Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΒΙΒΛΙΟ

Οι Μέρες σας, κ. Σεφέρη, αποθήκες ζωής

Μια επιστολή του ποιητή Γιάννη Αντιόχου προς τον Γιώργο Σεφέρη, που παρουσιάστηκε στην εκδήλωση «Η σύγχρονη πρόσληψη της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη» στο πλαίσιο του 12ου Φεστιβάλ ΛΕΑ, στο ΚΠΙΣΝ.

Πειραιάς 19.9.2020

Αγαπητέ κ. Σεφέρη

Μέρες τώρα προσπαθώ να ιχνογραφήσω μια σύντομη παρουσίαση για το έργο σας εν είδει συνομιλίας ή για ν’ ακριβολογώ: τον τρόπο που ως ποιητής συνομιλώ με τον ποιητή πρόγονο (μου), τον ποιητή πατέρα (μου), προσπαθώντας ν’ αναγνωρίσω την αφαίρεση και τη σιωπή του. Μα οι μέρες είναι δύσκολες, εγκιβωτισμένες μέσα σε απαγορεύσεις συναθροίσεων λόγω πανδημίας. Έτσι κάθε φορά που αναψηλαφώ τον τόμο των ποιημάτων σας σταματώ στη σιωπή της Στέρνας σας, καθώς με κατακλύζει το αίσθημα ενός κόσμου π’ αδειάζει αφού μάλλον μοιάζουμε να έχουμε πια πεθάνει και μαζί μας να έχουν πεθάνει κι οι Θεοί μας. Έπειτα φυλλομετρώ τους τόμους της αλληλογραφίας σας, τις Δοκιμές σας, αλλά δεν έχω την ακαδημαϊκή σκευή για να ντύσω με θεωρητικά σχήματα τη δοκιμιακή σας γραφή, για μένα προέχει η αισθητική θεώρηση της τέχνης που μας παραδώσατε ως παρακαταθήκη. Αντιστέκομαι γιατί συλλογίζομαι πως ο λόγος γεννά τη θεωρία και επουδενί το αντίθετο, κι εσείς το έχετε υποστηρίξει με αυτήν την αγωνία που εκφράζετε για τη γλώσσα: «Μηχανικά μπορεί να έχουμε καλυτερέψει. Μπορεί να μεταχειριζόμαστε περισσότερες λέξεις, η γραμματική μας να είναι πιο στρωτή. Εκείνο που χειροτερεύει είναι το ζωντανό αίσθημα τής γλώσσας» (Δοκιμές Α, 504).

Καταλήγω να συνομιλώ με ακεραιότητα και δίχως φόβους με την πρωθύλη του έργου σας∙ την αναγνωρίζω στις Μέρες. Ανοιγοκλείνω τα τελευταία δέκα χρόνια τους τόμους των εγγραφών σας, μελετώντας το θεμελιώδες της κυριαρχίας σας στη γλώσσα. Γνωρίζατε άλλωστε πως «κατά βάθος, ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του» (5 Νοέμβρη 1946, Μέρες Ε΄). Για τούτο και επικεντρώνομαι σπουδάζοντας τις νύχτες τον τρόπο σας, βαστώντας καθημερινά πια και τις δικές μου σημειώσεις. Είναι ο τρόπος μου να στέκομαι όρθιος μπαινοβγαίνοντας στη ζωή και στους στίχους ή ο τρόπος που κατανοώ την ψυχοκινητική λειτουργία της.

Ας είμαι ειλικρινής: κάποτε δεν μπορούσα ν’ αποχωριστώ τον τόμο των ποιημάτων σας, τώρα τους τόμους με τις Μέρες σας. Ξεχωρίζω την εγγραφή σας από τον Απρίλη του 67: «Στα ημερολόγια σημειώνω πιο συχνά τα τρεχάμενα περιστατικά παρά τα σπουδαία. Τα σπουδαία που έτυχαν στη ζωή μου δε μου άφησαν συνήθως καιρό να τα γράψω. Η σιωπή μου δεν θα έπρεπε να ερμηνευτεί σαν αδιαφορία∙ το αντίθετο. Λ.χ. το κίνημα του ΄35 που ήταν σίγουρα κάτι, δεν έγραψα ούτε μια γραμμή γι’ αυτό κ.τ.λ. (Μέρες Θ΄, Επίμετρο ΙΙ, σ. 258). Παραγωγικά διαπιστώνω πως η σημειωτική γραφή σας μοιάζει με τα ντοκουμέντα μιας βουβής κάμερας κι είναι αλήθεια πως με αυτόν τον τρόπο επιχειρώ να συμπληρώσω τα ιστορικά μου κενά.

Έχει μια σκοτεινιά η μέρα. Κουβαλώ κτερίσματα. Πανδημία, αριθμοί ρεκόρ θετικών στον Sars Cov-2, ένας καταστροφικός μεσογειακός κυκλώνας με νεκρούς, αγνοούμενους, ξεπατωμένες γέφυρες, κατολισθήσεις κι η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάπως έτσι, εν αγνοία σας έχετε περιγράψει κι εσείς γεγονότα που διαβάζοντάς τα νιώθει κανείς λες και τα ζει αυτοθωρεί.  Έγινα πενήντα χρόνω για να καταλάβω την ιστορία κι αυτή τη διαβάζω από έναν ποιητή —όχι από κάποιον ιστορικό ή άλλη επίσημη πηγή. Όσο κι σας βαφτίζουν φιλελεύθερο και σας ψέγουν περί της εμπλοκής σας στην εισβολή, νιώθει κανείς πως ό,τι περιγράφετε είναι η αλήθεια δίχως υπερβολή. Καταλαβαίνω το αναθρεμμένο μίσος των ανθρώπων μας και τη ζήλια των ομοτέχνων. Το βλέμμα σας απαθανατίζει τις λεπτομέρειες κι ανάμεσα στην ολοκλήρωση του κάδρου με τις λέξεις σας ενοικεί σιωπή.

Μ’ αυτές τις εικόνες και ειδικά στις εγγραφές σας από το 1925 μέχρι και το 1934 (Μέρες Α΄ και Β΄) μ’ οδηγήσατε ν’ αναθεωρήσω την σπαταλημένη μου ζωή. Αναρωτήθηκα τι θα μπορούσα να είχα κάνει για να επικεντρωθώ στην καθυπόταξη της γλώσσας και έτσι αναγνώρισα την σπουδαιότητα στις εγγραφές σας.  Ένας οδηγός σε νέο ποιητή ή όπως σοφά παρομοιάσατε στις Μέρες Ε΄, μια «μποτίλια στο πέλαγο» που μπορεί να βοηθήσει και άλλους θαλασσινούς.

Οι εγγραφές απαντούν όλες μου τις απορίες για τον τρόπο με τον οποίο αναδύθηκαν τα ποιήματά σας κι αυτός είναι ο τρόπος μιας παραγωγικής σκέψης της τέχνης που υπηρετώ. Συναντώ φράσεις, μοτίβα και σχεδιάσματα που απαντούν μέσα στα ποιήματά σας, ενώ αναγνωρίζω πως επιστρέφετε διαρκώς σ’ ένα παρελθόν συμπληρώνοντας ψηφίδες σε γεγονότα και σε πρόσωπα. Ως αναγνώστης αντιλαμβάνομαι ένα είδος εθισμού, ενώ εσείς έχετε κερδίσει εν είδει αυτοβιογραφίας την ποσόστωση του μύθου που δημιουργήσατε —εικάζω εν γνώση σας. Μα η κύρια αρετή των νεανικών αυτών εγγραφών σας είναι ο τρόπος που διδάσκετε την τέχνη της αυτοπαρατήρησης και της ενδοσκόπησης. Η προσπάθεια να εξηγήσετε τη λειτουργία της γραφής, πως  αναβλύζει ως βιωμένη εμπειρία δίχως να αμφισβητείται με την προσεκτική επιλογή των λέξεων που συγκροτούν το σώμα μια στέρεας σύνταξης που δεν γεννά απορίες. Ακριβολόγος.

Γράφετε κ. Σεφέρη τον Σεπτέμβρη του 1926 (Μέρες Α΄):

Γράφω όπως ανοίγει κανείς τις φλέβες του.

Γράφω για ν’ αναβάλω μιαν ομολογία· κάθε γραφή πρέπει να ήταν για μένα κάτι σαν την αναστολή μιας ποινής.

Κανένας δεν ομολογεί, γιατί δεν μπορεί να το θέλει. Η πιο δυνατή θέληση σταματά στο σύνορο της ουσιαστικής ομολογίας.

Ω να πεθαίνει κανείς…

Αισθάνομαι άρρωστος· δεν μπορώ να κυβερνήσω την καρδιά μου, τη σκέψη μου —μόλις την έκφρασή μου. Δεν ξέρω πια ν’ αγαπήσω, δεν ξέρω να θαυμάσω.

Είμαι ένα άρρωστο ζώο· άδολη θλίψη. Θυμούμαι εκείνο το λυσσασμένο σκυλί που το φαρμάκωσαν τις πρώτες μέρες που ήρθαμε στην Κηφισιά. Πόσος καιρός του χρειάστηκε για να ψοφήσει; Ένα ολόκληρο απόγευμα. Ένα απόγευμα για ένα σκυλί· πρέπει να ισοδυναμεί με πολλές μέρες δικές μας. Μόλις μπορούσε να κρατηθεί ορθό· η φουσκωμένη του κοιλιά σα φυσητήρι. Έπειτα, όταν έπεσε, τα πόδια του έγραφαν, για κάμποση ώρα, τόξα στη σκόνη του δρόμου.

Κάποτε βλέπω τον εαυτό μου να τελειώνει έτσι· κι όταν φτάσει κανείς σ’ αυτό το σημείο, μόνο η δειλία τον βαστά.

Είμαι βαθιά άρρωστος· δεν είναι μήτε το κορμί μήτε το πνεύμα· είναι αυτή η φριχτή ζωή μου. Συζητώ ψιθυριστά. Με ποιον; Είμαι βέβαιος πως υπάρχει κάποιος, ή περισσότεροι, και ψιθυρίζω ατέλειωτα μαζί τους. Ξεχωρίζω το σύρσιμο από ορισμένα σύμφωνα που προφέρουν.

Τ’ άψυχα πράγματα μπαίνουν με τη δική τους βούληση μέσα στη συνειδητή ζωή μου…

Μια τέτοιου είδους ενδοσκόπηση μοιάζει με τον  μονόλογο ενός ανθρώπου στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή του. H στάθμιση του ποιητικού γίγνεσθαι απελευθερωμένη από γεγονότα και εξωτερικές καταστάσεις, μα προπαντός απελευθερωμένη από πρόσωπα που φαίνονται τελικά να μην έχουν καμία σημασία σ’ ό,τι αποτυπώνετε στα ποιητικά σας τετράδια.

Αναλογίζομαι πως είστε από τους λίγους ποιητές που δεν ετεροκαθορίστηκαν παρά από ελάχιστους άλλους στην προσωπική σας ζωή κι ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο να συνέβη και η προσωπική σας ενδυνάμωση και η απαλοιφή προσώπων που αν τα ονόματά τους είχαν σημειωθεί στις Μέρες σας ευκρινώς, θα ακολουθούσαν το παίγνιο της μνήμης ως υπομνήσεις. Δεν είμαι ικανός να εκλογικεύσω την κατακλείδα της εγγραφής. Δεχτείτε πως εμπιστεύομαι τη μεταφυσική σας και την ξεχωρίζω ευκρινώς στις Μέρες, στις Δοκιμές, στις επιστολές και στα ποιήματά σας. Αυτές οι αόρατες φωνές, οι ψίθυροι και οι σιωπές συγκροτούν τον πολυπρόσωπο εαυτό σας. Αν επιχειρήσει κάποιος να προσεγγίσει την ποίησή σας δίχως να υποψιαστεί πως η φωνή τους είναι πολυπρόσωπη αποτυγχάνει να εισχωρήσει στο έργο σας. Γι’ αυτό κι αποφεύγω να σας προσεγγίσω εγκιβωτίζοντας ακαδημαϊκά σπαράγματα.

Σας διαβάζω με το σώμα μου και τ’ ομολογώ. Αν κι αυτό δεν είναι αποκλειστικό σας προνόμιο. Αυτούς που σέβομαι και συνομιλώ, τους διαβάζω με το σώμα μου∙ πάει να πει τους νιώθω στο δέρμα μου, βλέπω ό,τι βλέπουν, ακούω ό,τι ακούν, μυρίζω την κάμαρά τους, τ’ άψυχα αντικείμενά τους, τα σώματα. Μα εσείς, ενώ δεν χρησιμοποιείτε περίπλοκες συσχετίσεις για να κάνετε καταληπτό τον τρόπο της συσχέτισής σας με τ’ άψυχα πράγματα ή μ’ ένα κομμάτι μουσικής που ακούτε στο γραμμόφωνο της κάμαράς σας, έχετε κρύψει μέσα στη στιχοθεσία σας τις ρωγμές σας, φανερές στα ημερολόγια σας. Άλλωστε πέρα από τις λέξεις ακολούθησα κ. Σεφέρη και τις μουσικές σας. Καθισμένος στη μεγάλη τραπεζαρία του σπιτιού μου κρύφτηκα μήνες στον Μπαχ κι αφιερώθηκα στο 14ο κουαρτέτο εγχόρδων του Μπετόβεν. Αυτός λοιπόν ήταν ο τελευταίος Μπετόβεν σας. Εσείς μου τον γνωρίσατε με τόση ένταση και βάθος κάνοντάς με να νιώθω κι εγώ αλχημιστής του παλιού καιρού, όπως ακριβώς σημειώνετε στις Μέρες σας: «Είναι δυο πράγματα που με δαιμονίζουν: ο Μπαχ και ο τελευταίος Μπετόβεν που δεν ήξερα. Σ’ αυτά πιστεύω γερά. Ξαναπιάνω από την αρχή φράσεις, προσπαθώ να συνηθίσω το αυτί μου να ξεχωρίσει τα διάφορα όργανα, να παρακολουθεί τι γίνουνται και πώς αλλάζουν τα μοτίβα, και ποιαν ανταπόκριση έχουν τέλος πάντων μ’ εκείνον το ζωντανό άνθρωπο που τα δημιούργησε, και με τη μουσική». (Μέρες Β΄, 28 Μάη 1932, σ.67).

Από τον Απρίλη του 34 μέχρι και τον Δεκέμβρη του 1940 αρχίζει και πλέκεται στις Μέρες σας όπως πολύ σωστά παρατηρεί η Ιωάννα Μυλωνάκη[1] στο άρθρο της για τα ημερολόγια σας, ο εξωτερικός περίγυρος. Νομίζω πως επισυμβαίνει εκ νέου η σωματική σας άνοιξη, συμπεριλαμβάνοντας εγγραφές για την κατοπινή σύζυγό σας, τη Μαρώ. Εμφανίζεστε στέρεος κι αποφεύγετε την κρυπτογραφία των δύο πρώτων τόμων ή αυτό το ιδιωτικό μουρμουρητό —ομολογώ λίγο γκρινιάρικο— που έχει εθίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή τον αναγνώστη στην αισθηματολογία σας, ενώ μας επιτρέπετε εντέλει να δούμε τον τρόπο παραγωγής παραθέτοντας τα σύμβολα της ποίησης σας σαν σε βιτρίνα θαυματοπωλείου που θεμελιώνονται στο Τετράδιο Γυμνασμάτων και στο Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄ μέχρι που συνειδητοποιείτε πως τα γεγονότα τρέχουνε τόσο γρήγορα (Μέρες Γ΄, σ.230) φέρνοντας τον πόλεμο.

«Γύρισα τώρα μέσα στους ολοσκότεινους δρόμους. Αυτοκίνητα με μαβιά φώτα, σαν τα φώτα κλινικής. Εξαιρετικοί ουρανοί με τ’ άστρα, σχεδόν κάθε βράδυ. Γράφω αυτές τις γραμμές για να θυμηθώ πως κάποτε κρατούσα την πένα. Μια στιγμή διακοπής που την κλέβω. Ψηλαφώ την ψυχή του λαού μου σαν κάτι καινούριο, άγνωστο, ανεξερεύνητο» γράφετε στις 3 Δεκέμβρη του 1940 ιχνογραφώντας την ελληνικότητα που κάποιοι ανερμάτιστα στο παρόν σας προσάπτουν ως ελάττωμα, ενώ την ίδια την ελληνικότητα την μέμφονται συλλήβδην ως μειονέκτημα της γενιάς που ηγείστε, της γενιάς του 30. Αστειότητες που αγκομαχούν να σύρουν τον ποιητικό τόκο σας στο κάδρο του εθνικισμού. Βέβαια  κ. Σεφέρη, υπάρχουν και σπουδαίοι υπερασπιστές σας, όπως για παράδειγμα ο Νάσος Βαγενάς, αποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Αυτήκοος συχνά πια ακούω παραλογισμούς από συγχρόνους μου και για εσάς και για τον Ελύτη. Νομίζουν κάποιοι πως με αυτόν τον τρόπο θ’ αδυνατίσει το έργο σας ή πως έτσι θα επικηρύξουν μια ολόκληρη γενιά. Δεν έχουν κατανοήσει πως το νερό σας θ’ αναβλύζει για όσο καιρό αυτή η χώρα θ’ αναδύεται ίδια κι απαράλλαχτη σαν μέσα από το Μυθιστόρημά σας.

Από τον Γενάρη μέχρι και τον Απρίλη του 1941 παρόλο που πηγαινοέρχεστε στο γραφείο σας κι η Μαρώ σας διηγείται ιστορίες από το νοσοκομείο, βρίσκετε τον χρόνο να δεθείτε ξανά στις αναγνώσεις του αγαπημένου σας Έλιοτ ή σημειώνετε τ’ αδρά σας όνειρα μέχρι τον Μάη, που φεύγετε με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Αφρική δίχως να σας μένει ο χρόνος να αφοσιωθείτε στην ποίηση. Κι όμως, το παράδειγμά σας να στραφείτε με τόση αφοσίωση στις μελέτες του Κάλβου, του Καβάφη και του Μακρυγιάννη, συλλογίζομαι —κι είναι μια λέξη που σας έχω κλέψει— πως είναι ο τρόπος που η ποίησή σας ξεπέρασε την παγίδα του αυτισμού, με την έννοια πως ανακαλύψατε το τέχνασμα αφαιρώντας τα καθοριστικά στοιχεία του ατομικού ή προσωπικού βιώματος να το μεταποιήσετε σε συλλογικό. Αλλιώς δεν γίνεται. Όσο συνταρακτικό κι αν είναι το προσωπικό μας βίωμα, αναπόφευκτα ξεφτίζει με την πάροδο του χρόνου εκτός κι αν οι λέξεις είναι ικανές να αφαιρέσουν το παρόν, δημιουργώντας μια σπείρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον που εγκλωβίζει τον αναγνώστη.

Παρεμπιπτόντως το 1941 αποφασίζετε να αρχίσετε να βαστάτε αντίγραφα των επιστολών σας επενδύοντας στη σκέψη πως το ημερολόγιο σας λειτουργεί ως οδηγός ανάγνωσης της ποιητικής σας. Στις 22 Οκτώβρη του 1944 επιστρέφετε στην Ελλάδα, σημειώνοντας: «η πιο όμορφη, η πιο αλαφριά μέρα του κόσμου» και την επομένη: «Σπίτι». Η ημερολογιακή εγγραφή τής επιστροφής σας δίνει τροφή σε ορθοπολιτικούς κήνσορες να υφάνουν το αφήγημα της ελληνικότητας της γενιάς σας δίχως να είναι σε θέση να κατανοήσουν τι σημαίνει κάποιος να επιστρέφει στον τόπο του ή σέρνοντας εαυτούς πέρα από τη σκιά της αποκαλούμενης «συντηρητικής» ποίησής σας και της γενιάς της οποίας αναμφισβήτητα είστε ο ηγέτης. Ποιος όμως μπορεί ν’ αποτιμήσει επακριβώς το μέγεθος και την ανανέωση του ελληνικού κανόνα διαβάζοντας το σώμα – γλώσσα ως αριστερό ή δεξιό; Δεν θα επιμείνω με τις πολιτικές τοποθετήσεις, παρά θα χρησιμοποιήσω τον στίχο σας: Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη. (Δ΄ Αργοναύτες, Μυθιστόρημα).

Ξεδιαλέγω από τις εγγραφές σας τις αφορμές και τις αιτίες να γεννηθούν μέσα σε τόσο δύσκολες εποχές όπως αυτή του εμφυλίου η Κίχλη σας. Βεβαιώνω πως στον Πόρο στάθηκα κι εγώ σε μια βεράντα κατά τη θάλασσα κι ο ήλιος ήταν ψηλά. Ναι κ. Σεφέρη, και ήταν: «αδύνατο να  ξεχωρίσεις το φως από τη σιωπή, τη σιωπή και το φως από τη γαλήνη. Κάποτε η ακοή άγγιζε έναν κρότο, μια μακρινή φωνή, ένα ψιλό τιτίβισμα. Όμως αυτά ήταν με κάποιο τρόπο κλεισμένα αλλού, όπως το χτύπημα της καρδιάς σου που ένιωθες μια στιγμή κι έπειτα το ξεχνούσες. Η θάλασσα δεν είχε επιφάνεια∙ μόνο οι αντικρινοί λόφοι δεν τέλειωναν στη γραμμή της γης αλλά τραβούσαν πέρα κάτω, ξαναρχίζοντας μια πιο θαμπή εικόνα της μορφής τους που έσβηνε απαλά στο βάθος ενός κενού. Αίσθημα πως υπάρχει μια άλλη πρόσοψη της ζωής. (Γράφω δύσκολα, προσπαθώντας να αποφύγω γενικές λέξεις, προσπαθώντας να περιγράψω αυτό το απερίγραπτο) (Μέρες Ε΄, 21 Οκτώβρη 1946, σ. 67). Βεβαιώνω λοιπόν τη σιωπή σας ανάμεσα στους στίχους, μια συνεκτική ουσία που συναρμόζει το αόρατο, το απερίγραπτο. Τι εφόδιο!

Η δεκαετία από το 1951 μέχρι και το 1960 πρέπει να σας ομολογήσω πως δεν μ’ έλκει αλλά καταλαβαίνω τον τρόπο που ένας ποιητής οφείλει να ζήσει επιτρέποντας στον εξωτερικό κόσμο να εισέλθει στο ποιητικό του φάσμα διαρρηγνύοντας δομές και βεβαιότητες. Πέρα από ψήγματα του Ημερολογίου Καταστρώματος Γ δεν μ’ έλκει η ενασχόλησή σας με το Κυπριακό. Ίσως δεν γνώρισα την Κύπρο που εσείς περιγράφετε, αλλά δεν χορταίνω τις εγγραφές που αφορούν τις συναντήσεις και τις συνομιλίες σας με τον Έλιοτ και τον Περς. Είστε πια κοσμοπολίτης, ο Έλληνας πρέσβης στο Λονδίνο. Ταξιδεύετε ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού κι ο ορθοπολιτικός κατήγορός σας δεν μπορεί παρά να το αναγνωρίσει. Από αυτούς τους τόμους θησαυρίζω σχόλια, ποιήματα, συνομιλίες και κείμενα· ό,τι σημαινόμενο δεν ιστορώ με τις δικές μου λέξεις. Για παράδειγμα βρίσκω σημαντικές τις εγγραφές της Νέας Υόρκης. Η συνάντησή σας με τον Σαιν-Τζον Περς και η επίσκεψη στο σπίτι του αδερφού σας, Άγγελου Σεφεριάδη  στο Riverside Drive, στον 88ο δρόμο. Κάθοδος στον Άδη. Ο αδερφός σας σχεδόν αόρατος στις Μέρες σας μέχρι που φασματικά ξεπροβάλλει στις λέξεις σας: «…το 35 ήταν ένα σπίτι σαν τα άλλα με πρόσοψη από τούβλα, με κοιλιά —ένα παράθυρο στην κοιλιά κι άλλο ένα στο πλάι, σε κάθε πάτωμα. Φαίνουνταν που και που στα παράθυρα μαραμένες γλάστρες. Είχα ολοένα στο νου μου τη σιλουέτα του Άγγελου σ’ αυτούς τους δρόμους, ή εκεί στο Riverside Drive, τη σιλουέτα ενός βασανισμένου ανθρώπου στην Αμερική, σ’ αυτό το θλιβερό σπίτι, μπαινοβγαίνοντας, γυρεύοντας, απαγγέλλοντας στίχους. Αυτή τη μοναξιά που δεν τολμούσα να πλησιάσω περισσότερο ». Σκέφτομαι κ. Σεφέρη: είναι ανακουφιστικό∙ το κάνουν κι άλλοι. Ποιος δεν κατεβαίνει στον Άδη; Με τούτα και με τ’ άλλα μαζεύω τη ζωή μου. Μια μπαλωμένη επικράτεια που νοηματοδοτεί την αναζήτησή μου. Θησαυρίζω σχόλια, ποιήματα, συνομιλίες και κείμενα κι όμως, φτωχαίνω. 

Εντελώς συμπτωματικά κ. Σεφέρη, ξημέρωσε Κυριακή 20 Σεπτέμβρη (2020). Συνεχίζοντας την επιστολή μου παρατηρώ τη σύμπτωση. Έχουν περάσει 49 χρόνια από την ημέρα του θανάτου σας κι αν μπορούσατε να ρίξετε μια ματιά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σας μνημονεύει πλήθος με σπαράγματα στίχων και φωτογραφίες σας. Μοιάζει με δικαίωση αυτή η αθανασία.  Τα Σαββατοκύριακα που μένω κλεισμένος στο σπίτι αποφεύγω να ρίξω έστω κι ένα φευγαλέο βλέμμα στους καθρέφτες ολόγυρα: στο μπάνιο, στον μεγάλο καθρέφτη του σαλονιού, στην κάμαρά μου, στις αντανακλάσεις των παραθύρων —άπλυτος, αχτένιστος και αξύριστος—, σήμερα είδα την θολή μου αντανάκλαση: μοιάζω μ’ άνθρωπο που δεν έχει ίχνος ζωής μέσα του. Ξοδεύτηκα και στέρεψα κι αυτό μου θύμισε εσάς όταν επισκεφθήκατε τον κ. Έλιοτ τον Δεκέμβρη του 1960 στο Κένσιγκτον για πρόγευμα. Δεν μπορώ να φανταστώ πως τρυπώνει κανείς —ακόμα κι αν είναι ο Σεφέρης— στην κρεβατοκάμαρα του κ. Έλιοτ και της κ. Βάλερι Έλιοτ περιγράφοντας : «Το κρεβάτι τους ένα διπλό κρεβάτι και πλάι στο προσκέφαλο μια αψηλή μπόμπα οξυγόνου, που έκανε τη σκέψη μου να σταματήσει μια στιγμή εκεί. Ο Έλιοτ πρέπει να είναι 72 χρονώ τώρα· το κάπνισμα το σταμάτησε εδώ και 8 χρόνια, καπνίζοντας που και που ένα πούρο· τ’ άφησε κι αυτά. Έχει το άσθμα του που πρέπει να τον βασανίζει και που τον κάνει ν’ αναζητά κλίματα προσήλια το χειμώνα… Είναι κουρασμένος άνθρωπος —ήταν κουρασμένος (υποθέτω) από την αρχή (Prufrock, γερόντιο, γερατειά)— αλλά τέτοιοι άνθρωποι γίνονται κάποτε πολύ ζωντανοί (Καβάφης) στο τέλος της ηλικίας τους. Τι συμβαίνει με τον Ε.—ο γάμος; ποιος ξέρει. Ίσως να μην είμαι σε θέση να καταλάβω. Αλλά και σήμερα που ήταν ξεκούραστος δε βρήκα αυτή τη μικρή σπίθα της ζωής» (Μέρες Στ΄, σ.279). Ξέρω κ. Σεφέρη πως είναι αδύνατο να μου δώσετε απαντήσεις. Εικάζω πως σε μια κρεβατοκάμαρα μπαίνουμε κατά λάθος ψάχνοντας για το WC, δεν μπορώ όμως να μη σημειώσω την παρατηρητικότητά σας —μια εξαιρετική φωτογραφική αποτύπωση λέξεων.

Τα τελευταία δύο χρόνια: 2018 και 2019, εκδόθηκαν από τον Ίκαρο και οι μη επεξεργασμένες από εσάς ημερολογιακές εγγραφές σας καλύπτοντας την περίοδο από το 1961 μέχρι και τον Μάη του 1971 (Μέρες Η’ και Θ΄). Στην εγγραφή 31 Αυγούστου – τέλος Οκτώβρη; (1963) σημειώνετε: «Η φασαρία άρχισε κατά τα μέσα Οχτώβρη. (Η εισβολή των Σουηδών). Εκείνες τις μέρες ο Σαββίδης μου τηλεφώνησε πως η «Αυγή» δημοσιεύει την είδηση της Ηerald Τribune ότι οι επικρατέστεροι υποψήφιοι είναι ο Μπέκετ κι εγώ. Άρχισαν οι φωτογράφοι. Το δυσάρεστο είναι που όσο πληθαίνουν τόσο τους βαριούμαι, τόσο το πρόσωπό μου φαίνεται περισσότερο βαριεστημένο – στο τέλος θα με φωτογραφούν κοιμισμένο».

Δεν θα επιμείνω να σας ρωτήσω πλέον άλλο τίποτα για τις θέσεις σας που εκφράζετε για το σύγχρονο κράτος που ονομάζουμε Ελλάδα. Είναι σαφής η τοποθέτησή σας σχετικά με τη θέση μας στην Ευρώπη, τα λάθη του Κυπριακού ζητήματος, τους βασιλείς, τους πολιτικούς. Είναι επίσης έκδηλο το παράπονο του φθόνου για το Νόμπελ, οι φήμες περί συνομωσίας, οι συκοφαντίες  των εφημερίδων: Ελεύθερος Κόσμος και Εστία. Ξεχωρίζω όμως την επιστροφή σας στη μεταφυσική∙ την εκδηλωμένη σας πίστη στο αόρατο, στους ήχους της φύσης, τα τζιτζίκια, τα όνειρα και τους χειροποίητους ανθρώπους σας. Ακόμα και δίχως επεξεργασία παρά μόνο με τη φιλολογική επιμέλεια της Κατερίνας Κρίκου-Davis —ευτυχήσατε κ. Σεφέρη—, οι Μέρες σας είναι ένα αληθινό εργαστήρι για τον επίγονο ποιητή.

Δεν μπορώ παρά να σας εξομολογηθώ πως μετά από χρόνια θεωρώ πως η ημερολογιακή σας γραφή συμπληρώνει το ποιητικό σας έργο, δίχως να του αφαιρεί τίποτα από τη σιωπή και τη μεταφυσική, προσθέτει περισσότερο βάθος για αυτούς που νοιάζονται να καθυποτάξουν τη γλώσσα. Σχεδόν σε κάθε σελίδα από τις Μέρες σας συναντώ καθαρή τη λογοτεχνία. Θραύσματα, σπαράγματα της ανθρώπινης ενδιαίτησης, αστράφτουν, τραυματίζουν, σκοτώνουν ή σώζουν τον κοινωνό τους. Προσπαθώ να επικοινωνήσω την αξία τους υιοθετώντας —επιτρέψτε μου— τα λόγια του σημαντικού μελετητή σας, Δημήτρη Δασκαλόπουλου[2]: «Ο Σεφέρης αποτελεί για τα ελληνικά δεδομένα μοναδική περίπτωση δημιουργού ο οποίος κατέγραψε με τρόπο μεθοδικό και με ρυθμό αδιάπτωτο την προσωπική του πορεία στην τέχνη της ποίησης και, γενικότερα, στην τέχνη της δημιουργικής γραφής. […] από πολύ νωρίς, από την ηλικία των 25 χρόνων, κατέγραφε στο ημερολόγιό του εντυπώσεις, ανησυχίες, αποσπάσματα από τα διαβάσματά του, συναντήσεις με φίλους και ομοτέχνους, παρατηρήσεις πάνω στην προσωπική του ζωή, σχόλια για τον δημόσιο βίο. Φαντάζομαι πως θα διαβάζαμε με διαφορετικό τρόπο αρκετά ποιήματά του, αν δεν υπήρχαν οι οικείες σελίδες του ημερολογίου του στις οποίες φωτίζονται οι αφορμές συγκεκριμένων στίχων, εντοπίζονται τα πρώτα σπέρματα της έμπνευσής του και περιγράφονται οι κάθε φορά ψυχικές αντιδράσεις του. Όλες οι Μέρες του αποτυπώνουν, σε μεγάλο βαθμό, το γενικότερο κλίμα μέσα στο οποίο βλάστησε και αναπτύχθηκε η ποίησή του. Δεν πρόκειται για συνήθη προσπάθεια αυτοβιογραφίας […]. Το ημερολόγιο του Σεφέρη γράφεται συνειδητά ως λογοτεχνικό είδος, ως σχόλιο και ως απομνημόνευση της κάθε φορά ιδιωτικής ή δημόσιας στιγμής· και γράφεται ασφαλώς με την προοπτική της μελλοντικής έκδοσής του. Για κανέναν άλλον ποιητή ή πεζογράφο μας δεν διαθέτουμε σε τόσην έκταση στοιχεία και πληροφορίες για τη γέννηση του έργου του. Σήμερα είμαστε σε θέση να αναβιώσουμε και να αναπαραστήσουμε σχεδόν μέρα με τη μέρα τα περιστατικά και τις διακυμάνσεις ολόκληρης της ζωής του Σεφέρη. Ζώντας σε μιαν έντονη, ενδιαφέρουσα και περιπετειώδη εποχή, με αρκετές προσωπικές και οικογενειακές ταλαιπωρίες, παρακολουθεί ο ίδιος τον εαυτό του, «εκτίει τη δοκιμασία του», όπως έχει λεχθεί, και μοιάζει σαν να θέλει να δικαιολογήσει ορισμένες πράξεις του, να μαρτυρήσει για την εποχή του. Πρόθεσή του δεν είναι να γράψει ιστορία, ούτε να σχολιάσει πολιτικά τα όσα συμβαίνουν γύρω του. […]

Αγαπητέ κ. Σεφέρη ο εθισμός μου στις Μέρες σας, ώρες-ώρες είναι τοξικός. Πιθανόν μ’ έχετε δηλητηριάσει. «Σήμερα τ’ απόγευμα ένιωσα πόσο κρυφά, και από μένα τον ίδιο, υποφέρω» (Μέρες Β΄, 3 Φεβρουαρίου 1932, σελ.38). Ίσως αυτή η ενδελεχής ημερολογιακή καταγραφή να ’ ναι κι ο μόνος τρόπος ν’ αγκυροβολήσει κανείς στον κόσμο∙ να κρατηθεί. Οι Μέρες σας είναι «αποθήκες ζωής».

Σας ευχαριστώ

Γιάννης Αντιόχου

[1] Μυλωνάκη, Ι. (2017). Τα ημερολόγια του Γιώργου Σεφέρη και η ημερολογιακή γραφή στην Ευρώπη. Σύγκριση, 18, 28-46.

[2] Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο Γ. Σεφέρης, σήμερα». Εις τα περίχωρα Αντιοχείας και Κερύνειας. Καβάφης ~ Σεφέρης, Ίκαρος, Αθήνα 2006, 204-207.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.