Στην παράλληλη με τους θεατές σκηνή του νέου Κυψελιώτικου Θεάτρου ΑΡΚ, μια ψιλόλιγνη φιγούρα διασχίζει τα μέτρα με νευρωτική χάρη και εύπλαστο ταπεραμέντο. Κομμάτι μιας παράστασης που ήδη συζητιέται ως μια από τις σπουδαίες, ως μια από αυτές που καλό θα ήταν να έχεις δει πριν κλείσει η αγκαλιασμένη ανέλπιστα από μιλιούνια κόσμου θεατρική αυτή σεζόν, ο Μιχάλης Βαλάσογλου είναι έτοιμος να ξεδιπλώσει στην επόμενη μιάμιση ώρα μια ερμηνεία μεγάλης ακρίβειας και βαθιάς εσωτερικής πάλης.

Τον Μιχάλη δεν τον ήξερα. Κακώς. Δεν είχα καταφέρει να δω και την Φάρμα των Ζώων, σε σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη επίσης, στην οποία από ότι έμαθα μεγαλουργούσε (και πάλι). Τον είχα δει όμως στο τηλεοπτικό «Σώσε με» του Ant1. Χωρίς να το καταλάβω. Η χαρακτηριστική του παρουσία στον ρόλο ενός δασκάλου με ένοχα μυστικά στα χωριά της Ροδόπης γλιστρά από την κεντρική σκηνή της μνήμης, η εικόνα του σε αυτό, καμία σχέση δεν έχει με τη φιγούρα που βλέπεις στο πλευρό του Αρτούρο, μια εικόνα που φλερτάρει τίμια με τον Arthur Shelby από το τηλεοπτικό Peaky Blinders («αγνώριστα» έπαιζε επίσης και στο πρώτο ELENIT του Ευριπίδη Λασκαρίδη, κάτω από την ελαστική μάσκα ενός γέροντα).

Αν του επισημάνεις την «ομοιότητα» με τον τηλεοπτικό χαρακτήρα, το πρώτο που θα σου πει με αυτό το ζεστό χαμόγελο που συχνάζει στο πρόσωπο του είναι πως το «ακούει» και το δεύτερο, την αδυναμία που έχει σε ότι κάνει ο Tom Hardy, αυτόν που σαρώνει επίσης ό,τι βρει στο Βρετανικό αυτό έπος. Απόψε, που είναι Σάββατο, έχει διπλή παράσταση. «Μια χαρά βγαίνει. Με ηλεκτρολύτες ενδιάμεσα, αλμυρά, και στήριξη από τους συναδέλφους. Μπορεί να είναι μια παράσταση σχεδόν μιάμισης ώρας, αλλά από άποψη κατανάλωσης ενέργειας είναι σαν τρίωρη. Είναι ένα ορμητικό ποτάμι. Πατάς μια φορά το on με το που θα ξεκινήσεις και το αφήνεις να σε πάει. Είναι πράγματι πολύ ορμητικό ανά στιγμές. Και πολύ βίαιο».

Μιχάλης Βαλάσογλου

Μια συζήτηση μαζί του κρύβει πολλές εκπλήξεις. Στην οποία, όπως ανακαλύπτεις γρήγορα, για αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις. Φιλολογία, θεατρική μάσκα, σύγχρονος χορός, βυζαντινή μουσική, ζωγραφική, θέατρο. Πολλές ιστορίες, πολλές αλλαγές, ωραίες φράσεις που γεννούν εικόνες. Ας τις βάλλουμε όμως στη σειρά, ξετυλίγοντας το κουβάρι:

Ποιος είσαι Μιχάλη Βαλάσογλου; «Ξεκίνησα πριν δεκαπέντε χρόνια εξ αντανακλάσεως να ασχολούμαι με το θέατρο. Πρώτα ξεκίνησα με τη μουσική. Μικρό παιδί. Την ίδια περίοδο που είχε μπει και ο αθλητισμός στη ζωή μου, οργανωμένα μέσα από συλλόγους, ποδόσφαιρο, μπάσκετ, πυγμαχία. Αλλά αυτό δεν κράτησε. Στην εφηβεία μου πίστευα πως θα γίνω φιλόλογος, είχα κι αυτή τη μεγάλη αγάπη για τη λογοτεχνία και την ποίηση. Το προσπάθησα. Έδωσα στον ΑΣΕΠ, πέρασα, ήμουν ένας από τους περήφανους επιτυχόντες του 2008. Δεν προχώρησε. Προσπάθησα και με ιδιαίτερα και με φροντιστήρια, αλλά ούτε κι αυτά κάθισαν. Για ένα διάστημα έγραφα και πτυχιακές εργασίες επί πληρωμή. Αλλά είχα ήδη αρχίσει να απομακρύνομαι από τη σχολή, από αυτό που έβλεπα σιγά σιγά να ξεδιπλώνεται στα μαθήματα. Από κάποιο σημείο και μετά είχαμε γίνει χειρουργοί, ανατόμοι της λέξης, πηγαίναμε από το κείμενο στην παράγραφο, στην πρόταση, στη λέξη, στη συλλαβή, στο γράμμα. Είχα χάσει τη μεγάλη εικόνα που με είχε αρχικά γοητεύσει. Κι όταν άρχισε να φθίνει αυτό μέσα μου, ανακάλυψα τον χορό». Ήταν εικοσιένα και θα ετοιμαζόταν όπως λέει και ο ίδιος να κάνει μια μεγάλη ανακάλυψη. «Τον χορό τον ξεκίνησα μεγάλος. Είκοσι ενός. Σαν μια ενασχόληση για μετά τη δουλειά. Σύγχρονο. Release, Limon, Graham. Ξύλο. Πολύ ξύλο. Και απερίγραπτη χαρά. Κάθε μέρα στο στούντιο. Δοκίμασα και κλασσικό κάποια στιγμή εκεί γύρω στα εικοσιπέντε και δεν πηγαίναν τα ισχία μου με τίποτα. Ούτε με τάμα».

Είναι η εποχή που ήταν παράλληλα καθηγητής; «Εγώ τότε είχα ξεκινήσει να εργάζομαι στο περιοδικό «Διαβάζω» στο οποίο ήμουν και ο μοναδικός έμμισθος εργαζόμενος. Δούλευα σαν γραμματέας, συντονιστής, συντάκτης, επιμελητής, διορθωτής. Μετά τα σερβιτοριλίκια έκανα κι αυτό. Μετά έκλεισε, το χαιρετήσαμε στην έντυπη μορφή του και κάπου εκεί ήρθε η φίλη Δέσποινα -που της χρωστώ πολλά- και μου είπε αν ψήνομαι να δω πως είναι ο σύγχρονος χορός, ήρθε η ώρα, είχε αυτή τη λύση, το εργαστήρι τον Αντώνη Κουτρουμπή. Είχε μια ομάδα σωματικού θεάτρου, την «Πλεύσις», στα Εξάρχεια, δάσκαλος αμέτρητα χρόνια, έχει εκπαιδεύσει γενιές και γενιές. Είχε μια δική του προσέγγιση στο σωματικό θέατρο. Είχε φτιάξει μια σύνθεση από release, μιμική, μάσκα και αυτοσχεδιασμό.

Μιχάλης Βαλάσογλου

Πριν από όλα αυτά όμως υπήρχε η μουσική. Να γυρίσουμε σε αυτό. Τότε που κατάλαβε «τι σημαίνει αρμονία, πρώτη φωνή, δεύτερη, συντονισμός, χρώμα, τι είναι η μπασογραμμή, τι βγαίνει μπροστά και τι πίσω, πώς είναι να μιξάρω ζωντανά τον εαυτό μου με τους άλλους». Από μικρός κάνει σπουδές πιάνου και αρμονίας, αλλά στο γυμνάσιο τον τραβά η Βυζαντινή Μουσική και για κάποια χρόνια τα συνεχίζει παράλληλα. Ξεκίνησε στη δωρεάν σχολή μιας εκκλησίας στην Αργυρούπολη. «Ήμασταν δέκα παιδιά» μου λέει «σε ένα μήνα έμεινα μόνος. Μετά κατέληξα να το κάνω και για επαγγελματικούς λόγους. Δούλεψα ως ψάλτης για δεκαπέντε χρόνια, αυτό ήταν και το βασικό μου μέσο βιοπορισμού. Τρομερά απαιτητικό αντικείμενο, πενταετείς σπουδές, πρέπει να έχεις αυτί, να έχει αντίληψη και φωνή φυσικά».

Εγώ που δεν έχω πολύ σχέση με αυτά, αρχίζω και σκέφτομαι τις κατηγορίες στο κλασικό τραγούδι. Μου τα ξεκαθαρίζει: «Ο μπάσος, ο βαρύτονος, ο τενόρος, η σοπράνο, όλοι αυτοί αναφέρονται στο εύρος της φωνής. Στη Βυζαντινή μουσική που είναι μονοφωνική, είναι πιο προσωπικό το πράγμα, έχεις μεν μια γραμμένη παρτιτούρα που ξεκινά από το τάδε κλειδί, την τάδε νότα και ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία, αλλά στην πραγματικότητα μοιάζει σαν να περπατάς ανάμεσα σε κινούμενα μέρη. Εμείς οι δύο που καλούμαστε να μπούμε σε «διάλογο», εμείς θα συμφωνήσουμε πώς και πού θα τοποθετήσουμε τη βάση μας και το κάνουμε όπου και όπως θέλουμε, εκεί που μας βολεύει. Ο καθένας έχει το στυλ του, ανάλογα με τη σχολή που έχει βγάλει και τη σχολή που έχει βγάλει ο δάσκαλός του και ούτω καθεξής, λειτουργεί σαν μια παράδοση που πηγαίνει από τον δάσκαλο στον μαθητή και αυτό κρατά αιώνες. Πέρα από τις νότες δηλαδή, σου εξασκεί το αυτί, την αντίληψη και το προσωπικό ύφος. Αυτή την ιστορία την κράτησα μέχρι τα 28 μου. Την κράτησα γιατί με κρατούσε».

Είχε βρει μέσα σε αυτό μια ακόμη μορφή ποίησης; «Πάντα το αντιμετώπιζα σαν μελοποιημένη ποίηση που κρύβει μια συναρπαστική συμπύκνωση σε ένα ξεκάθαρο μέτρο».

Αν τον ρωτήσεις για μια στιγμή που δεν θα την ξεχάσει ποτέ στη ζωή του, μια στιγμή που ένας άλλος κόσμος άνοιξε μπροστά του, θα θυμηθεί πως όταν ήταν δεκαεπτά άκουσε για πρώτη φορά τον Μιχάλη Σιγανίδη, «έναν κοντραμπασίστα που κάνει μουσικό κολάζ όπως κανένας άλλος στην Ελλάδα και χρησιμοποιεί πολύ την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, την οποία μετά από αυτό ξανάκουσα με άλλα αυτιά». Του ζητάω να θυμηθεί και άλλες τέτοιες στιγμές, άλλα τέτοια «σκαλώματα», ποιητικά πλημμυρισμένα. «Θυμάμαι τα χρόνια της φιλολογικής. Ένα από τα πιο αγαπημένα μου μαθήματα ήταν η μετρική. Που στ’ αλήθεια ήταν ένας δρόμος για να αντιληφθείς τη μελωδία του κειμένου. Κάναμε Σοφοκλή και σπάγαμε το μέτρο στίχο-στίχο. Διαβάζοντας και αναλύοντας μετρικά, είναι σαν να βλέπεις τη σκόνη να σηκώνεται, εγώ έτσι το ένιωθα, άρχιζα ξαφνικά να “βλέπω” ως και τα γράμματα να ορθώνονται. Η Βυζαντινή μουσική, για να ξαναγυρίσω σε αυτό, η ελευθερία στην ερμηνεία που έχει αλλά και το αυστηρό πλαίσιο στο οποίο βασίζεται μου προκαλούσε κάτι αντίστοιχο. Τα πάντα σε αυτή, είναι διαλεγμένα ένα προς ένα».

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Michalis Valasoglou (@michalis.valasoglou)

Μένω σε αυτή, την «αυστηρότητα στο πλαίσιο» και αναρωτιέμαι αν αυτό είναι κάτι με το οποίο ίσως μεγάλωσε, ή κάποια στιγμή για κάποιο λόγο γοητεύτηκε. «Με πατέρα στο Πολεμικό Ναυτικό, η στρατιωτική πειθαρχία μέσα στο σπίτι ήταν καθημερινότητα», μου λέει. «Με τα αδέρφια μου, όταν ήμασταν μικρά, έπρεπε να μιλάμε στους γονείς μας στον πληθυντικό, τους ζητούσαμε συγγνώμη πριν τον ύπνο, τρελά πράγματα. Όσο πήγαινε προς αποστρατεία βέβαια ο πατέρας, όλα αυτά έφθιναν και κάποια στιγμή ήταν σαν να μην είχε προηγηθεί όλη αυτή η αυστηρότητα. Άλλος άνθρωπος, συνεννοήσιμος, συνεργάσιμος, γλυκός, ήπιος. Ακόμη προσπαθώ βέβαια να αποτινάξω από μέσα μου όλη αυτήν την πειθαρχία, που έχει εσωτερικευθεί πια».

Υπάρχουν όμως και υπέρ σε μια τέτοια συνθήκη; Έστω μετά από τόσα χρόνια; «Ακούγεται σκληρό, αλλά αυτή η νοοτροπία με έμαθε να προσηλώνομαι. Αν βάλω έναν στόχο, θα λυσσάξω μέχρι να πετύχω έστω κάτι. Τα τελευταία τρία χρόνια έχω ξεκινήσει να ζωγραφίζω με λάδια, άλλο κεφάλαιο γοητευτικό, άφησα τις ακουαρέλες και τους γραφίτες, υλικά που δούλευα πάρα πολύ καιρό. Επίσης στην καραντίνα για να μην τρελαθώ ξεκίνησα τρομπέτα. Αν πω θα βγάλω ένα κομμάτι, θα το βγάλω. Αλλά και στα προσωπικά έτσι είμαι, αν συμφωνήσουμε με έναν φίλο πως θα ξεκινήσουμε από εδώ και θα φτάσουμε εκεί, θεωρώ αυτονόητο ότι θα γίνει. Έχει κι έναν κίνδυνο βέβαια αυτό, να γίνεις πολύ αυστηρός, πολύ απαιτητικός με τον εαυτό σου και τους άλλους. Και αυτό δεν είναι πάντα σωστό».  

Μιχάλης Βαλάσογλου

Τελικά έγινες αυτό που ήθελε ο πατέρας σου; Μάλλον όχι (γέλια). Ήθελε να γίνω δόκιμος αξιωματικός. Το ίδιο ήθελε και για τον αδερφό μου. Μη σου πω και για την αδερφή μου. Κατά ειρωνική πορεία των πραγμάτων, ο αδερφός μου μπήκε στο ναυτικό αλλά ως μουσικός.

Η μουσική ήταν μέγας πρωταγωνιστής στο σπίτι; Δεν υπήρχε καθόλου (γελάει). Στο σπίτι μου δεν ακουγόταν ούτε νότα, παρά μόνο από το πιάνο που παίζαμε τα παιδιά. Μηδέν. Τα μόνα που θυμάμαι στο σπίτι ήταν ένα πικάπ και δύο δίσκοι. Τα «Τραπεζάκια έξω» του Διονύση Σαββόπουλου και ένας ακόμα του Χάρυ Κλυν, δεν θυμάμαι καν ποιος και γιατί. Τον πρώτο τον είχαμε και σε κασέτα για να τον ακούμε στο αμάξι. Αυτές είναι οι μόνες μουσικές που ακούστηκαν στο σπίτι. Όταν άρχισα με τη Βυζαντινή Μουσική δεν υπήρξε αντίδραση πάντως – ίσως βοηθούσε και μια γλυκιά ανάμνηση του πατέρα μου απ’ τον δικό του πατέρα, που κάτι κουτσοέψελνε στη Θεσσαλονίκη.

Η συζήτηση μαζί του είναι σαν ένα ταξίδι. Πριν όμως φτάσεις στο γκανγκστερικό περιβάλλον της Αμερικής του Μεσοπολέμου, πριν να γευτείς τις λέξεις που ακουμπούν στους στοχασμούς της ιστορίας, πριν το θεατρικό θαύμα του Άρη Μπινιάρη απασχολήσει αποκλειστικά τις σκέψεις, πρέπει να έχεις κάνει δύο τρεις ακόμη στάσεις. Για να λύσουμε τους γρίφους και έτσι το ακανθώδες ερώτημα του «Ποιος είσαι Μιχάλη Βαλάσογλου;» απαντηθεί κατά πως πρέπει.

Συνεχίζουμε; «Μετά τον Αντώνη Κουτρουμπή, ήρθαν οι δάσκαλοι μου στον χορό. Ο Γιάννη Καρούνης, ο Ερμής Μαλκότσης, η Χαρά Κότσαλη και πολλοί άλλοι. Και φυσικά η Αγγελική Στελάτου με την οποία έκανα αυτοσχεδιασμό. Και εδώ ήταν που έσκασαν οι φωνές των αγγέλων. Ανακάλυπτα το σώμα μου. Πώς ξυπνάει το πρωί και στέκεται, πλένεται, κάθεται, τρώει, περπατάει, ξαπλώνει, σε μια σειρά από επαναλαμβανόμενες θέσεις που παίρνει κάθε μέρα για όλη του τη ζωή και σιγά σιγά άρχισα να αντιλαμβάνομαι τι άλλο μπορεί να κάνει ένα σώμα μόνο του, σε τι συνθήκες μπορεί να μπει σε σχέση με ένα άλλο σώμα, και μετά τα σώματα στον χώρο και στον χρόνο. Όλο αυτό ήταν ανεξάντλητα εκρηκτικό, και οι δυνατότητες άπειρες σε συνδυασμό με τη μουσική και τον ρυθμό. Κατανάλωση ενέργειας που δημιουργούσε ομορφιά από το τίποτα. Ακόμα μου φαίνεται απίστευτο πώς από τον αέρα τον κοπανιστό, με μια καλή οδηγία απ’ έξω και τη διάθεση σου να μπεις να παίξεις, μπορεί να προκύψει απερίγραπτη ομορφιά».

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Michalis Valasoglou (@michalis.valasoglou)

Και μετά έπεσαν οι μάσκες. Ή μάλλον ανέβηκαν, στο πρόσωπο. Και κέρδισαν έξι ολόκληρα χρόνια από τη ζωή του. «Μια τεχνική, ένας ολόκληρος κόσμος. Η θεατρική μάσκα είναι μεγάλη υπόθεση. Σκέψου το αρχαίο δράμα, μισή με το στόμα ελεύθερο, ολόκληρη, commedia, larval, υπάρχουν άπειρες από κουλτούρα σε κουλτούρα. Εγώ ήρθα σε επαφή μέσα από τον Σίμο Κακάλα. Ήμουν στην ομάδα του. Σίγουρα η συνάντηση αυτή ήταν η πιο συστηματική θεατρική μαθητεία που έχω περάσει. Μπορεί να εργαζόμασταν για καιρό, ακόμα και χωρίς την άμεση προοπτική μιας παράστασης, πηγαίναμε και κάναμε training. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα πώς να χειρίζομαι την πρόζα, το φραζάρισμα, τα κέντρα, το σώμα, τη χειρονομία και τη φωνή του χαρακτήρα, όλα αυτά τα τεχνικά. Σπουδαία εμπειρία. Δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, αλλά μέχρι να “μπεις” στη μάσκα μπορεί να περάσει πολύς καιρός, είναι μια διαδικασία σκληρή και υπομονετική. Πρέπει να είσαι άξιός της, αν την αντιμετωπίσεις σαν αξεσουάρ σε ξερνάει, σε πετάει, σε απορρίπτει. Πρέπει να τη δεις σαν ένα μικρό παιδί που το κρατάς από το χέρι και σε πάει βόλτα μέχρι να σε βάλει εκείνο στον κόσμο του. Και σιγά σιγά να μπεις στη μάσκα και να παίξεις, να βρεις τη φωνή της, το σώμα της και πολύ μετά να επικοινωνήσεις με τις άλλες μάσκες».

Τόση ώρα σκέφτομαι τον πατέρα σου; (γελάει) Σου είπα, είναι υποστηρικτικός πια.

Πάμε μια σούμα πάλι. Μουσική, αθλητισμός, φιλολογία, ζωγραφική, χορός, μάσκα. Ώρα για το θέατρο. Αυτό που μας οδηγεί στα βήματα του Αρτούρο. Και βασικά του Ρόμα. Αυτού δηλαδή που κρύβει στα σπλάχνα του το πρόσωπο του Μιχάλη Βαλάσογλου. «Είχα γνωρίσει τη Μάρθα Φριντζήλα σε κάτι σεμινάρια φωνητικά που έκανε, και ήταν η περίοδος που ανέβαζε την Ηλέκτρα του Ευριπίδη. Είχε φύγει ένας ηθοποιός, ζήτησε αντικαταστάτη και κάπως έτσι βρέθηκα στη σκηνή πιο επαγγελματικά. Γλυκάθηκα. Άρχισα να πηγαίνω σε ακροάσεις, γνώρισα ομάδες».

Κάποιος θα μπορούσε απλά να πει πως μπήκε στο ποτάμι και κολύμπησε. «Καταλαβαίνεις πως σε τραβάει σαν μαγνήτης. Αν έρθεις μαζί μου, σου λέει, όμως, πρέπει να μάθεις και κουπί, πρέπει να μάθεις να αποφεύγεις τα βράχια, να μάθεις να συνεργάζεσαι με τους άλλους στη βάρκα. Ωραίο το ποτάμι αλλά πρέπει να δουλέψεις και πέντε πράγματα για να το κατέβεις. Εγώ δεν είχα τη συστηματική εκπαίδευση, δεν σπούδασα σε δραματική σχολή, όταν το αποφάσισα ήμουν μεγάλος για να δώσω στο Εθνικό και έπρεπε να δουλεύω για να με συντηρώ, οπότε δεν είχα άλλο τρόπο να μάθω, μπήκα στη διαδικασία με τις ομάδες, με τους δασκάλους, τους συναδέλφους και έμαθα. Και μαθαίνω δηλαδή καθημερινά. Αυτά που με πορώνουν τα γονατίζω. Αυτό είναι το δικό μου ποτάμι».

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Michalis Valasoglou (@michalis.valasoglou)

Και κάπως έτσι ερχόμαστε στον Αρτούρο Ούι και στην εμπειρία μιας παράστασης που συζητιέται φέτος όσο καμιά. «Είναι κάποιες μέρες που πριν ξεκινήσουμε λέμε άντε, πάμε να ανέβουμε το βουνό (γέλια). Είναι πολύ ωραίο όμως να παίζεις σε μια παράσταση τόσο καλοκουρδισμένη, που επικοινωνείς ωραία με τους συνεργάτες και είναι και το θέατρο γεμάτο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά. Αλλά ως εκεί. Όταν είσαι μέσα στην παράσταση, δεν μπορείς να καταλάβεις το “εφέ” της, δεν έχεις πλήρη εικόνα».

Σκέφτομαι τη διαδικασία «εκμάθησης». Αυτό που βλέπεις ως θεατής να συμβαίνει πάνω στη σκηνή είναι κάτι σχεδόν εξωπραγματικό. Η κίνηση, η σκηνοθεσία, οι ερμηνείες, η μουσική, τα κοστούμια, όλα. Και φυσικά ο Μπρεχτ. Έχω τη σχεδόν βεβαιότητα πως αν ήταν ταινία και έφτανε στα όσκαρ θα θέριζε κάθε κατηγορία. «Δεν υπήρξε κάνα τραπέζι φοβερό» μου λέει ο Μιχάλης «κάτσαμε, μελετήσαμε, διαβάσαμε ο καθένας σπίτι του, είπαμε και δυο λόγια και σηκωθήκαμε. Ο Άρης ούτως η άλλως έτσι δουλεύει. Είναι το μάτι απ’ έξω που αφήνει χώρο και όλη την ελευθερία, αλλά κρατά τα χαλινάρια και δίνει το πλαίσιο. Κι ούτε φέρνει τη σκηνοθεσία έτοιμη από το σπίτι, ανακαλύπτει την παράσταση κι αυτός μαζί μας».  

Ωραία, ας ξεκινήσουμε, οι πρώτες σκέψεις παρακαλώ πολύ που υπήρξαν πριν πέσουν όλα στο τραπέζι. «Πρώτα έπρεπε να καταλάβουμε τη σκέψη του Μπρεχτ, γιατί λες, ωραία, έχουμε τα κουνουπίδια, έχουμε τους γκάνγκστερ, έχουμε όμως και τον Χίτλερ και την άνοδο του φασισμού, κάπως πρέπει να καταλάβουμε τι θέλει να πει ο άνθρωπος και πως συνδέονται όλα αυτά. Όταν ένιωσα την λαχτάρα και την ανάγκη του Μπρεχτ να μιλήσει “εκείνη τη στιγμή”, μέσα από αυτήν την αλληγορία για τον κόσμο που φλεγόταν ολόκληρος, άρχισα να ενθουσιάζομαι».

Ο λόγος του συνδυάζει έναν λυρισμό που θυμίζει Σαίξπηρ με το «πεζοδρόμιο» των γκάγκστερ και όλο αυτό το βάζει στην υπηρεσία του σκοπού του: «εγρήγορση και κοινωνική παρατήρηση. Οπότε λες, εντάξει, δεν παίζω απλώς έναν μαχαιροβγάλτη, αυτός ο σκοτεινός κλόουν είναι κάτι παραπάνω από αυτό και η ιστορία απαιτεί να τον υποστηρίξω με ό,τι έχω, όσο κι αν διαφωνώ μαζί του. Και μετά αρχίζεις να δουλεύεις πιο μικροσκοπικά όλο αυτό το κομμάτι της πίστης, της προδοσίας και στο τέλος της προφητείας ενός μέλλοντος. Ο Ρόμα είναι το δεξί χέρι, ο πιο αφοσιωμένος ακόλουθος, ο πιστός, λυσσασμένος σκύλος, που στο τέλος προδίδεται».

Κάποιος συσχετισμός με την πραγματική ζωή (του) ίσως; «Δυστυχώς» λέει «πιστεύω όλο και λιγότερο στους ανθρώπους, απογοητεύομαι και προφανώς απογοητεύω κι εγώ κατ’ επανάληψη. Η απώλεια της πίστης είναι η πηγή της πιο βαθιάς μου θλίψης. Όταν συνειδητά μού καλλιεργήσεις προσδοκίες και ματαιωθούν, δεν επανέρχομαι καθόλου εύκολα. Μπορώ να τρέχω πίσω από έναν κοινό στόχο, ένα συλλογικό όραμα στο οποίο πιστεύω, αλλά πίσω από έναν άνθρωπο όχι. Δεν είμαι διαρκώς σε επιφυλακή, αλλά δεν πηγαίνω και άδολα, όπως παλιά. Βλέπω πια ότι δεν είναι μόνο ο καπιταλισμός που βάζει τα κέρδη πάνω από τον άνθρωπο, είμαστε κι εμείς οι ίδιοι. Αλίμονο σε αυτόν που θα μπει ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και το κέρδος του, καλή του τύχη.»

 
 
 
 
 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Michalis Valasoglou (@michalis.valasoglou)

Έτσι όπως σε ακούω δεν θα σε έλεγα και εύκολο άνθρωπο… (γελάει) Και εγώ το ίδιο θα έλεγα. Δεν είμαι, και ξέρεις γιατί;  Γιατί όταν λέμε και συμφωνούμε κάτι, θέλω να το κάνουμε γαμώτο και είναι τόσο δύσκολο αυτό. Για τις ζωές μας μιλάμε και για τα όνειρα μας. Ας τα κάνουμε, αλλιώς ας μην τα λέμε (γέλια). Πέρα από τ’ αστεία, όμως, υπάρχει μια μπασογραμμή μέσα μου που παίζει λούπα. Να καταφέρω να συνδεθώ. Από μικρό παιδί αυτό ονειρεύομαι. Έναν τρόπο να συνδέομαι, που θα με γεμίζει και θα με κάνει μέρος μιας κοινότητας. 

Το μπρεχτικό σύμπαν που ξεδιπλώνεται πάνω στη σκηνή, η ιστορία της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία μέσα από ένα παραλληλισμό της με το Σικάγο του μεσοπολέμου, δίνει τροφή στη σκέψη. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται, όχι ως φάρσα αλλά ως τραγωδία. «Ο Μπρεχτ εδώ σε προτρέπει να δεις το γεγονός όχι ως κάτι αναπόδραστο, αλλά ως ένα κατώφλι στο οποίο η ιστορία θα μπορούσε να κυλήσει είτε προς τη μία πλευρά είτε προς την άλλη. Δεν υπάρχει καλύτερη επικαιροποίηση από αυτή, μιας και είμαστε διαρκώς στο κυνήγι του “επίκαιρου”. Σου λέει τώρα, αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην κόψη, είμαστε σε ένα ιστορικό κατώφλι και είναι στα χέρια μας το προς τα πού θα πάμε, όχι ως παρατηρητές, αλλά ως συνδημιουργοί». Γιατί όμως μοιάζουμε για χιλιοστή ένατη φορά να μην μαθαίνουμε από τα λάθη μας; «Γιατί η παρατήρηση έχει μια πολύ ωραία επαναπαυτική γοητεία. Δεν χρειάζεται να κοπιάσεις. Παρατηρείς ακολουθώντας, και αυτό μοιάζει αρκετό».

Τον ρωτώ αν υπάρχει κάποια στιγμή την ώρα της παράστασης που “υποκλίνεται στη στιγμή”. Που νιώθει πώς είναι να είσαι στη σωστή θέση τη σωστή ώρα. «Θα σου πω μόνο για μια στιγμή που κάθομαι και βάφομαι» μου απαντά «για τον τελευταίο μονόλογο και έχω την ευκαιρία να ακούσω τα λόγια του Ούι. Κάθε φορά προσέχω κάτι καινούριο. Παρατηρώ τι έχει κάνει ο Μπρεχτ με τις επαναλήψεις, πού τις έχει φυτέψει μέσα στο έργο στα στόματα όλων των χαρακτήρων, πώς αναπλαισιώνει τις λέξεις, ακούω και ξανακούω αυτό το συγκλονιστικό κείμενο. Έχει μια απίστευτη δύναμη αυτό το κομμάτι προς το τέλος, που αν το απογυμνώσεις, το αποκόψεις από το πλαίσιο και το πρόσωπο και το διαβάσεις σαν ένα απλό κείμενο, ακούς έναν άνθρωπο που απευθύνεται σε έναν άλλον και του λέει “εμείς διώξαμε τον τρόμο από πάνω μας, εμείς βαδίσαμε με βήμα σταθερό, εμείς με την ατσάλινη βούληση”. Και μόνο που στο λέω ανατριχιάζω, ποιος είναι αυτός; Πώς καταφέρνει να ζει ατρόμητος και μπορεί και το λέει με τέτοια παρρησία. Γιατί κι εγώ αυτό αποζητώ. Από τότε που κατάλαβα ότι μια μέρα θα πεθάνω, αυτό σκέφτομαι, πώς θα κάνω άλμα πιο γρήγορα από τη φθορά, που λέει και ο ποιητής, πώς θα αποδιώξω τον τρόμο από πάνω μου. Έχει μια πολύ ύπουλη και σκοτεινή γοητεία να ακούς έναν άνθρωπο να το λέει αυτό. Και όταν είναι σε θέση εξουσίας, αυτή η γοητεία είναι η λεωφόρος προς τον όχλο. Δεν υπάρχει κάτι πιο αυτοτελές, αυνανιστικό και εσωστρεφές από τον όχλο, ο όχλος δεν θέλει τίποτα άλλο από το να παραμείνει όχλος. Δεν έχει άλλο θέλω, κάποιον άλλο σκοπό, όλα τα υπόλοιπα είναι προφάσεις.

Εκεί είναι που ο Μπρεχτ παρακινεί τον θεατή σε κοινωνική παρατήρηση και του λέει: γι’ αυτό σου δείχνω τους κόμπους της ιστορίας, τους αρμούς και τις συνδέσεις, μην παρασύρεσαι, μην τρως την ψευδαίσθηση, ξύπνα και παρατήρησέ τους. Δεν είναι ήρωες, είναι φορείς μιας κοινωνικής πραγματικότητας, χαρακτήρες – σύμβολα εξουσιαστικά. Μην ταυτίζεσαι, μην συμπάσχεις, δες τους σαν τις ψηφίδες αυτού του κοινωνικού πλέγματος σε πρώτο χρόνο. Μόνο ο λαός λείπει, εκκωφαντικά. Γι’ αυτό και στη δική μας παράσταση ο λαός είναι πάντα παρών στην απέναντι κερκίδα. Και οι παρατηρούντες, παρατηρούνται».

Μιχάλης Βαλάσογλου

Πες μου ένα αγαπημένο σου σύνθημα, όχι απαραίτητα από τη παράσταση. Για κάποιον λόγο μου έρχεται ο τίτλος μιας ταινίας για τους Gorillas, το Reject False Icons, από τότε που το άκουσα δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου, το βλέπω παντού, όπου τουλάχιστον εμφανίζονται «είδωλα». Το ξανασκέφτομαι στην παράσταση όταν ακούω τον Ούι να λέει «δεν με ενδιαφέρει ο ευφυής, η πλέμπα με ενδιαφέρει, το ανθρωπάκι και πώς φαντάζεται τον κύριό του».

Το αναφέρει και ο Μπρεχτ στις σημειώσεις του, δεν υπάρχει τίποτα από φυσικού στον Ούι, είναι όλο μια κατασκευή. Κατασκευή, λοιπόν, ενός icon, ενός προτύπου, που μας θέλει από κάτω του, ως αντικείμενα. Το ζητούμενο είναι να βρίσκουμε τρόπους να αναλαμβάνουμε εμείς τη δική μας επιθυμία, που θέλει αγώνα φυσικά, αλλά αυτός κι αν είναι ο αγώνας ο καλός!