Το μινόρε της αυγής- Της Βίκυς Κλεφτόγιαννη

Γεννημένος το 1960, την επόμενη μέρα θα έκλεινε τα είκοσι τρία. Το σχεδίαζε από καιρό. Σκέφτηκε ότι η παραμονή των γενεθλίων του θα ήταν μια καλή μέρα. Ήταν η γιορτή του Άι-Δημήτρη, οι γονείς της είχαν συγγενείς που γιόρταζαν σε γειτονικό χωριό και σίγουρα θα έλειπαν απ’ το σπίτι για ώρες. Είχε προσπαθήσει και με το καλό, αλλά ο πατέρας της Σοφίας, ανένδοτος. «Αυτό το κομμούνι να το ξεχάσεις! Με τους φίλους του με τα ζιβάγκο, που νομίζουν ότι μας καβάλησαν. Αλλά θα ξανάρθουμε στα πράγματα ρε καθίκια και δε θα ξέρετε από πού να φύγετε». Και όσο του έλεγε η Σοφία ότι τον αγαπούσε και τον ήθελε, τόσο αγρίευε εκείνος και τον έβριζε και τον κατηγορούσε ότι η κόρη του εξαιτίας του δεν έδωσε εξετάσεις να περάσει στο Πανεπιστήμιο. «Θα κλεφτούμε, Σοφούλα, της είπε. Δεν υπάρχει άλλη λύση». Μάζεψε τον Κώστα και τον Τάκη λίγες μέρες νωρίτερα και το κανόνισαν. Η Σοφία θα προφασιζόταν την άρρωστη και μόλις έφευγαν οι γονείς της, θα περνούσαν να την πάρουν με το Lada του Τάκη και θα έφευγαν κατευθείαν για την Αθήνα. Εκεί ήταν μια ξαδέρφη του Κώστα που θα τους φιλοξενούσε στην αρχή, ενώ ένας φίλος της θα του έβρισκε δουλειά. Θα παντρεύονταν αμέσως, μην τυχόν τους ανακάλυπτε ο πατέρας της και όλα καλά. Έτσι έκαναν. Έφυγαν απ’ το χωριό αργά το απόγευμα και ύστερα από δυο ώρες περνούσαν έξω απ’ τη Λάρισα. Έβγαλε φλας ο Τάκης και έστριψε για την πόλη. -Τι κάνεις ρε; Τι δουλειά έχουμε στη Λάρισα; Θα καθυστερήσουμε, του είπε. – Σώπα, ξέρω εγώ, απάντησε ο Τάκης. Ύστερα από δέκα λεπτά έφτασαν σε ένα καφενείο. Ένας μεγαλόσωμος μεσήλικας, με τεράστιο τσιγκελωτό μουστάκι τους προϋπάντησε. -Πού είσαι ανιψιέ; Χάθηκες! είπε γελαστά και αγκάλιασε τον Τάκη. – Όλα εντάξει; Όπως σου είπα; τον ρώτησε ο Τάκης. – Ναι, βρε, όπως μου τα παρήγγειλες, περάστε. Μπήκαν στο κατάμεστο καφενείο, που μύριζε τσίπουρο και χρησιμοποιημένη τράπουλα. Ένα τραπέζι γωνιακό, ακριβώς κάτω από την τηλεόραση, τους περίμενε. Ένα βάζο με λουλούδια, κρασί και μεζέδες. «Εδώ θα γιορτάσουμε το γεγονός και τα γενέθλιά σου ρε φιλαράκι! Έτσι θα σε αφήναμε; Χωρίς γλέντι;» του είπε ο Τάκης. Τον άρπαξε αυτός από τον σβέρκο και τον αγκάλιασε σφιχτά. Οι παρέες μιλούσαν δυνατά, για πολιτικά, για ποδόσφαιρο, ο καπνός έφτιαχνε μια ατμόσφαιρα ονειρική, άρχισαν να τρώνε και να πίνουν, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους στο μέλλον, έκαναν σχέδια, έλεγε αυτός γλυκόλογα στη Σοφούλα του και της υποσχόταν τη μεγάλη ζωή στην πόλη, μακριά από τον κάμπο και τα καλαμπόκια και τα μεροκάματα, τους εύχονταν κι απ’ τα διπλανά τραπέζια κι έπιναν στην υγειά τους. Για μια στιγμή το μαγαζί σώπασε. Στην τηλεόραση έπεσαν οι ασπρόμαυροι τίτλοι απ’ το «Μινόρε της Αυγής» και ακούστηκε η μελωδία. Σηκώθηκε αυτός απότομα, τράβηξε την καρέκλα του, γονάτισε μπροστά στη Σοφία και άρχισε να τραγουδά. «Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής, για σένανε είναι γραμμένο από το κλάμα κάποιας ψυχής»

Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής

«Αυτή είναι η πρώτη καντάδα που σου κάνω», της είπε και τη φίλησε. Κάτι πήγε να πει εκείνη, αλλά από έξω ακούστηκε ένας υστερικός ήχος φρεναρίσματος. Αναγνώρισαν το αγροτικό του πατέρα της. Κάποιος ρουφιάνος πρέπει να ήταν στο μαγαζί και του το σφύριξε. Τους έβγαλε ο θείος του Τάκη από την πίσω πόρτα, θα τον καθυστερούσε, τους είπε. Έφτασαν στο αυτοκίνητο, χώθηκε με τη Σοφία στο πίσω κάθισμα, ο Τάκης έβαλε μπροστά και γκάζωσε, ο Κώστας μόλις που πρόλαβε να μπει μέσα, βγήκε ξωπίσω τους ο πατέρας της, τον άκουσαν που έβριζε, το Lada σαν να είχε βγάλει φτερά, το αγροτικό του πατέρα της δεν τράβαγε, έφτασαν στη διασταύρωση, βγήκαν στην εθνική, προσπέρασαν μερικούς, κοίταξαν πίσω, κανείς. Ύστερα από δυο ώρες είχαν περάσει τη Λαμία. Συζητούσαν και γελούσαν δυνατά, η γη της επαγγελίας ήταν κοντά, το αυτοκίνητο έτρεχε κάτω από τα κίτρινα φώτα διασχίζοντας τη χώρα της ανοικοδόμησης, με τον αέρα της αλλαγής, που υποσχόταν ένα καλύτερο αύριο. Αύριο κλείνει τα πενήντα πέντε. Έσπρωξε την πόρτα του άδειου καφενείου -που μοιάζει σαν να το ‘χει παγώσει ο χρόνος στη δεκαετία του ’80- με τις πράσινες τσόχες και το τεράστιο ψυγείο με βιτρίνα. Κάθισε στο τραπέζι του και παρήγγειλε μια μπίρα. Ύστερα, σκέφτηκε τα γενέθλιά του και τα χρόνια που πέρασαν σαν νερό. Μόλις ήρθαν στην Αθήνα, παντρεύτηκαν και αυτός ξεκίνησε δουλειά σε οικοδομές. Απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Έβγαζε καλά λεφτά τα πρώτα χρόνια, ήταν άνετα. Έκαναν δυο κόρες, αγόρασαν αυτοκίνητο κι ύστερα πήραν κι ένα δυαράκι στο Αιγάλεω, με δάνειο. Πήγαιναν συχνά στο χωριό και καμάρωνε αυτός που την είχε στα πούπουλα. Ο Τάκης ασχολήθηκε με τα χωράφια, συνδικαλίστηκε μετά, τη βρήκε την άκρη. Ο Κώστας μπήκε μόνιμος στη Νομαρχία, είπε και σ’ αυτόν αν ήθελε, είχε άνθρωπο. Αρνήθηκε. Να είναι μια ζωή υποχρεωμένος σ’ ένα κομματόσκυλο. Ύστερα -τότε, το ’89- μάλωσε άσχημα και με τους δύο, δε μίλησαν ξανά. Λίγα χρόνια αργότερα είχε ένα ατύχημα σ΄ ένα γιαπί, σακατεύτηκε. Του έδωσαν κάτι ψίχουλα για αποζημίωση, αφού ο δικηγόρος του εργολάβου το έβγαλε δικό του το φταίξιμο. Του πήρε πολύ καιρό να γυρίσει ξανά στη δουλειά και τα πράγματα στο μεταξύ είχαν δυσκολέψει. Τα γραμμάτια του σπιτιού πίεζαν. Η Σοφία έκανε διάφορες δουλειές, οι κόρες του μεγάλωναν, είχε ορκιστεί να τις σπουδάσει. Πέρασε η μεγάλη στα Γιάννενα, πούλησαν το σπίτι δυο χρόνια αφού το είχαν ξεχρεώσει, μπήκε κι η μικρή στη Φιλοσοφική. Δούλεψε λίγο παραπάνω στους Ολυμπιακούς κι ύστερα τίποτα. Ένα μεροκάματο στη χάση και στη φέξη. Χρόνο με το χρόνο η οικοδομή υποχωρούσε. Τώρα πια είναι τρία χρόνια άνεργος. Άχρηστος, λίγο μετά τα πενήντα. Η Σοφία κρατάει το σπίτι, η μικρή κάνει ιδιαίτερα, ίσα που βγάζει τα έξοδά της. Η μεγάλη έφυγε στην Αγγλία και έμεινε εκεί, είναι καλά. Στο χωριό πηγαίνουν σπάνια πια. Μια φωνή απ’ την τηλεόραση τον τράβηξε απ’ τις σκέψεις του. «Σκουπίδια», ψιθύρισε. Σηκώθηκε -σαν να ήταν σπίτι του- και την έκλεισε. «Φάνη, βάλε κανά τραγούδι να ανοίξει η καρδιά μας», είπε στον μαγαζάτορα κι εκείνος έπιασε ένα σταθμό στο ραδιόφωνο. Ρεμπέτικα. Θυμήθηκε το βράδυ στη Λάρισα, το καφενείο, τους φίλους του, το «Μινόρε της Αυγής» και την πρώτη καντάδα στη γυναίκα του. «Α ρε Σοφούλα», είπε δυνατά, «ένα ματζόρε έπρεπε να σου είχα τραγουδήσει κείνο το βράδυ. Πού ξέρεις, μπορεί η πουτάνα η ζωή να μας είχε φερθεί καλύτερα».

Το βιβλίο της Βίκυς Κλεφτογιάννη «14 ζωές στη Σαλονίκη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
POPAGANDA