ΣΙΝΕΜΑ

Jeff Bridges: O Μέγας Αφαιρετικός

Μια σύντομη αναδρομή στη μεγάλη διαδρομή του απόλυτου ζεν ηθοποιού, που ακόμη κι όταν υποστηρίζει τον Donald Trump, το κάνει με στυλ και οξυδέρκεια.
popaganda_jeff_bridges_2

Ένας από τους πιο αγαπητούς ηθοποιούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, πρίγκιπας βασιλικής οικογένειας του παλιού Hollywood αλλά και πρωτοστάτης του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, στα 66 του χρόνια ο Jeff Bridges δεν έχει πάψει ακόμη να είναι το αγόρι με τα χρυσά μαλλιά και το ακόμη πιο χρυσό χαμόγελο. Ίσως ο πιο φυσικός ηθοποιός που έζησε ποτέ, όπως τον είχε χαρακτηρίσει η εμβληματική Pauline Kael, και σίγουρα ένας από τους πιο ασυμβίβαστους και τολμηρούς στους ρόλους που διαλέγει αλλά και στον τρόπο που έχει ζήσει τη ζωή του, ο ταυτισμένος με το ρόλο του The Dude πρωταγωνιστής του The Big Lebowski δεν είναι απλώς η επιτομή του cool: είναι η ζεν μετενσάρκωσή του.

Big Lebowski

Big Lebowski

Διαβόητος για την spaced out προσέγγισή του στην καθημερινότητα, η οποία μπορεί να τον προσγειώσει σε ένα diner για μια συνέντευξη με το GQ, κι ο ίδιος να μην έχει καμία μνήμη του πώς έφτασε εκεί («με την μπάντα του, δυο μέρες πριν, μετά το gig τους στο Anaheim», συμπληρώνει τα κενά ο δημοσιογράφος), ο Bridges ουσιαστικά γεννήθηκε μέσα στο σινεμά, κλείνοντας τον πρώτο του κινηματογραφικό ρόλο όταν ήταν ακόμη 6 μηνών: γιος των Lloyd και Dorothy Bridges, επισκέφθηκε το πρώτο του πλατό το 1951, όταν οι γονείς του βρέθηκαν στα γυρίσματα της Παγίδας της Ηδονής / The Company She Keeps. Εκεί, ο μικρός Bridges χρειάστηκε να φάει μια τσιμπιά απ’ την πρωταγωνίστρια Jane Greer για να μπει στο πετσί του ρόλου, ενός μωρού που έκλαιγε, πράγμα που δεν συνήθιζε να κάνει ποτέ ο baby-Jeff, καθότι ζεν από τα γεννοφάσκια του.

Παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα ηθοποιΐας από τον ίδιο τον πατέρα του, που με μεγάλη ζέση προσπαθούσε να πείσει τα παιδιά του να εισβάλλουν κι αυτά στην show-biz, ο Jeff έλαβε το βάπτισμα του ερμηνευτικού πυρός πλάι στον μπαμπά του και μπρος στις τηλεοπτικές κάμερες του Sea Hunt -μιας απ’ τις πιο πετυχημένες τηλεοπτικές σειρές περιπέτειας των αμερικανικών 50s. Επόμενο φυσικό βήμα και γι’ αυτόν, αλλά και για τον αδερφό του, τον Beau, ήταν οι σποραδικές συμμετοχές στα αυτοτελή επεισόδια της σειράς ανθολογίας του πατέρα του, το The Lloyd Bridges Show, το οποίο υπέγραφε ως παραγωγός ο Aaron Spelling.

Ένα απ’ τα πράγματα που είναι ελκυστικά σ’ αυτόν, είναι το πόσο απρόβλεπτος είναι. Μια λιγότερο ευγενική λέξη γι’ αυτό, ίσως είναι η υποκρισία του, αλλά η απροβλεψιμότητα κι η υποκρισία είναι πράγματα που όλοι μας μοιραζόμαστε, ως ανθρώπινες φύσεις.

Χρόνια μετά, όταν o Jeff θα είχε ήδη εδραιώσει τον εαυτό του ως ένα απ’ τα πιο στιβαρά ονόματα του Hollywood, θα είχε την ευκαιρία να ανταποδώσει τη χάρη στον πατέρα του, προτείνοντας στους παραγωγούς του Blown Away / Έκρηξη (μιας απ’ τις πιο μπιμουβιάρικες στροφές της καριέρας του, που τον έφερε απέναντι στον Tommy Lee Jones), να τον σκεφτούν για το ρόλο του θείο του στην ταινία. «Α ναι, ο πατέρας σου είναι υπέροχος ηθοποιός, αλλά δεν είναι κυρίως κωμικός;» του είχε απαντήσει ο παραγωγός, και συνδεδεμένος πια με τους ρόλους του στο Airplane! και τον τηλεοπτικό Seinfeld, ο Lloyd Bridges άδραξε την ευκαιρία να επαναφέρει λίγο δράμα στο βιογραφικό του, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να περάσει οντισιόν (!) για ένα μικρό ρολάκι στην ταινία του γιού του.

Ο Lloyd πήρε φυσικά το ρόλο, αποδεικνύοντας ότι το να είσαι cool είναι κάτι που το κληρονομείς απ’ την οικογένεια, όμως το ότι ο Jeff είχε φτάσει στα μέσα των ‘90s να θεωρείται μεγαλύτερο όνομα απ’ το τεράστιο του πατέρα του, δεν ήταν κάτι που είχε προκύψει τυχαία. Για πάνω από δυο δεκαετίες, ο Jeff Bridges είχε δείξει ασύλληπτα ερμηνευτικά κότσια όταν κόντραρε στα ίσια τον Clint Eastwood στο Thunderbolt and Lightfoot / Η Μεγάλη Ληστεία της Μοντάνα (1974) του Michael Cimino, κι απέσπασε τη μόνη οσκαρική υποψηφιότητα της ταινίας, είχε κάψει γυναικείες καρδιές κι είχε εμπνεύσει αντρικά βλέμματα όταν ξεπέρασε σε στιβαρότητα παρουσίας έναν γιγαντιαίο γορίλα στο King Kong (1976), είχε στιγματίσει ολόκληρη τη δεκαετία των ‘80s χαρίζοντας τη γειωμένη του ποιότητα στον υπερ-ρεαλιστικό κόσμο του Tron, είχε συμβάλει στην καλλιτεχνική νομιμοποίηση του John Carpenter αποσπώντας άλλη μια οσκαρική υποψηφιότητα για το Starman, είχε ανανεώσει το ερμηνευτικό βάθος του αστικού νουάρ με τον ρόλο του στο 8 Million Ways to Die / 8 Εκατομμύρια Τρόποι να Πεθάνεις, είχε απλώσει κύματα ανατριχίλας στα κινηματογραφικά πανιά με την ανάλαφρη εμφάνισή του στο σπαρακτικό στο The Fischer King / Ο Βασιλιάς της Μοναξιάς, κι είχε συγκρατήσει στη γη το Fearless του Peter Weir, καταθέτοντας ένα ρεσιτάλ ερμηνευτικού μινιμαλισμού.

popaganda_jeff_bridges_1

Γεμίζοντας την οθόνη με το εγγενές του χάρισμα, τη λάμψη και την αυτοπεποίθηση ενός ηθοποιού με φυσική άνεση και τεχνική αρτιότητα αρκετή, ώστε να καταφέρνει οι ρόλοι του να τυλίγονται γύρω απ’ αυτόν, και να γίνονται οι ίδιοι δεύτερο δέρμα του χωρίς να χρειάζεται ο ίδιος να απεκδύεται το δικό του, ο Bridges διένυσε δύο δεκαετίες και κάτι μέχρι να βρει τον ρόλο που θα τον καθόριζε: ο The Dude, ένας ρέμπελος απόκληρος του σύγχρονου αμερικανικού περιθωρίου, ήταν ένας χαρακτήρας που, σε σχέση με τους καλοξυρισμένους, ευθυτενείς, διεκδικητικούς κι ευθύβολους ήρωες του παρελθόντος του, θα φάνταζε ως εντελώς ανάποδη επιλογή για τον Jeff Bridges. Παρ’ όλα αυτά, γαλήνιος και προσηνής ακόμη και απέναντι στο πιο άγριο και σκοτεινό κομμάτι του αμερικανικού ονείρου, ένας προφήτης της αγάπης σε έναν κόσμο χαοτικής βίας, ο Jeff «The Dude» Lebowski έκανε για την καριέρα του Jeff Bridges ό,τι έκανε για τα έπιπλά του το χαλί που έψαχνε ο ήρωας του τίτλου στον Μεγάλο Λεμπόφσκι / The Big Lebowski των αδερφών Coen: «it really brought the room together» (έκανε τα πάντα να δέσουν μεταξύ τους, σε ελεύθερη μετάφραση).

Παρά την περιορισμένη εμπορική ανταπόκριση της ταινίας, ο Λεμπόφσκι εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς της καριέρας του Bridges, που μπορεί να μην κατάφερε να δει χρυσό ούτε στα ταμεία ούτε στα βραβεία, είδε όμως το The Dude-effect να στιγματίζει την μετέπειτά του πορεία. Μια δεκαετία αργότερα, έχοντας πλέον καταξιωθεί στη συνείδηση κοινού, κριτικών και industry (κι αφού απέδειξε ξανά ερμηνευτική ευλυγισία κι εμπορικό τσαγανό με την επιβλητική εμφάνισή του στο Iron Man), στην πρώτη του μεγάλη δραματική επιστροφή με το Crazy Heart, ο Jeff Bridges ανέβηκε στη σκηνή των Όσκαρ για να παραλάβει το πρώτο του χρυσό αγαλματάκι. Και το έκανε, φυσικά, αποτίνοντας φόρο τιμής σε ποιον άλλον; Τον Dude.

jeff-bridges-hell-or-high-water

Έχοντας περάσει σε μια νέα άνοιξη της ατέλειωτης καριέρας του, αμέσως μετά το Crazy Heart ο Bridges συνάντησε ξανά τους αδερφούς Coen και φόρεσε καπέλο και περίστροφα για το True Grit / Αληθινό Θράσος, χάρη στο οποίο απέσπασε την έκτη του οσκαρική υποψηφιότητα (τρίτη για πρωταγωνιστικό ρόλο μετά τα Starman και Crazy Heart). Κι αφού τσίμπησε μια ξεγυρισμένη φόλα με το εντελώς αποπροσανατολισμένο R.I.P.D κι έκανε την αρπαχτούλα του με το άκλαφτο Seventh Son, φέτος φόρεσε ξανά φαρδύγεισο καπέλο για το Πάση Θυσία / Hell or High Water, το ρυθμικό και μετρημένο neo-western με το οποίο ο David Mackenzie υπέγραψε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Εκεί, ωριμότερος από ποτέ, ο Bridges ενσαρκώνει την κουρασμένη οπτική μιας Αμερικής που τρέμει μπρος στο σβήσιμο των αξιών που την κρατούσαν όρθια για μια ζωή και βάλε, ζωντανεύοντας με απαράμιλλη αφαιρετικότητα ένα αξιακό σύστημα εδραιωμένο πάνω στην νομιμοποιήση της εκμετάλλευσης και τη χαριτωμενιά του τραμπουκισμού. Ένα σύστημα που αποκάλυψε τη στρεβλή του φύση μέσα από το θέριεμα του αμοραλισμού, που οδήγησε στην κατάρρευση μιας κοινωνίας ολόκληρης.

Κάπως σαν να κλείνει έναν κύκλο μεταφυσικό, ο χαρακτήρας του σερίφη στο Πάση Θυσία μοιάζει σα να αντλεί την ίδια του την ύπαρξη απ’ την ψυχή μιας άλλης ταινίας του Jeff Bridges: εκείνη που του προσέφερε την πρώτη του μεγάλη κινηματογραφική αποκάλυψη. Ένα ασπρόμαυρο ρέκβιεμ του Peter Bogdanovich για την αμερικανική επαρχία, Η Τελευταία Παράσταση / The Last Picture Show ήταν γυρισμένη το 1971, η ιστορία της εκτυλισσόταν όμως στο 1951 –συμπτωματικά, τη χρονιά που ο Bridges πρωτοστάθηκε μπρος στο φακό ως βρέφος. Ένα γλαφυρό πορτρέτο του τέλους μια εποχής για την αμερικανική ύπαιθρο, αλλά και για ένα ατόφιο, αρραγές κομμάτι της πολυσύνθετης αμερικανικής κοινωνίας, που έβλεπε το υπόλοιπο έθνος να προχωρά και να το προσπερνά, η Τελευταία Παράσταση, που παρεμπιπτόντως έφερε στον Bridges την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ, αποτελεί ιδανικό companion piece για το Πάση Θυσία, που νομοτελειακά θα οδηγήσει τον σπουδαίο αυτό ηθοποιό στην επόμενη. Δυο ταινίες που συλλαμβάνουν με εξαιρετική ευκρίνεια και οικονομία, μια κοινωνία βυθισμένη στην απογοήτευση, την απόγνωση και την οργή, κι ένα είδος εκδικητικότητας προς το σύστημα που τους πρόδωσε, και τους άφησε να αισθάνονται τόσο μόνοι, ώστε να νιώθουν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους και να πετάξουν από πάνω τους κάθε ανάμνηση του παλιού, σαν το σκυλί που πετάει από πάνω του ένα τσιμπούρι.

Ή αλλιώς, όπως το έθεσε κι ο ίδιος ο The Dude, «η ιστορία που αφηγείται αυτή η ταινία, ρίχνει λίγο φως στο γιατί οι εκλογές πήγαν προς τα εκεί που πήγαν, και το πόσο βαθιά απογοητευμένοι έχουν αισθανθεί οι άνθρωποι απ’ τον τρόπο που γίνεται η διακυβέρνηση της χώρας. Έχουν πολύ λίγη πίστη σ’ αυτήν. Ελπίζω να μην πετάμε και το μωρό μαζί με το νερό της μπανιέρας τώρα, όμως εγώ τον επευφημώ τον τύπο, τον κύριο Trump. Ένα απ’ τα πράγματα που είναι ελκυστικά σ’ αυτόν, είναι το πόσο απρόβλεπτος είναι. Μια λιγότερο ευγενική λέξη γι’ αυτό, ίσως είναι η υποκρισία του, αλλά η απροβλεψιμότητα κι η υποκρισία είναι πράγματα που όλοι μας μοιραζόμαστε, ως ανθρώπινες φύσεις. Μου άρεσε ο νικητήριος λόγος του, κι αν τον δεις εκτός πλαισίου πραγματικότητας, νομίζω ήταν υπέροχος. Αλλά θα δούμε πώς θα πάει».

https://www.youtube.com/watch?v=JQoqsKoJVDw

Η ταινία Πάση Θυσία / Hell or High Water, σε σκηνοθεσία του David Mackenzie και σενάριο του Taylor Sheridan, με τους Chris Pine, Ben Foster και Jeff Bridges, προβάλλεται από την Πέμπτη 19 Ιανουαρίου στις ελληνικές αίθουσες, σε διανομή της Tanweer

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.