ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η Μικρά Ασία του Αλέξανδρου Μασσαβέτα: πέρα από τις «χαμένες πατρίδες»

Σπούδασε στο Κειμπριτζ, μπάρκαρε στα καραβια, ερωτευθηκε την Πόλη, αντιστάθηκε στον Ερντογάν. Μετα τη συναρπαστική του «Κωνσταντινούπολη», ο συγγραφέας μας μιλάει για την Τουρκία και το νέο του βιβλίο «Μικρά Ασία: Το παλίμψηστο της μνήμης».
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS (πορτρέτο), Αλέξανδρος Μασσαβέτας
_MG_1245

Ποια ήταν η τελευταία φορά που διάβασες ένα βιβλίο για την Μικρά Ασία; Αν πάρω παράδειγμα τον εαυτό μου, μάλλον η απάντηση είναι «πολύς καιρός, τόσος που δεν θυμάμαι αν όντως συνέβη». Κι αυτό γιατί οι λέξεις «Μικρά Ασία» οδηγούν σε τρεις συνεπαγωγές: Στην εικόνα μιας πόλης που καίγεται, στα σουτζουκάκια της γιαγιάς και στο συστηματικό eye rolling απέναντι σε όσους χρησιμοποιούν την ιστορία για να αναπτύξουν την εθνικιστική τους παρόλα. Και κάτι ακόμα· φοβόμαστε πως ένα τέτοιο βιβλίο θα ‘ναι βαρύ κι ασήκωτο, όπως οι μνήμες που κουβαλά η περιοχή.

Γιατί η αλήθεια είναι πως, παρόλο που έχουμε να ανοίξουμε βιβλίο για την Μικρά Ασία από το σχολείο, νομίζουμε πως την ξέρουμε πολύ καλά. Επειδή γνωρίζουμε τις περιοχές με τα «κανονικά» τους ονόματα και έχουμε ανατριχιάσει από τις διηγήσεις των προσφύγων, επιλέγουμε να μην ξύσουμε πληγές που δεν θα επέτρεπαν ελαφριά ανάγνωση. Έτσι τα χρόνια περνούν και η Μικρά Ασία γίνεται τόσο άγνωστη όσο μας είναι γνωστή, καθώς, ακόμα κι αν γνωρίζουμε τι συνέβη το 1922, δεν μάθαμε ποτέ τι έγινε μετά. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που ξέρουν –και ένας από αυτούς είναι ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας, συγγραφέας του «Μικρά Ασία: Το παλίμψηστο της μνήμης», τον οποίο συνάντησα στην οδό Ηπίτου για καφέ και λεμονάδα.

Πέργαμος. Το παλιό ελληνικό παρθεναγωγείο.

Με τι είδους αυθεντία, απορεί κανείς, μπορεί να μιλά ένας απόφοιτος του Κέιμπριτζ για την Μικρά Ασία; Με αυτήν, θα απαντούσε ο ίδιος ο Μασσαβέτας, που του δίνουν τα σχεδόν 13 χρόνια παραμονής του στην Τουρκία: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, σπούδασα στη Νομική εδώ και στην συνέχεια έκανα ένα μεταπτυχιακό στην Αγγλία, στο Κέιμπριτζ. Εκεί κατάλαβα ότι δεν θα με ενδιέφερε η νομική καριέρα και αποφάσισα να κάνω ένα gap year. Αντί αυτού, κατέληξα να δουλεύω σε κρουαζιερόπλοιο ένα καλοκαίρι και έτσι βρέθηκα στην Πόλη. Τυχαία, χωρίς να το επιδιώκω, έγινε μια αλλαγή στο δρομολόγιο. Μου άρεσε πάρα πολύ και αποφάσισα να μετοικήσω εκεί. Έμαθα την γλώσσα από την αρχή στον δρόμο, κάνοντας παρέα με Τούρκους», θυμάται ο Μασσαβέτας.

Το ροδαλί χρώμα της σαρμουσακόπετρας δίνει τον τόνο στο Αϊβαλί.

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΤΑΜΠΕΡΑΜΕΝΤΟ

Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην κλισέ ερώτηση: Τελικά οι Τούρκοι με τους Έλληνες μοιάζουν τόσο όσο λένε; Η απάντηση που πήρα, ωστόσο, μόνο κλισέ δεν ήταν: «Δεν μπορώ να πω ότι οι Έλληνες είναι κάπως και οι Τούρκοι κάπως αλλιώς. Δεν μπαίνω σ’ αυτή τη λογική, Θεωρώ ότι πάρα πολλά πράγματα είναι διαφορετικά στην Τουρκία, επειδή είναι πολύ στρατοποιημένη κοινωνικά. Αυτό δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Από τον τρόπο που θα σε χαιρετήσει καταλαβαίνεις πού ανήκει πολιτικά και κοινωνικά», εξηγεί. «Οι Τούρκοι είναι άνθρωποι πάρα πολύ ανοιχτοί και πολύ συναισθηματικοί. Έχουν ένα πολύ σκοτεινό ταπεραμέντο, δεν είναι Μεσογειακοί, ρέπουν στην μελαγχολία. Γνώρισα αρκετά καλά την τουρκική κοινωνία, πιστεύω. Η διαφορά εκεί δεν είναι οικονομική, αλλά καθαρά πολιτιστική, σημείων αναφοράς. Ακόμα και στην Πόλη μπορείς να βρεις νέες κοπέλες που ζουν μια ζωή σαν την Σαμάνθα στο Sex and the City και άλλες που είναι κλεισμένες στο σπίτι και δεν επιτρέπεται να απαντούν το τηλέφωνο».

42

Σμύρνη, Πούντα. Η Κατερίνα Βεντούρα στο σπίτι της

Η «Μικρά Ασία» προέκυψε λίγα χρόνια μετά το πετυχημένο «Κωνσταντινούπολη: Η Πόλη των απόντων» και θεωρητικά πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που θα καλύπτει γεωγραφικά ολόκληρη την Τουρκία: «Η ιδέα ήταν να γίνουν τρία βιβλία. Το πρώτο για τις περιοχές που αναφέρονται, περιοχές στην παραλία με ελληνικές ιστορικές μνήμες. Το δεύτερο θα είχε θέμα την ενδοχώρα, μια περιοχή πολύ διαφορετική. Ακόμα και οι ελληνικές κοινότητες της ενδοχώρας ήταν τουρκόφωνες οι περισσότερες, αλλιώτικες από εκείνες των παραλίων. Ήταν πολύ αρχαίες κοινότητες. Ήθελα λοιπόν τα παράλια, την ενδοχώρα, και μετά αυτό που εγώ στο μυαλό μου έχω ονομάσει Ανατολία, την παλιά Αρμενία, τις περιοχές ανάμεσα στην Τουρκία και στην Συρία». Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται εφικτό στο άμεσο μέλλον. «Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν έχω το κουράγιο για άλλη έρευνα, θέλω να γράψω κάτι λογοτεχνικό πρώτα. Επίσης, ενώ η ενδοχώρα ακόμα είναι προσβάσιμη, οι πιο ωραίες για μένα περιοχές της Τουρκίας, που είναι τα σύνορα με την Αρμενία, όλη η μεθώριος με την Συρία ξεκινώντας από την Αντιόχεια, δεν είναι προσβάσιμα τώρα. Έχει γίνει μια περιοχή σε οιωνεί εμπόλεμη κατάσταση. Δεν είναι σώφρον να πάει κανείς εκεί για έρευνα, γιατί συλλαμβάνονται δημοσιογράφοι για ο,τιδήποτε. Αυτό είναι ένα καθεστώς στρατιωτικού νόμου, όπως στην δεκαετία του ’90. Η κατάσταση σε αυτές τις περιοχές πλησιάζει να γίνει κάτι αντίστοιχο με την Συρία. Δεν έχω ιδέα πώς θα εξελιχθεί».

Η δουλειά που υπάρχει πίσω απ’ το βιβλίο είναι πράγματι τεράστια. Όταν βρέθηκε στα χέρια μου, οι λέξεις βαρύ και ασήκωτο μου φάνηκαν σχεδόν κυριολεκτικές, μιας και ο όγκος του είναι πάνω από 700 σελίδες. Όμως η αρχική ματιά είναι που φοβίζει –στις πρώτες σελίδες έχεις ήδη βάλει τα γέλια. «Το μοντέλο μου είναι η αγγλική ταξιδιωτική λογοτεχνία, με πολλές ιστορίες ατόμων και διηγήσεις», εξηγεί ο Μασσαβέτας. Του χρειάστηκαν τρία χρόνια συστηματικής έρευνας, μέσα στα οποία κατέγραψε την ιστορική βιβλιογραφία κάθε περιοχής και την αλλαγή του αστικού τοπίου μέσα στα χρόνια. «Πρώτα έπρεπε να διαλέξω τα μέρη. Είχα ήδη διαλέξει τα μέρη που μου άρεσαν εμένα, και ήθελα να διαλέξω και τα πιο σημαντικά από πλευράς Ιστορίας και ιστοριών που ήθελα να παρουσιάσω. Τα είχα επισκεφτεί σχεδόν όλα, αλλά ήθελα να πάω και άλλη μια φορά για το βιβλίο, αφού είχα κάπως προετοιμαστεί και συζητήσει με τους συνταξιδιώτες μου. Τα ταξίδια ήταν το εύκολο. Βρήκα και μια χρηματοδότηση, η οποία με βοήθησε πολύ, γιατί ακόμα και τα βιβλία που χρειάστηκα ήταν πάρα πολύ ακριβά και δεν μπορούσα να τα βρω ούτε σε βιβλιοθήκες ούτε πουθενά. Το πιο χρονοβόρο κομμάτι ήταν το διάβασμα, ειδικά για τα θέματα στα οποία δεν υπήρχε βιβλιογραφία και έπρεπε να μάθω να διαβάζω, ας πούμε, γερμανικά». Και παιδιά, έμαθε.

Βουρλά, στον άλλοτε ελληνικό τομέα

ΝΙΚΑΙΑ ΚΑΙ ΣΜΥΡΝΗ

Οι δύο πιο αγαπημένες του πόλεις από αυτές που περιγράφει στο βιβλίο είναι η Νίκαια και η Σμύρνη: «Η Νίκαια οπωσδήποτε σαν τόπος σήμερα, γιατί είναι τόσο καλοδιατηρημένη και έχει τόσα φαντάσματα να κυνηγήσεις. Ως χώρος και κατάσταση η Σμύρνη, το κομμάτι των Λεβαντίνων ειδικότερα. Η ελληνοφωνία των Λεβαντίνων, τα Σμυρναίικα, ήταν αυτό που μου κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον. Είναι κάτι εντελώς άγνωστο και ξεχασμένο, ακόμα και μεταξύ απογόνων των Σμυρνιών. Δεν υπάρχει αυτή η μνήμη μιας κοινότητας που δεν ήταν ελληνική με τον τρόπο που συνήθως ορίζεται η ελληνική ταυτότητα. Ήταν καθολικοί, είχαν ξένα διαβατήρια. Υπό μια αφηρημένη έννοια ταυτίζονταν με κάποια ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ουσιαστικά ήταν απόλυτα ελληνόφωνοι. Και τα έθιμά τους ήταν εντελώς ελληνικά. Όλο αυτό το φλου μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον».

Και για τους αναγνώστες όμως, το πιο σημαντικό είναι πως ο Μασσαβέτας βρίσκει μια ιδανική ισορροπία. Ξεφεύγει από το εθνικό αφήγημα για την Μικρά Ασία και μας δείχνει την σημερινή της όψη, χωρίς όμως να ξεχνά τους ανθρώπους που έζησαν εκεί. «Στην Μικρά Ασία είναι πάντοτε πιο δύσκολο, γιατί θα βρεις πάρα πολλά ερείπια, πάρα πολλά μέρη που έχουν χάσει εντελώς την σύνδεση με το παρελθόν. Στην Σμύρνη ειδικά έρχεσαι αντιμέτωπος με μια πόλη που δεν έχει καμία σχέση με τις φωτογραφίες που έχει δει κάποιος στην Ελλάδα. Ήθελα λοιπόν να πιάσω το νήμα μετά το 1922, που η πόλη καταστρέφεται. Στην Ελλάδα βέβαια ήταν τόσο τραυματικός ο βίαιος αποχωρισμός, που η Σμύρνη μετατρέπεται σε καταραμένο μέρος για το οποίο προτιμάς να μην ξέρεις και πολλά. Εγώ, όσο επίπονο κι αν ήταν, προσπάθησα να πιάσω την ζώσα ιστορία. Πήγα στον τόπο της μνήμης να βρω αυτούς που παρέμειναν εκεί –και δεν ήταν Ρωμιοί. Όμως μέσα από την ανάμνηση των Λεβαντίνων και των Εβραίων αναδεικνύεται η παλιά Σμύρνη και όλες αυτές οι κόντρες και η συμβίωση μεταξύ των κοινοτήτων που ξέρουμε από την λογοτεχνία».

4

Νίκαια. Ο μαχαλάς των Ρομά δίπλα στα τείχη.

Ο,ΤΙ ΕΓΙΝΕ, ΕΓΙΝΕ;

Ο Μασσαβέτας, άλλωστε, έχει μια πολύ συγκεκριμένη θέση για την περίπλοκη ιστορία των δύο λαών. «Έχουν γίνει όλα αυτά τα χαζοχαρούμενα ελληνοτουρκικά φόρουμ και οι συναντήσεις, τα οποία θεωρώ πολύ γελοία. “Τρώτε κι εσείς τζατζίκι, α κι εμείς, τι ωραία που περνάμε” και τέτοια. Παθαίνω ναυτία με αυτά, γιατί αν δεν πεις κάτι πιο ουσιαστικό και αν δεν τα ψάξεις όλα αυτά, δεν βγαίνει συμπέρασμα. Δεν γίνεται να αποφεύγεις τέτοιες συζητήσεις και το βλέπουμε πολύ πιο έντονα μεταξύ Τούρκων και Αρμενίων. Δεν πρόκειται να φτιάξει όλο αυτό με ένα “ό,τι έγινε, έγινε”. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Βρίσκω την λογοτεχνία μας πάνω στο θέμα πολύ στρατευμένη, ειδικά αυτήν της Αριστεράς. Για όλα φταίνε οι ξένοι, οι Γερμανοί, δεν φταίνε ούτε οι Έλληνες, ούτε οι Τούρκοι. “Μας βάλανε”. Όλο αυτό είναι πολύ έντονο και πολύ επικίνδυνο, γιατί είναι πολύ εύκολο να αποποιείσαι την ευθύνη για το τι συνέβη. Αν όμως δεν έχεις ευθύνη δεν μπορείς να το διαχειριστείς και δεν παίρνεις κανένα μάθημα για το μέλλον. Αυτό είναι πολύ παιδαριώδες, αλλά είναι εμφανές στην λογοτεχνία που αναφέρεται στην εποχή, κυρίως στην Διδώ Σωτηρίου. Αυτή είναι και η επίσημη θέση της Αριστεράς, αλλά και άλλων. Την βρίσκω απλώς γελοία. Δεν είναι δυνατόν. Υπάρχει η ευθύνη όλων».

Είναι γενοκτονία ή εθνοκάθαρση αυτό που συνέβη στους Έλληνες της Μικράς Ασίας; «Νομίζω ότι αυτό αφορά περισσότερο την τουρκική κοινωνία από την δική μας. Η κοινωνία που ουσιαστικά επωφελήθηκε από αυτό πρέπει να μάθει να το διαχειρίζεται. Υπάρχει πάρα πολύς κόσμος στην Τουρκία που ξαφνικά ανακαλύπτει ότι είναι εγγόνι ή δισέγγονο Ρωμιών ή Αρμενίων και ότι η αλλαγή ταυτότητας συνέβη κάτω από πολύ βίαιες συνθήκες. Αυτό είναι πολύ προβληματικό, μια γιαγιά ή ένας παππούς να αποκαλύπτουν την αλήθεια λίγο πριν πεθάνουν», εξηγεί. «Δεν έχει τόση σημασία αν θα το πούμε εθνοκάθαρση ή γενοκτονία. Γιατί θέτει κανείς αυτό το ερώτημα; Για τις αποζημιώσεις; Μα οι δολοφονηθέντες δεν υπάρχουν πια, ούτε καν τα παιδιά τους πολλές φορές. Το θέμα είναι να συζητηθεί το γεγονός ότι έγιναν κάποια πράγματα πολύ βίαια και βάρβαρα, να γίνει συνείδηση, μπας και δεν επαναληφθεί. Ειδικά σήμερα, που στην Τουρκία υπάρχει μια πολύ αυταρχική πολιτική κουλτούρα και τέτοια πόλωση που λέει ο ένας για τον άλλο “μακάρι να πέθαιναν όλοι”. Και επειδή τώρα πια δεν υπάρχουν μειονότητες, δεν μπορείς να το ρίξεις στους Έλληνες, τους Εβραίους, στους Αρμένιους. Δεν υπάρχει συνείδηση ότι μια ομάδα μπορεί εύκολα να στοχοποιηθεί. Τα εγκλήματα τιμής δεν είναι ίδια βία; Παλαιότερα θα ήταν ο Εβραίος, ο Ρωμιός, ο άπιστος, σήμερα είναι η ίδια μας η κόρη».

50

Μίλητος. Το αρχαίο θέατρο με το βυζαντινό κάστρο στην κορυφή.

Μπορεί η Τουρκία, όπως είναι σήμερα, να μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση; «Ακόμα και όταν τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα θεωρούσα πως όχι. Δεν έχει την πολιτική κουλτούρα που είναι απαραίτητη στην Ευρώπη. Γι’ αυτό είναι και τόσο σημαντικό να συζητηθούν τα τραύματα του παρελθόντος. Υπάρχει μια βιαιότητα στην κοινωνική δομή και στην πολιτική κουλτούρα της χώρας, ένας αυταρχισμός που δυστυχώς διαχέει τα πάντα. Δεν κατάλαβαν ότι ένταξη στην ΕΕ σημαίνει ότι απεμπολύεις και ένα κομμάτι της εθνικής σου κυριαρχίας, κάτι που για τους περισσότερους Τούρκους είναι ανάθεμα. Υπάρχει ένα φοβερό πρόβλημα ταυτότητας, πρέπει να αποφασίσουν τι θέλουν να είναι, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο. Δεν νομίζω πως ξέρουν».

Όπως κι εμείς εδώ, στην Ελλάδα, δεν γνωρίζουμε την δυναμική που υπάρχει στην τουρκική κοινωνία. «Δεν είναι ότι οι αστικές ελίτ είναι κεμαλικές και η επαρχία κάτι άλλο. Είναι πολύ πιο σύνθετο. Οι νεόπλουτοι είναι όλοι σχεδόν ψηφοφόροι του Ερντογάν και μπορείς να βρεις χωριά απομακρυσμένα με κεμαλιστές ή αριστερούς μέχρι το κόκκαλο. Υπάρχει ίσως, γεωγραφικός προσδιορισμός: η ανατολική Θράκη, πλην της Πόλης, είναι κεμαλική κατά βάση, όπως και κάποια κομμάτια της παραλίας. Δύο θύλακες Κεμαλιστών, μέσα σε μια θάλασσα “ερντογανική”». Μιλώντας για τους Κεμαλιστές, μου περιγράφει την «κεμαλική διαταραχή προσωπικότητας»: «Κάποιος διατύπωσε τον όρο “κεμαλική διαταραχή προσωπικότητας”· ο Κεμαλιστής υπεραμύνεται του κοσμικού κράτος, του εξευρωπαϊσμού και του δυτικού τρόπου ζωής, ενώ από την άλλη περηφανεύεται για το Ισλάμ που κατέλαβε την Πόλη. Μιλά και εξαίρει τον δυτικό τρόπο ζωής, μισεί όμως την Δύση –αυτό είναι κόμπλεξ κατωτερότητας. Οι Κεμαλιστές έχουν, θεωρώ, πολλά κοινά με τον ΣΥΡΙΖΑ στον τρόπο που βλέπουν την Δύση, στον τρόπο που βλέπουν τους ξένους που δεν καταλαβαίνουν, που αδικούν, που είναι ιμπεριαλιστές».

58

Λάτμος. Μονή του Στύλου.

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΓΚΕΖΙ

Η συζήτηση, φυσικά, πάει στις διαδηλώσεις της πλατείας Ταξίμ και στο πάρκο Γκεζί. «Τότε σταμάτησε η ζωή μου. Ήμουν εκεί επί έναν μήνα, δεν έκανα τίποτα άλλο, πήγαινα κάθε μέρα. Έφαγα πολλά δακρυγόνα, όμως για μένα ήταν οι πιο ωραίες μέρες στην Τουρκία. Εκεί που είχαμε χάσει κάθε ελπίδα, που ο Ερντογάν έκανε ό,τι ήθελε, συνέβη κάτι εντελώς σουρεαλιστικό: Μέσα στο πάρκο, σε απόσταση λίγων μέτρων, ήταν οι σκηνές του PKK, σε μια συμβίωση, χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις, με Κεμαλιστές, με εθνικιστές, με το gay-lesbian κίνημα, με αντικαπιταλιστές μουσουλμάνους –πρώτη φορά τους άκουγα κι εγώ! Το Γκεζί ήταν πολύ ετερόκλητο, μέχρι το τελευταίο βράδυ, που νομίζαμε ότι θα πεθάνουμε με την εκκένωση», θυμάται. «Στην Ελλάδα δεν καταλάβαμε τι ήταν το Γκεζί. Βρέθηκα στην Αθήνα όταν είχε πεθάνει εκείνο το παιδί, ο Μπερκίν Ελβάν. Κατέβηκα με έναν φίλο μου Τούρκο στην διαδήλωση μπροστά στο Πανεπιστήμιο. Εκείνος έμεινε κάγκελο, δεν ήθελε να μείνει. Εμένα μου ήρθαν πραγματικά δάκρυα. Στερεοτυπικές φάτσες, άκαιρα πανό, πολιτική εκμετάλλευση. Στο Γκεζί υπήρχε μια φοβερή συμμετοχή από άτομα που δεν ήταν γελοιογραφίες. Δεν υπήρχε καθοδήγηση, μιλάμε για την κοινωνία των πολιτών, που για μένα έχει πολλή μεγάλη σημασία».

5

Νίκαια. Στα ερείπια της Κοιμήσεως

Ο τρόπος που ο Μασσαβέτας μιλάει για την Τουρκία δείχνει πως την αγάπησε πολύ, έστω κι αν πιστεύει πως η Πόλη που ήξερε δεν υπάρχει πια. Και αν κάτι κάνει το οδοιπορικό του στην Μικρά Ασία ελκυστικό είναι αυτή ακριβώς η τρυφερότητα για όσα υπάρχουν ακόμα εκεί.

Watermark.aspx-4μμ
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.