ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Για πες ρε συ Μάρκελλε Χρυσικόπουλε, πως τη βγάζεις παίζοντας μπαρόκ στην Ελλάδα;

Ο διεθνούς φήμης τσεμπαλίστας και σύγχρονος «γκουρού του μπαρόκ» μιλάει στην Popaganda για τον άθλο του να ζεις από τη μουσική σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, και για τη «θρυλική» μπλούζα του με τη στάμπα «μπαρόκ ρε μουνιά» που φορούσε στα μικράτα του.
2 (28) copy

Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος δεν μοιάζει με αυτό που ίσως περιμένει κανείς από έναν τσεμπαλίστα με εξειδίκευση στη μουσικό του μπαρόκ. Βλέποντας τον, εύκολα μπορείς να τον φανταστείς σε ενα ροκ συγκρότημα. Άλλωστε, πολλές από τις απόψεις που γενναιόδωρα μοιράστηκε με την Popaganda, μόνο συντηρητικές δεν τις λες. Όμως μην τον αφήσετε να σας ξεγελάσει. Πρόκειται για ένα μουσικό με διεθνή αναγνώριση.

Μάρκελλε, χαίρομαι πολύ που έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε. Εκτιμώ πολύ τη δουλειά σου, αλλά και κάτι ακόμη: στη γενιά σου, αλλά και ειδικά στη δική σου περίπτωση, έχετε κατακτήσει το να ασχολείστε πολύ σοβαρά με το αντικείμενό σας χωρίς να κουβαλάτε απαραιτήτως μαζί τη σοβαροφάνεια την οποία αυτό έφερε υποχρεωτικώς μαζί στο παρελθόν. Με φοβίζουν πάρα πολύ οι άνθρωποι που παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους. Σέβομαι αυτούς που ό,τι κάνουν, το κάνουν σοβαρά. Αλλά μου φαίνεται πως οι άνθρωποι που παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους είναι ικανοί για τα χειρότερα εγκλήματα. Ικανοί ίσως και να μεγαλουργήσουν. Καμιά φορά αυτά πάνε και μαζί. Δεν ξέρω ποιοι ακριβώς ανήκουν στη γενιά μου, ή εγώ σε ποια γενιά ανήκω, αλλά νομίζω ότι κοιτάζοντας κανείς γύρω του και βλέποντας πού ζει και πού λειτουργεί, και πού προσπαθεί να κοινωνήσει αυτό που κάνει, καταλαβαίνει, αν είναι νοήμων άνθρωπος, ότι είμαστε πομποί πολύ περιορισμένης εμβέλειας. Το να αντιλαμβανόμαστε τη δουλειά μας και τη θέση μας στην κοινωνία σαν να είναι κάτι κοσμοϊστορικής σημασίας, για το μέρος και το χρόνο που ζούμε, έχει ένα χαρακτήρα φαιδρότητας, πράγμα στο οποίο έχω μια αλλεργία –  όσο κι αν με γοητεύει η φαιδρότητα. Είναι σαν κι αυτό που λέγεται καμιά φορά στις συναυλίες: ο τάδε παρουσιάζει σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση τη δουλειά του. Ναι, είναι πρώτη παγκόσμια γιατί δεν έχει ξαναπαίξει ποτέ, αλλά δεν αφορά και τον κόσμο! Αφορά ενδεχομένως τη μάνα του και τους φίλους του από την πολυκατοικία, αλλά πραγματικά κανέναν άλλο! Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συμβαίνουν πράγματα σημαντικά, ίσα-ίσα: έχουμε τη χαρά, την τιμή ή την τύχη, κάποιοι από εμάς να κάνουμε ενδιαφέροντα πράγματα και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ίσως τα βήματα της Καμεράτα έξω να είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός πρέσβης αυτού στο οποίο αναφέρομαι.  Από την άλλη, δεν βλέπω πώς μπορεί κανείς να στηριχτεί σε αυτό και να περπατά στο δρόμο ή να μιλάει λες και είναι σε άμβωνα και να έχει ένα ύφος σαράντα καρδιναλίων – ή όσων τέλος πάντων λέει η έκφραση… Οπότε ας πούμε ότι, ευτυχώς, το να μην χρειάζεται να φέρουμε συνεχώς αυτό το μανδύα σοβαροφάνειας είναι μια πολυτέλεια που μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας. Ελπίζω, χωρίς αυτό να μειώνει σε τίποτα την ποιότητα και την ειλικρίνεια της δουλειάς μας.

Σε ποια ηλικία ανακάλυψες πως αυτό που ήθελες να κάνεις στη ζωή σου ήταν η μουσική; Είχα κατ’ αρχάς ένα παλιό πιάνο στο σπίτι, κατάλοιπο της πρώην μεγαλοαστικής οικογένειας από την οποία κατάγομαι απ’ την πλευρά της μαμάς  – τα παιδία έκαναν γαλλικά και είχαν κι ένα πιάνο. Είχα κι έναν παππού ημίτρελο ο οποίος έπαιζε βιολί, αυτοδίδακτος, και πρέπει να έπαιζε κι αρκετά καλά παρότι ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα. Δεν ξέρω. Δεν το αποφάσισα εγώ. Είμαι από αυτές τις περιπτώσεις που οι γονείς ανάγκασαν τα παιδιά να πάνε σε ωδείο. Δεν καταλάβαινα καν για τι πράγμα μιλάει η μουσική.  Άργησα πάρα πολύ να επενδύσω ουσιαστικά στη μουσική. Θεωρώ ότι αν είχα την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητα, θα μπορούσα να έχω κάνει άλλα πράγματα στη ζωή μου, ενδεχομένως πιο καλά από το να είμαι μουσικός. Δεν θεωρώ ότι έχω κάποιο αξιοσημείωτο ταλέντο στη μουσική. Παρόλα αυτά πιστεύω πως ό,τι κάνει κανείς, πόσο μάλλον στη μουσική, πρέπει να φέρει κάποιου είδους προσωπική σφραγίδα, αυτή τη σφραγίδα που εγγυάται ότι η δουλειά έχει περάσει από μια διαδικασία χώνευσης. Γιατί η δουλειά που παρουσιάζουμε είναι αποτέλεσμα μιας εσωτερικής πορείας κι όχι παραπροïόν κάποιας ενασχόλησης, όσο έντονη κι αν είναι αυτή, με τη μουσική.

Η Romina Basso με τη μπάντα του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, Latinitas Nostra.

Η Romina Basso με τη μπάντα του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, Latinitas Nostra.

Είναι ευχής έργον, αν σε ένα βαθμό εξαναγκάστηκες, που δεν σιχάθηκες μια και καλή τη μουσική! Ίσως ο εξαναγκασμός είναι βαριά λέξη, αλλά δεν είμαι σε καμιά περίπτωση από αυτά τα παιδιά που άκουσαν σε πολύ μικρή ηλικία ένα μουσικό όργανο και μαγεύτηκαν, και είπαν «αυτό θέλω να κάνω!» ή τραγουδούσαν στο σπίτι από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ίσα-ίσα νομίζω πως άργησα πολύ να υποψιαστώ καν ότι μπορώ να βρω μια θέση μέσα στη μουσική. Βέβαια είναι προφανές ότι αυτό δεν με απασχολούσε. Αλλά φτάνει κανείς στο σημείο – που είναι και αρκετά αγωνιώδες – όπου ανακαλύπτει πως μπορεί να μην έχει διαλέξει συνειδητά να κάνει μουσική, ή υπολογιστές ή μαθηματικά, αλλά έχει περάσει τόσο πολλά χρόνια ασχολούμενος με το αντικείμενο, που το να επιλέξει ξαφνικά κάτι άλλο είναι σαν να πρόκειται να αλλάξει ζωή. Μερικοί είναι αρκετά θαρραλέοι και το κάνουν, και τους εκτιμώ γι αυτό. Εγώ λιγοψύχησα! Δεν το συνιστώ πάντως σε κανένα, να είναι μουσικός.

Υπήρξε ένα κλικ, κάτι που να θυμάσαι ως σημείο καμπής; Όχι, αλλά θυμάμαι μερικούς ανθρώπους που γνώρισα, κάποιοι εκ των οποίων ήταν και δάσκαλοί μου, όπως για παράδειγμα η ποιήτρια και μεταφράστρια Μάγια Μαρία Ρούσσου ή η Μαργαρίτα Δαλμάτη, επίσης ποιήτρια και μεταφράστρια, που ήταν η πρώτη μου δασκάλα στο τσέμπαλο, οι οποίες με έκαναν να αναλογιστώ ότι η μουσική δεν εξαντλείται στις τέσσερις ή πέντε ή επτά ώρες τη μέρα που μπορεί κανείς να δουλέψει τις ασκήσεις του, ή στο ρεσιτάλ και το χειροκρότημα.  Κάθε φορά που το σκέφτομαι, είναι απίστευτη σύμπτωση που και οι δύο αυτές πρώτες δασκάλες μου, η πρώτη στο πιάνο κι η δεύτερη στο τσέμπαλο, πέρα από μουσικοί, παιδαγωγοί μουσικής, ήταν ποιήτριες και μεταφράστριες. Ίσως αυτό κάπως να έπιασε τόπο.

http://youtu.be/n1TsRpC00GM?list=UUvuZPBsfsX1uz7x1GmsUkGQ

Και το μπαρόκ; Ποια στιγμή μπαίνει στη ζωή σου ως επιλογή, και πώς; Μου άρεσε πάρα πολύ ο Μπαχ, ήταν η εποχή που είχα ανακαλύψει και τον Γκλεν Γκουλντ,  πράγμα που είναι από αυτά τα γεγονότα στη ζωή ενός ανθρώπου που μπορεί να είναι συγχρόνως σωτήρια και βλαβερά. Σε συνδυασμό με το Μπαχ και τον Γκουλντ, είχε αρχίσει να με ενδιαφέρει το θέατρο της εποχής, διάβαζα Σαίξπηρ, έστω και σε μετάφραση, θυμάμαι είχα εκείνες τις περιβόητες μεταφράσεις του Ρώτα, και μετά είχα αρχίσει να διαβάζω ελισαβετιανή ποίηση. Κάποια στιγμή έγινε κι η συνάντηση με αυτό τον άγγελο, τη Μαργαρίτα Δαλμάτη, και σε συνδυασμό με μια δύσκολη επαφή με τη Ντόρα Μπακοπούλου, που ήταν η δασκάλα μου, κι ένα ευτυχές ατύχημα που είχα γιατί ως φιλάρεσκος έφηβος είχα αρχίσει να πηγαίνω γυμναστήριο, και κάνοντας πάγκο κάποια στιγμή έπαθα μια τενοντίτιδα, προφανώς είχα και κακή τεχνική στο πιάνο, δεν γίνεται αλλιώς, αλλά με όλα αυτά το πιάνο έγινε πάρα πολύ βαρύ για μένα, και κάτι είχε αρχίσει να μου φαίνεται ξένο. Ούτως ή άλλως είχα αρχίσει να παίζω πολλή σύγχρονη μουσική στο πιάνο – Σαίνμπεργκ, Βέμπερν – άρα απομακρυνόμουν αρκετά από το βασικό ρεπερτόριο του οργάνου. Δεν έβρισκα πια τον εαυτό μου στο πιάνο. Θυμάμαι να παίζω μια σονάτα του Μπετόβεν και πραγματικά να μην καταλαβαίνω τίποτα από ότι παίζω, να μην μπορώ να τη μάθω απ’ έξω γιατί ήταν για μένα μια σειρά από ήχοι που διαδέχονταν ο ένας τον άλλο με τρόπο, δεν μπορεί κανείς να πει τυχαίο, αλλά που εγώ πάντως δεν μπορούσα να αποκρυπτογραφήσω. Σε συνδυασμό με τη γνωριμία στο Athenaeum με τη Μαργαρίτα Δαλμάτη, είπα να κάνω ένα διάλειμμα από το πιάνο, το οποίο ευτυχώς διαρκεί ακόμα.

Δεν νομίζω όμως ότι η μουσική απευθύνεται μόνο στις ιδιοφυίες. Ελπίζω, δηλαδή, να μην απευθύνεται μόνο στις ιδιοφυίες, γιατί τότε πολλοί από μας θα μέναμε, όχι χωρίς δουλειά – που ούτως ή άλλως έχουμε μείνει! – αλλά χωρίς αντικείμενο.

Με συγκινεί που αναφέρεις δεύτερη φορά τη δασκάλα σου. Γιατί μέσα στη σύγχυση που επικρατεί σε αυτή τη χώρα, ένα από τα πράγματα που έχουν διαρραγεί είναι και η σχέση δασκάλου και μαθητή. Είναι σαν  οι άνθρωποι να ντρέπονται να παραδεχτούν ότι από κάπου προέρχονται και κάτι πήραν από αυτό. Είναι ίδιον της εποχής που ζούμε, αποκύημα ενδεχομένως του ρομαντισμού, ότι εκείνο που τιμάται πρώτο δεν είναι η παράδοση, αλλά η ιδιοφυία, η ρήξη με την παράδοση. Ενώ στο μπαρόκ είναι ακριβώς το αντίθετο, στο μπαρόκ βλέπεις ένα συνθέτη να εκδίδει τα έργα του και να αποτίει φόρο τιμής στους παλαιότερους ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανένας λόγος, όταν δεν έχει μοιραστεί και δεν έχει πάρει τίποτα από αυτούς. Παρ’ όλα αυτά λέει: αυτοί μας δίδαξαν και είναι αξεπέραστοι. Εμείς ζούμε στην ακριβώς αντίθετη εποχή. Εγώ ως μαθητής ήμουνα πολύ μεγάλο κωλόπαιδο, από αυτά τα παιδιά που η πρώτη τους απάντηση είναι «όχι». Είναι δύσκολο να βιώσει κανείς την εμπειρία της μαθητείας σήμερα, γιατί αυτό προϋποθέτει ένα πλαίσιο εκπαίδευσης και κάποιες συνιστώσες ζωής και επαφής με το περιβάλλον που σχεδόν δεν μας επιτρέπονται πια. Δεν θέλω να μειώσω σε τίποτα τους δασκάλους μου, αλλά αυτό που μου φαίνεται εκπληκτικό σε ανθρώπους όπως η Μαργαρίτα Δαλμάτη κι η Μάγια Μαρία Ρούσσου, είναι ότι, παρόλο που τεχνικά δεν μου έμαθαν σχεδόν τίποτα για το τσέμπαλο, έχω την αίσθηση ότι πήρα τόσα πολλά πράγματα και σε τόσο βαθύ επίπεδο, που τα τεχνικά του τσέμπαλου είναι κάτι τόσο επιφανειακό, που δεν αξίζει καν να αναφερθεί κανείς σε αυτά.  Θεωρώ ότι μπορώ να εξηγήσω σε κάποιον τα βασικά του τσέμπαλου, και της μουσικής ενδεχομένως, σε πέντε λεπτά. Νομίζω πως ο Γκουλντ είχε πει πως μπορούσε να το κάνει σε δέκα λεπτά. Εγώ έχω κατεβάσει πολύ τον πήχυ! Είχαμε ένα συμμαθητή εκείνη την εποχή, που είχε  γονείς πιο ηλικιωμένους, οι οποίοι τον είχαν περιορισμένο, κι επειδή δεν τον άφηναν να τρώει πολλά αλμυρά γιατί φοβόντουσαν για την υγεία του, η Μαργαρίτα Δαλμάτη του έπαιρνε κρουασανάκια κι έβαζε μέσα παστές ρέγγες! (Γέλια). Αυτά για μένα είναι μαθήματα ζωής. Τώρα το πώς παίζει κανείς τσέμπαλο… Γνώρισα μετά πολλούς τσεμπαλίστες και μου δείξανε κάποια πράγματα, και στο μέτρο των δυνατοτήτων μου και της διάθεσής τα έμαθα. Ο δάσκαλος όμως πρέπει να’ ναι καταρχάς παράδειγμα ζωής, κι αυτό δεν μπορεί να γίνει εύκολα πια. Δεν μπορείς να είσαι παράδειγμα ζωής για ένα παιδί όταν στο ωδείο προβλέπονται 45 λεπτά μάθημα την εβδομάδα. Κι ούτως ή άλλως ούτε τα παιδιά, ούτε οι δάσκαλοι έχουν επίγνωση. Η μουσική είναι ένα métier. Στα γαλλικά ακούγεται πιο εξιδανικευμένο. Βασίζεται στην παράδοση: το παίρνω, στο δίνω. Στο ζω! Αυτό δεν προβλέπεται από το υπουργείο! Όχι μόνο στην Ελλάδα, και στις άλλες χώρες. Κάτι που βασίζεται στην παράδοση, δεν μπορεί να γίνει χωρίς παράδοση! Εντάξει, υπάρχουν βέβαια και παιδιά που είναι τόσο ταλαντούχα, που ακόμη κι αν τα κλείσεις σε μια άδεια δεξαμενή επί είκοσι χρόνια, όταν βγούνε πάλι θα παίζουν, θα συνθέτουν, είναι ιδιοφυίες. Δεν νομίζω όμως ότι η μουσική απευθύνεται μόνο στις ιδιοφυίες. Ελπίζω, δηλαδή, να μην απευθύνεται μόνο στις ιδιοφυίες, γιατί τότε πολλοί από μας θα μέναμε, όχι χωρίς δουλειά – που ούτως ή άλλως έχουμε μείνει! – αλλά χωρίς αντικείμενο.

Στην επόμενη σελίδα: πώς βιοπορίζεται κανείς σε αυτή τη χώρα ως μουσικός;

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.