Ελένη Μολέσκη.
Παραγωγή: Lead-in-Arts ΑΜΚΕ,
Θέατρο Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο, στάση Μετρό Μεταξουργείο). 
Εξτρα παραστάσεις στην Αθήνα: 2, 3 και 5 Μαΐου στις 9μ.μ. 
Μετά η παράσταση θα ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη, και θα παρουσιαστεί στο θέατρο «Αμαλία» στις 16, 17, 18 και 19 Μαΐου.

«Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια;»

Πόσο χειρότερα μπορεί να είναι τα πράγματα σ’ ένα ζευγάρι από εκείνο το φρικτό ξεγύμνωμα και μαστίγωμα της Μάρθας και του Τζωρτζ στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Εντουαρντ Αλμπι; Ο ίδιος συγγραφέας με το τελευταίο έργο του, γραμμένο το 2000, έχοντας ασφαλώς πολλά κέφια και πολλή έμπνευση καθώς το έγραφε, πήρε τον πυρήνα της ιστορίας της Μάρθας και του Τζωρτζ και έδειξε, με τον τρόπο του παραλόγου, μία ακόμη σχέση που έμοιαζε ανθηρή, ένα ακόμα ζευγάρι που δεν μιλούσε ειλικρινά. Φτάνοντας την ιστορία του, αυτή τη φορά, μέχρι τα άκρα. Αφού ο Μάρτιν, ένας επιτυχημένος επαγγελματίας, που ζει αρμονικά με τη γυναίκα του τη Στήβη, ερωτεύεται τη Σύλβια, η οποία όμως είναι… γίδα!!! Ο καλύτερός του φίλος, ο Ρος, στον οποίο εμπιστεύεται το μυστικό, το μεταφέρει στη γυναίκα και στο γιο του Μάρτιν, πιστεύοντας ότι ο φίλος του δεν είναι καλά. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινούν σπαρταριστές σκηνές, απελπισίας, μαύρου χιούμορ, επιθετικότητας, κακότητας, εκδίκησης και βαθιάς τρυφερότητας ανάμεσα στο ζευγάρι και την τριμελή οικογένεια. Η τέλεια οικογένεια και το γκρέμισμά της, τα όρια, οι σχέσεις, οι αναζητήσεις μέσα στις σχέσεις, η απιστία, το κοινωνικά αποδεκτό παραστράτημα, τα ψέματα που λέμε στους άλλους αλλά κυρίως στον εαυτό μας. Ολα αυτά φώτισε με τον τρόπο της θεατρικής ο Εντουαρντ Αλμπι σ’ αυτό το κείμενο. 

Δεν εξιστορείται αυτή η ιστορία. Την απολαμβάνει κανείς επί σκηνής. Κι άλλοτε γελάει, άλλοτε συγκινείται, άλλοτε εκπλήσσεται. Διαρκώς εκπλήσσεται. Ο Νικορέστης Χανιωτάκης, ένα πολύ νέο παιδί, που μετέφρασε και σκηνοθέτησε το έργο του Εντουαρντ Αλμπι, μετέφερε, και μέσω της σκηνοθεσίας και μέσω της μετέφρασης, το ύφος, το χιούμορ (απολαυστικές οι σημειολογικές παρατηρήσεις του Μάρτιν σε στιγμής απόλυτης καταστροφής και τρέλας), τον ρυθμό, τις ατάκες. Η Αρετή Μουστάκα (σκηνικά-κοστούμια) έκλεισε, επιτυχώς σ’ ένα διάφανο μεγάλο κουτί την φαινομενική ευτυχία του ζεύγους, κάνοντας ορατές και τις φαινομενικά ευτυχισμένες στιγμές και το -κυριολεκτικά- γκρέμισμά τους. Και οι τέσσερις ηθοποιοί της παράστασης μετέφεραν κάθε πτυχή, κάθε ρωγμή, κάθε ειρωνεία, κάθε απελπισία, κάθε αγωνία των τεσσάρων ηρώων. Ο Νίκος Κουρής που δεν βγήκε στιγμή από εκείνο το διάφανο κουτί, ήταν ο ευτυχισμένος οικογενειάρχης που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τη νέα κατάσταση της ζωής του, ο απελισμένα ερωτευμένος, ο αδύναμος. Η Λουκία Μιχαλοπούλου ήταν η ψύχραιμη σύζυγος, που ξέρει τα ελαττώματα του «μεγάλου παιδιού» που αγάπησε, αλλά δεν μπορεί να φανταστεί αυτό που συμβαίνει, και τότε διεκδικεί, προστατεύει, εκδικείται. Αλλοτε με θυμό, κι άλλοτε με θυμοσοφία σπαρακτική. Αν είχα δει νωρίτερα την παράσταση θα ήταν ασφαλώς και ο Νίκος Κουρής και η Λουκία Μιχαλοπούλου στις καλύτερες ερμηνείες της χρονιάς. Αναμφίβολα, τις προσθέτω. Ο Γιάννης Δρακόπουλος μεταφέρει εύστοχα το χιούμορ που περιέχει και μεγάλες δόσεις κυνισμού σε μια πολύχρονη φιλία, αλλά και την αγωνία για τις επιλογές του φίλου του. Αυτή τη φορά το ζευγάρι έχει πραγματικό παιδί, τον Μιχαήλ Ταμπακάκη, που ερμηνεύει τον έφηβο γιο, ο οποίος παρακολουθεί με φόβο και θυμό το γκρέμισμα της ασφάλειας του οικογενειακού περιβάλλοντος. 

Ενα έργο-έκπληξη, μια παράσταση απόλαυση. 

Info
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης. Σκηνικά – Κοστούμια:Αρετή Μουστάκα. Πρωτότυπη μουσική-Επιμέλεια Ήχων: Γιάννης Μαθές. Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα. Φωτογραφίες:Αγγελική Κοκκοβέ
Παραγωγή:Μυθωδία
Παίζουν: Νίκος Κουρής, Λουκία Μιχαλοπούλου, Γιάννης Δρακόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης
Θησείον, Ένα Θέατρο για τις Τέχνες (Τουρναβίτου 7, Ψυρρή). 
Εξτρα παραστάσεις στην Αθήνα: 2, 3, 4 και 5 Μαΐου στις 9μ.μ.
Μετά η παράσταση θα μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Αμαλία» στις 9, 10, 11, και 12 Μαΐου στις 9.15μ.μ.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.