ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Γεννηθήκαμε, θα πεθάνουμε, θα κάνουμε λάθη ενδιάμεσα. Δεν τρέχει και τίποτα»

Η Σοφία Μαραθάκη, που το χειμώνα με την παράστασή της «O Φίλιπ Γκλας Αγοράζει Μια Φρατζόλα Ψωμί» συζητήθηκε όσο λίγες δημιουργοί, μιλάει στην Popaganda λίγο πριν ανέβει η «Φιλονικία» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS
05_marathaki_MG_2833
Ομολογώ πως είμαι αρκετά επιφυλακτικός απέναντι στους σκηνοθέτες και τις νεότερες θεατρικές ομάδες που τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζονται ως η μεγαλύτερη εφεύρεση μετά το ψωμί σε φέτες. Ίσως επειδή αισθάνομαι πως ο πήχυς έχει χαμηλώσει αισθητά, με αποτέλεσμα οτιδήποτε να πληροί στοιχειωδώς κάποιες προδιαγραφές που στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν θα τις θεωρούσαμε αυτονόητες, να χαιρετίζεται ως μεγάλη αποκάλυψη. Ο λόγος που η ομάδα ΑΤΟΝΑΛ κι η Σοφία Μαραθάκη μου κίνησαν αμέσως την περιέργεια, έχει να κάνει τόσο με την υψηλή ακρίβεια και ποιότητα της δουλειάς τους σε συνδυασμό με μια παιγνιώδη διάθεση,  όσο και με το πάθος, το νεύρο και τον ενθουσιασμό της ίδιας της Σοφίας. Με την ευκαιρία της παράστασης που ετοιμάζει για το Φεστιβάλ Αθηνών πάνω στη Φιλονικία του Μαριβώ, η Σοφία Μαραθάκη μιλάει στην Popaganda, λίγους μήνες μετά από τότε που το O Φίλιπ Γκλας Αγοράζει Μια Φρατζόλα Ψωμί γινόταν το γεγονός του θεατρικού χειμώνα.  
05_marathaki_MG_2777

Πώς επέλεξες τη ΦιλονικίαΔιάβασα πολύ παλιά το κείμενο, κι ήθελα πολλά χρόνια να το κάνω. Στην παράσταση υπάρχουν κάποια κείμενα από τα Αποπάσματα Ερωτικού Λόγου του Ρολάν Μπαρτ, που επίσης, σε νεώτερη ηλικία, το είχα πάρει πολύ στα σοβαρά. Το λέω αυτό γιατί και τα δύο κείμενα προσπαθούν να κάνουν μια ανατομία της ερωτικής συμπεριφοράς. Επειδή η ερωτική συμπεριφορά και η ουσία του έρωτα μας φέρνουν πολύ κοντά στα άγρια ένστικτά μας, με την έννοια του ακατέργαστου, του αφιλτράριστου, θεωρώ πως η προσπάθεια για ανατομία του ερωτικού φαινομένου είναι μάταιη. Οπότε με ενδιέφερε πολύ, αλλά με χιούμορ και τρυφερότητα, αυτή η ανάγκη του ανθρώπου  – κι ειδικά του δυτικού – να εξηγήσει, να εκλογικεύσει, να βάλει σε κουτάκια, κάτι που κατά τη γνώμη μου δεν εξηγείται. Μέσα από την παράσταση προσπαθώ να αναδείξω την τρυφερότητα απέναντι στο πιο κυνικό, πιο άγριο, πιο εγωιστικό μας κομμάτι. Πολλές φορές κι εγώ η ίδια έχω μια ηθικοπλαστική αντιμετώπιση απέναντι στην ερωτική συμπεριφορά, αλλά και τη συμπεριφορά του ανθρώπου γενικότερα. Είμαι πολύ αυστηρή κατά καιρούς. Αλλά μέσα από αυτά τα κείμενα ένιωσα την ανάγκη να αναδείξω μια αίσθηση ότι δεν τρέχει και τίποτα, ρε παιδί μου. Είμαστε θνητοί. Γεννηθήκαμε, θα πεθάνουμε, θα κάνουμε λάθη ενδιάμεσα.

Και τελικά σε κάποια πράγματα, όσο κι αν υπερασπιζομαστε τη μοναδικότητά μας, είμαστε αρκετά όμοιοι. Ακριβώς. Αυτό είναι για μένα είναι πολύ σημαντικό. Το πιστεύω γενικότερα, και θέλω να το αναδεικνύω στις παραστάσεις μου. Πιστεύω ότι είμαστε ένας χορός. Ο καθένας φέρει μια συλλογική φωνή, που νομίζουμε ότι είναι μοναδική, και όλοι μαζί μπορεί να φέρουμε μια μοναδικότητα. Δεν το λέω μεταφυσικά, αλλά ίσως και να είναι μεταφυσικό: πιστεύω ότι είμαστε όλοι μαζί, κι όταν δεν είμαστε, εκεί υπάρχει μεγάλη αναταραχή. Το να υπάρχει μια σύγκρουση και να είμαστε μαζί, είναι για μένα ανθρώπινο. Με το να μας διαχωρίζει αυτό συνεχώς, σε κοινωνικές τάξεις, οικονομικές τάξεις, νομίζω ότι ξεφεύγουμε από τη φύση. Στο συγκεκριμένο κείμενο με ενδιέφερε επίσης το ότι είμαι άνθρωπος και αποφασίζω ότι μπορώ να σε κλείσω κάπου και να σε παρακολουθήσω, να σε κάνω πειραματόζωο. Κι όταν βλέπω κάτι που δεν μου αρέσει να του γυρνάω την πλάτη. Οι θεματικές στο έργο είναι άπειρες. Γενικά δεν μου αρέσει ο όρος επίκαιρο. Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν επίκαιρα έργα, υπάρχουν κλασικά. Το συγκεκριμένο κλασικό έργο έχει να κάνει με τα αρχέτυπα. Με την ανάγκη του ανθρώπου να περιορίσει την ελευθερία ενός άλλου, για να κατανοήσει τον εαυτό του. Απλά το κάνει με βίαιο τρόπο, δεν ξέρει άλλον.

«Θεωρώ πως το θέατρο είναι και μια απόπειρα να εξερευνήσουμε το θάνατο, οπότε μέσα από αυτό το έργο κι εμείς ως ταπεινοί άνθρωποι, αυτό προσπαθούμε να κάνουμε»

Είναι ενδιαφέρον που μιλάς για χορικότητα σε μια εποχή όπου ο καθένας, υπό το καθεστώς  της κρίσης, προσπαθεί να επιβιώσει χωρίς να νοιάζεται για τον άλλο. Η πραγματικότητα σήμερα είναι έτσι όπως την περιγράφεις. Εγώ όμως λέω πως από την άλλη υπάρχει κάτι μεγαλύτερο, σχεδόν θρησκευτικά αν θέλεις, χωρίς να πιστεύω απαραίτητα σε ένα θεό. Υπάρχει μια ανάγκη ανθρώπινη, ζωική, που οφείλουμε να την αφουγκραστούμε και αυτή τη στιγμή δεν το κάνουμε. Προχτές έπαιζα με ένα μωρό που δεν μιλάει ακόμα, οκτώ μηνών περίπου, και του έκανα πλάκα, το ρωτούσα: είναι σημαντικό το Brexit; Βλέποντας αυτό το μωρό, σκεφτόμουν πως όχι, δεν είναι! Έχουμε χάσει την ικανότητά μας να αξιολογούμε τη σημασία των πραγμάτων. Πιστεύω ότι ο Μαριβώ, ακριβώς επειδή βάζει αυτό το θέατρο μες στο θέατρο και τον πειραματισμό μες στον πειραματισμό, σχολιάζει με πολύ διακριτικό τρόπο αυτό ακριβώς την ανάγκη να δημιουργούμε κάδρα, όπου δεν βλέπουμε ποτέ το όλον. Δεν μας ενδιαφέρει και το αίνιγμα αυτού που σημαίνει «όλον» – γιατί δεν μπορεί η ανθρώπινη φύση να το συλλάβει, αλλά είναι σημαντικό να το αναζητά. Θεωρώ πως το θέατρο είναι και μια απόπειρα να εξερευνήσουμε το θάνατο, οπότε μέσα από αυτό το έργο κι εμείς ως ταπεινοί άνθρωποι, αυτό προσπαθούμε να κάνουμε.

Με το «Ο Φίλιπ Γκλας Αγοράζει Μια Φρατζόλα Ψωμί», κάνατε κάτι παραπάνω από μια μεγάλη επιτυχία. Το περιμένατε; Θέλαμε να κάνουμε μια παράσταση που να μας αρέσει, και προφανώς να αρέσει και στους θεατές, όχι όμως πως την κάναμε για να τους αρέσει. Αλλά προφανώς όταν κάνεις μια καλλιτεχνική πρόταση – και είμαστε στις παραστατικές τέχνες, δεν γράφω απλώς κάτι – πάει να πει πως τη στιγμή που συμβαίνει έχεις ανάγκη από το θεατή, από μία χημική σχέση με τον άλλο που σε βλέπει, που σε ακούει. Δεν περιμέναμε λοιπόν την επιτυχία. Αλλά χαρήκαμε πολύ που συνέβη!

05_marathaki_MG_2889

Εγώ χαίρομαι που η επόμενη επιλογή σας είναι διαφορετική… Nαι, είναι… Αλλά πρέπει να σου πω ότι και τα κείμενα του David Ives, όπως κι αυτό του Μαριβώ, είναι κείμενα που θέλω εδώ και πάρα πολλά χρόνια να τα κάνω. Νομίζω πως ο κάθε αναγνώστης διαβάζει πολύ διαφορετικά πράγματα και του ενεργοποιούν κάτι στο θυμικό του, τον κάνουν να βλέπει εικόνες. Δεν μας ενεργοποιεί μόνο ένα πράγμα. Υπάρχει για μένα μ’ ένα περίεργο τρόπο μια σύνδεση ανάμεσα στους δύο συγγραφείς. Όχι βέβαια σε επίπεδο φόρμας, αλλά υπάρχει και στους δύο τρυφερότητα και χιούμορ, που παρακολουθεί εμάς τους ανθρώπους σαν μικρά θαύματα, και αυτά τα θαύματα τα δείχνει να κινούνται, να αλληλεπιδρούν και να μην έχουν απόλυτη συναίσθηση του τι κάνουν. Μου αρέσει πολύ να βλέπω αυτό το κομμάτι μας, που εμείς, μέσα από το εγώ μας, νομίζουμε πως δεν υπάρχει. Νομίζουμε ότι είμαστε κάτι ελεγχόμενο. Στην πραγματικότητα έχουμε μια τεράστια γκάμα εκφράσεων, αναδιπλώσεων κινητικών και φωνητικών, που δεν είναι ελεγχόμενες. Απλά συμβαίνουν και μας καθιστούν μικρά θαύματα. 

Στο θέατρο πώς βρέθηκες; Έβλεπα από πολύ μικρή. Με πήγαινε η μαμά μου πολύ συχνά και μου άρεσε πολύ. Γενικά είχα μια επαφή με την τέχνη από την οικογένειά μου, αν και άλλα παιδιά είχαν πολύ πιο συχνή. Πέρασα μια εφηβεία πολύ ταραγμένη εντός μου, μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση και δυσκολία αποδοχής του εαυτού μου. Τότε έτυχε να μπω στη θεατρική ομάδα του σχολείου, αισθάνθηκα πως είχα ένα χώρο ελευθερίας όπου μπορούσα να βιώνω τις φαντασιώσεις μου. Ένιωθα ότι επιμηκύνεται η ζωή μου, σαν μέσα σε μια γραμμική πορεία ζωής να δημιουργούσα κάποιες παραβάσεις δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, όπου μπορούσα να έχω παράλληλες ζωές! Σαν ο χρόνος να διαστέλλεται. Εννοείται πως η οικογένειά μου δεν ήθελε αρχικά καθόλου να ακολουθήσω αυτή την πορεία. Πηγα σε δραματική σχολή. Ήθελα να είμαι ηθοποιός, και είμαι, και θα ήθελα να συνεχίσω να είμαι και ηθοποιός. Όμως υπήρξε, σε μεγαλύτερη ηλικία, και μια περίοδος που ήθελα να εγκαταλείψω το θέατρο. Πέρασαν πέντε χρόνια που δεν έκανα τίποτα σχεδόν. Γιατί δεν με αφορούσε το κοινωνικό του κομμάτι, όλο αυτό  που λέμε δημόσιες σχέσεις… Δεν λέω πως είναι κακό, μάλλον είναι κομμάτι της δουλειάς μας, αλλά δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να το αποδεχτώ, καθώς επίσης και να αποδεχτώ τον ιδρυματισμό του θεάτρου.

Έλειψα στο εξωτερικό για πέντε χρονια, και όταν επέστρεψα μου πήρε χρόνο να προσαρμοστώ στην ελληνική πραγματικότητα, να αποδεχτώ ότι είναι τόσο μικρή η πίτα, η αγορά, ότι είναι ένα χωριό. Ένιωσα ότι έφυγα από κάτι μεγάλο, αισθανόμουν  – ψευδαισθητικά γιατί αυτός είναι ο καπιταλισμός – ότι έξω υπήρχαν άπειρες δυνατότητες. Γιατί τελικά με τα χρόνια, αυτό που λένε οι Αμερικάνοι ότι small is big, το πιστεύω πάρα πολύ. Όμως αυτό εδώ στην Ελλάδα όπου μετράει ο ξάδελφος, ο θείος, ο πατέρας, ο αδελφός, ο μπατζανάκης μου πήρε πολύ καιρό για να μπορώ να μην του δίνω σημασία, να δεχτώ πως υπάρχει, όπως υπάρχουν στην Αθήνα τα περιστέρια κι οι αρουραίοι, αλλά κι ένα ωραίο τριαντάφυλλο. Είναι απαισιόδοξο αυτό που λέω, αλλά δεν πιστεύω πως αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα μπορεί κανείς, σε ατομικό επίπεδο, να αλλάξει κάτι τρομερά, πέρα από το να δημιουργήσει πυρήνες σκέψης και αλληλεπίδρασης. Νομίζω ότι τώρα έχω αρχίσει να αποδέχομαι τα θετικά και τα αρνητικά αυτής της πραγματικότητας, που αλλάζει συνέχεια και σε καλεί συνεχώς να αναπροσαρμόζεσαι. Χρησιμοποιώ τη λέξη αναπροσαρμογή κι όχι συμβιβασμός, γιατί θεωρώ ότι μπορείς να βρεις διαφορετικούς τρόπους να υπάρχεις μέσα σε αυτό, ενώ κάποτε πίστευα ότι υπάρχει μόνο ο συμβιβασμός. Απλά μέσα σε όλα αυτά θα ήθελα να υπάρχει μεγαλύτερος σεβασμός, από τα απλά πράγματα, π.χ. να μην παρκάρει κανείς στις θέσεις των ΑΜΕΑ, μέχρι το σεβασμό σε οτιδήποτε είναι υψηλό, ό,τι έχει να κάνει με τον πολιτισμό και με την παιδεία. Και με τη θρησκεία, εννοώντας με αυτό τη δυνατότητα του ανθρώπου να πιστεύει. Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να πιστέψουμε σε τίποτα μεγάλο που θα μας κινήσει, σε ένα εσωτερικό κύμα πίστης. Είναι κρίμα. Αυτό που λένε, ότι η πίστη σώζει, δεν το υιοθετώ ως «Πίστευε και μη ερεύνα», αλλά θεωρώ ότι το να πιστεύεις σε κάτι μεγαλύτερο από σένα, κι ας είναι αυτό μια ομάδα πέντε ανθρώπων είναι πολύ σημαντικό. Αισθάνομαι πως αυτό το πράγμα καταρρακώνεται. Καθημερινά οι διαψεύσεις είναι τόσες, που είνα πολύ δύσκολο να διατηρήσεις αυτή την πίστη. 

Τι ήρθε μετά από τα πέντε χρόνια που απείχες; Ήρθε μια αποδοχή του εαυτού μου, ότι δεν μπορώ να κάνω χωρίς αυτό. Γιατί μέχρι τότε ήμουν και σε μια διαδικασία πρόκλησης προς τον εαυτό μου, ότι μπορεί η Σοφία να κάνει άλλα πράγματα και να νιώθει πλήρης. Δεν μπόρεσα να το κάνω αυτό. Με αυτό αισθάνομαι πιο καλά, πιο υγιής. Έτυχε να κάνω κι ένα εκπαιδευτικό ταξίδι, ένα σεμινάριο στη Νέα Υόρκη, με τους City Company, που κάνουν μέθοδο Suzuki και viewpoints. Βρέθηκα σε μια συνθήκη όπου ο δάσκαλος, ο γκουρού, αντιμετωπίζει το μαθητή ως ισότιμο καλλιτέχνη. Εξεπλάγην με τη γενναιοδωρία των συγκεκριμένων Αμερικάνων να αναγωρίζουν στον απέναντί τους το ταλέντο και την ικανότητά του. Ακόμα και στην Ευρώπη όπου υπήρξα ως φοιτήτρια, δν υπήρχε αυτό τόσο έντονα. Ήταν απίστευτα απελευθερωτικό. Ήταν κομβικό σημείο για μένα. Όταν επέστρεψα αποφάσισα να δραστηριοποιηθώ με όλες μου τις δυνάμεις. Έκανα μια περφόρμανς που λεγόταν Το Κόκκαλο Που Τραγουδούσε με το συνεργάτη μου Βασίλη Τζαβάρα και την αδελφή μου και εικαστικό Εύα Μαραθάκη, έκανα το Εσωτερικό του Μαίτερλινγκ, που πήγε ιδιαίτερα καλά,  και μετά το  Ο Φίλιπ Γκλας Αγοράζει Μια Φρατζόλα Ψωμί.


15-16 Ιουλίου, Πειραιώς 260. Τιμές εισιτηρίων: ​20€, 10€ (Φοιτητικό), 5€ (Άνεργοι-A.μεΑ.). Περισσότερες πληροφορίες: greekfestival.gr
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.