ΣΙΝΕΜΑ

«Τζότζο»: Για να σατιρίσεις τους Ναζί, εκτός από μια πρωτότυπη ιδέα και την Σκάρλετ Τζοχάνσον, χρειάζεται και θάρρος.

Κι ο Τάικα Γουαϊτίτι ακολουθεί την crowdpleasing μέση όδο, δηλαδή τα μισοκαταφέρνει. Εκφράζοντας την εποχή της υπεραπλούστευσης, αλλά προβάροντας ίσως και το σμόκιν του για τα Όσκαρ. Γράφει η Μάρα Θεοδωροπούλου.

Με την αστεία, συγκινητική ιστορία ενός μικρού αγοριού που προσπαθεί να βρει τη θέση του στον κόσμο παρέα με μια αντισυμβατική πατρική φιγούρα, ο νεοζηλανδός Τάικα Γουαϊτίτι, που από καλτ κωμωδίες (Flight Of The Conchords, What We Do In The Shadows) έπιασε την καλή σκηνοθετώντας το Thor: Ragnarok για την Marvel, έχει υπογράψει την καλύτερη ταινία του.

Τwist! Αυτή είναι το Hunt For The Wilderpeople του 2016 και όχι το ολοκαίνουργιο Τζότζο, άσχετα με το τι υπονοούν οι 6 οσκαρικές υποψηφιότητές του. Όχι ότι αυτή η ασυνήθιστη ενηλικίωση ενός παιδιού που μεγαλώνει στη ναζιστική Γερμανία και έχει για φανταστικό φίλο τον Χίτλερ δεν είναι ενίοτε αξιαγάπητη (σίγουρα όχι η λέξη που περιμένατε τρεις λέξεις μετά το «Χίτλερ»), διασκεδαστική και καλοπροαίρετη, αλλά καταλήγει περίεργα αναποτελεσματική και άτολμη σαν σάτιρα. 

Ο 10χρονος Τζότζο (ο πρωτοεμφανιζόμενος Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις – είμαστε αιωνίως ευγνώμονες στον Γουαϊτίτι που δεν διάλεξε τον Τζέικομπ Τρεμπλέι) είναι υπερήφανο μέλος της Νεολαίας του Χίτλερ και ονειρεύεται τη μέρα που θα μπορέσει να κατατροπώσει τους τερατόμορφους Εβραίους, που φαντάζεται σαν κυριολεκτικούς δαίμονες με κέρατα και απάνθρωπες ορέξεις. Συνοδοιπόρος του σε αυτό το συναρπαστικό ταξίδι Αρίας υπεροχής είναι ο Αδόλφος Χίτλερ (Τάικα Γουαϊτίτι), ο χαριτωμένα goofy κολλητός που ζει μέσα στο κεφάλι του. Ο Τζότζο ξεκινά γεμάτος χαρά εκπαίδευση στην κατασκήνωση για μικροσκοπικούς επίδοξους Ναζί σαν εκείνον, αλλά στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει τον επικεφαλής του (Σαμ Ρόκγουελ) τραυματίζεται στο πρόσωπο και καταδικάζεται σε μια καθημερινότητα μακριά από το πεδίο μάχης, διανέμοντας απλώς προπαγανδιστικό υλικό.

Σε αυτό το εναρκτήριο μισάωρο της ταινίας, ο Γουαϊτίτι δείχνει πρόθυμος να εξερευνήσει ενδιαφέρουσες ιδέες για τον τυφλό φανατισμό και τα ατελείωτα πλοκάμια της προπαγάνδας που συνέβαλλαν καθοριστικά στη γιγάντωση του ναζισμού, εξισώνοντας και τη μαζική λατρεία προς τον Χίτλερ με την Beatlemania στους τίτλους αρχής. Μέχρι εδώ, είναι πιο πιθανό να έχουν προσβληθεί οι φαν των Beatles παρά οι φασίστες (βεβαίως κακά τα νέα για όποιον ανήκει και στις δύο κατηγορίες.) 

Ο κόσμος του Τζότζο ταράζεται συθέμελα όταν ανακαλύπτει ότι η μητέρα του (η Σκάρλετ Τζοχάνσον δεν ήταν ποτέ καλύτερη – και καλύτερα ντυμένη) κρύβει στο σπίτι τους μια νεαρή Εβραία (Τόμασιν Μακένζι, του τρομερού, ακυκλοφόρητου στην Ελλάδα Leave No Trace), σοκάρεται δε ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποιεί ότι μοιάζει με φυσιολογικό άνθρωπο. Προσπαθώντας να διαχειριστεί τη δική του περίπλοκη πραγματικότητα, ο Τζότζο αγνοεί τη σκληρή πραγματικότητα του κόσμου γύρω του – και η ταινία (βασισμένη στο μυθιστόρημα της Κριστίν Λένεν), έχοντας υιοθετήσει ολοκληρωτικά την απλοϊκή οπτική αυτού του παιδιού, κάνει ακριβώς το ίδιο. 

Στο παρόν κλίμα, μια ανάλαφρη, κωμική ματιά στους Ναζί θα ήταν έτσι κι αλλιώς δύσκολο εγχείρημα. Ο Γουαϊτίτι, που έχει εμφανώς τελειοποιήσει το συγκεκριμένο brand παιδιάστικης και ταυτόχρονα σουρεάλ κωμωδίας κι έχει στη διάθεσή του ένα πρώτης τάξεως καστ, την σκαπουλάρει οριακά, εις βάρος όμως ενός πιο κοφτερού σχολίου πάνω στις ιδεολογικές ακρότητες που οδήγησαν ανθρώπους να ρίχνονται μέσα σε φούρνους. Οι Ναζί του Τζότζο είναι κουφιοκεφαλάκηδες και τίποτα παραπάνω. Η ταινία, που στο δεύτερο μισό της κάνει επικίνδυνα ακροβατικά ύφους, δεν έχει, για παράδειγμα, το θράσος του The Producers του Μελ Μπρουκς, που αναγνώρισε ότι μόνο με ξέφρενη αναρχία (υπάρχει αστειότερο showtune από το “Springtime for Hitler and Germanyyyyy”;) μπορείς να αναμετρηθείς με κάτι τόσο φρικαλέο – η μέση οδός του Τζότζο μπορεί να είναι crowdpleasing, αλλά σαν σάτιρα δεν δείχνει ποτέ τα δόντια της και δεν μπορούμε να φανταστούμε να έχει το αντίκτυπο και τη διάρκεια του προαναφερθέντος τίτλου ή του Μεγάλου Δικτάτορα.

 

Η καλλιτεχνική και λαϊκή απήχηση του Τζότζο (κέρδισε το γουρλίδικο βραβείο κοινού στο τελευταίο Φεστιβάλ του Τορόντο) συνεχίζει την τάση των τελευταίων ετών που θέλει τόσο προφανείς και basic δηλώσεις πάνω σε σημαντικά θέματα να αποθεώνονται ως σπουδαίες εμβαθύνσεις: οι 11 υποψηφιότητες για Όσκαρ και το πάθος μεγάλης μερίδας κοινού για το Τζόκερ και η περσινή νίκη του Πράσινου Βιβλίου ως Καλύτερης Ταινίας στα Όσκαρ είναι μόνο δύο πρόσφατα παραδείγματα της αποθέωσης της υπεραπλούστευσης. Ίσως να είναι τα πολιτιστικά προϊόντα που αξίζουν και ταιριάζουν σε αυτή την εποχή της εύκολης online οργής, της υιοθέτησης του «άσπρο-μαύρο» για τα πιο περίπλοκα θέματα και της κοσμοθεωρίας που χτίζεται με μοναδική βάση έναν τίτλο άρθρου στο timeline.

Από την άλλη, ίσως να το σκεφτόμαστε υπερβολικά κι ο Τάικα Γουαϊτίτι να έχει βρει τη λύση διακηρύσσοντας «Ναζί = χαζοί, αγάπη = καλή», ενώ προβάρει το σμόκιν του για την απονομή της 9ης Φεβρουαρίου…

 

Η ταινία Τζότζο κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Odeon.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.