IMG_0139

Η Γαλλία χρωστάει την συγκρότηση της σε ένα ανεξάρτητο βασίλειο όχι μόνο στην Ιωάννα της Λωρραίνης, αλλά και σε ένα συμπολεμιστή της, σύντροφο στα όπλα, ένα σκοτεινό ιππότη, τον Ζιλ ντε Ραι. Ενώ και οι δύο θα πεθάνουν στην πυρά ως αιρετικοί, η μοίρα ή η ιστορία θα επιφυλάξει μια διαφορετική υστεροφημία για αυτό το δίδυμο. Στην Ιωάννα το φωτοστέφανο της Αγίας και τον τίτλο της εθνικής ηρωίδας της Γαλλίας, στον Ζιλ ντε Ραι μια θέση στη λίστα με του μεγαλύτερους και απεχθέστερους εγκληματίες που έζησαν ποτέ, μαζί με τους Ριχάρδο τον τρίτο, τον Vlad τον παλουκωτή,  και άλλους. ‘Ολοι τους παλιοχαρακτήρες αλλά κανένας τους δεν άξιζε την κόλαση και δεν την επικαλέστηκε τόσο όσο αυτός ο «άγγελος του Θανάτου» ή το «Ιερό Τέρας», όπως τον αποκάλεσε ο Bataille.

Νεαρός ευγενής καταγόμενος από την Βρετάνη, όμορφος, πάρα πολύ πλούσιος, γνώστης της λατινικής και αρχαίας ελληνικής γραμματείας που ήταν προσιτή στην εποχή του και την τάξη του, θα βρεθεί στη αυλή του Βασιλιά Καρόλου του έβδομου. Ενός βασιλιά που όμως το βασίλειο ήταν διεκδικούμενο από την δυναστεία των Πλανταγενετών της Αγγλίας.  Ο ίδιος απομονωμένος με αυλικούς και κόλακες ευγενείς παρακολουθούσε τους Άγγλους να καταλαμβάνουν την μια γαλλική πόλη μετά την άλλη, ανήμπορος να κάνει το παραμικρό, σε μια χώρα που είχε εξαθλιωθεί από τον εκατονταετή πόλεμο με την Αγγλία και την πανούκλα. Τότε εμφανίζεται η Ιωάννα, ένα αγοροκόριτσο από την Λωρραίνη, που με τη δύναμη της πίστης της θα δηλώσει την αφοσίωση της στον Βασιλιά, θα ενώσει τις αντιμαχόμενες φατρίες των ευγενών, και θα ηγηθεί στον αγώνα εναντίον των Άγγλων. Ο Ζιλ θα την ακολουθήσει, θέτοντας και το στρατό του στην υπηρεσία της. Μαζί θα αλλάξουν την ροή του πολέμου υπέρ του Καρόλου του έβδομου. Θα λύσουν την πολιορκία της Ορλεάνης από τους άγγλους, και μετά η μία στρατιωτική επιτυχία θα ακολουθήσει την άλλη. Τέλος, η Ιωάννα και ο Ζιλ θα δώσουν σε μια επίσημη τελετή στην Ρέμς το στέμμα στον Κάρολο. Ο Ζιλ θα πάρει τον τίτλο του στρατάρχη της Γαλλίας. Είναι μόνο 24 χρονών, και βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1429.

Οι ίντριγκες της αυλής όμως συνεχίστηκαν, με στόχο την αυξανόμενη επιρροή της Ιωάννας. Τελικά ο Βασιλιάς θα αποσύρει την υποστήριξη του στο πρόσωπο της, η Ιωάννα θα συλληφθεί από τους Άγγλους και θα θανατωθεί με την κατηγορία της αιρετικής. Ο Ζιλ απηυδισμένος με την νοσηρή πολιτική ατμόσφαιρα στο περιβάλλον του Βασιλιά ή σοκαρισμένος από την πτώση της Ιωάννας θα αποσυρθεί στα φέουδα του στην Βρετάνη. Λίγο μετά θα αρχίσει η εγκληματική του δράση. Αρχίζει να σπαταλά την περιουσία του σε παραστάσεις επίδειξης και χλιδής. Όταν ξεμένει από ρευστό αρχίζει να πουλά τα κάστρα και τα κτήματα του. Στρέφεται στην αλχημεία και στον μυστικισμό. Μαζεύει διάφορους τσαρλατάνους γύρω του, τυχοδιώκτες και κόλακες με την υπόσχεση να τον βοηθήσουνε. Ψάχνει την «φιλοσοφική λίθο», μια μέθοδο για να μεταμορφώνει όλα τα μέταλλα σε χρυσό, το άγιο δισκοπότηρο των αλχημιστών. Γύρω από τα κάστρα του, στα κτήματα, στα χωριά και τα υποστατικά εξαφανίζονται παιδιά. Οι φήμες δείχνουν αυτόν ως αιτία αλλά ο τρόμος των κατοίκων τους οδηγεί να σιωπούν. Οι φήμες λένε ότι επικαλείται δαίμονες και θυσιάζει παιδιά. Θα συλλάβει έναν κληρικό και αφού τον ξυλοφορτώσει, θα τον φυλακίσει σε έναν πύργο του. Με αφορμή αυτό το περιστατικό ο Βασιλιάς και ο Δούκας της Βρετάνης θα συναινέσουν για την σύλληψη του. Οι έρευνες που θα γίνουν μετά θα αποκαλύψουν στοιχεία για σοκαριστικές δολοφονίες παιδιών. Ο Ζιλ ντε Ραι θα οδηγηθεί στο εκκλησιαστικό δικαστήριο της Νάντης το 1440 κατηγορούμενος για δολοφονίες παιδιών, σοδομισμό και αίρεση.

Ο Hugo Claus στήνει τον Ζιλ μπροστά στους δικαστές του και βασισμένος στα πρακτικά της δίκης που έχουν σωθεί, παρουσιάζει ένα δραματοποιημένο μονόλογο, μια συρραφή από τις απαντήσεις του Ζιλ στους δικαστές, τους εσωτερικούς μονολόγους του και τις σιωπές του. Η δίκη εξελισσόμενη μας αποκαλύπτει μια προσωπικότητα που κινείται άνετα ανάμεσα στην αλαζονεία και την θρησκοληψία,  από τον διαυγή καταγγελτικό τόνο στο παραλήρημα, από τις απειλές στις προσευχές. Αντιμέτωπος με τα μέλη της τάξης του, ουσιαστικά αντιμέτωπος με την εποχή του, θα καταγγείλει και θα αποκαλύψει την υποκρισία των ευγενών και του κλήρου. Την απληστία και την διαφθορά που διέπει τις τάξεις τους. Την αναλγησία και την έλλειψη σεβασμού για την ανθρώπινη ζωή. Ακούγοντας τις κατηγορίες θα τις αρνηθεί όλες περιφρονητικά, έως ότου απειληθεί με αφορισμό.

«Επίσκοπε, μην χρησιμοποιείς με τόση ελαφρότητα τη λέξη ”αφορισμός”, μην με απειλείς… Με πολλή ευκολία, νομίζω προφέρεις αυτή τη λέξη…

Δεν παραδέχομαι τίποτα, αρνούμαι να ορκιστώ… Βρίσκομαι ενώπιον σας και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς…

Το ξαναλέω για τρίτη φορά, σέβομαι υπερβολικά το θεό για να χρησιμοποιήσω το όνομα του επί ματαίω και να ορκίζομαι στο ακάνθινο κεφάλι του, επειδή βολεύει τα δικαστικά σας μαγειρέματα.

Προσεχτικός:

Τι εννοείς; Ποια παιδιά;

Τα παιδιά μου; Μα για ποιό πράγμα μιλάς;

Εκατόν σαράντα παιδιά;

Χα χα, και γιατί όχι πεντακόσια; Χίλια; Γιατί όχι εκατό χιλιάδες σκορπισμένα στους αγρούς και στους αμμόλοφους της Γαλλίας; Γιατί όλα τα παιδιά της Γαλλίας… στα χέρια… στα νύχια του άγριου λύκου..

Διαπεραστικό γέλιο.

Τα παιδιά τίνων;

Ω είναι γραμμένα τα ονόματα;

Σαρκάζοντας:

Θες να πεις: αντιγραμμένα από τους καταλόγους κηδειών της ενορίας…

Μα για ποιά παιδιά πρόκειται;

Τα παιδιά που πεθαίνουν εκεί που περπατούν, εξαντλημένα από την πείνα, την πανούκλα, το μαύρο πυρετό, που σωριάζονται στην είσοδο της εκκλησίας, ζητιανεύοντας, και λιποθυμούν και τα μάτια τους πετάγονται από τις κόγχες, ενώ οι χριστιανοί μεταλαμβάνουν κι ανάβουν λαμπάδες στους αγίους σα να προσφέρουν θυσίες στους χρυσούς μόσχους…

Δεν βλασθημώ… εσύ βλασθημείς, εσύ στραγγαλίζεις τα παιδιά του βασιλείου της Γαλλίας, εσύ που έχεις ασημένιες αγκράφες στα παπούτσια σου, τη χρυσή αλυσίδα του σταυρού χωμένη μες τη λίπος του σβέρκου σου… Πως μπορείς να είσαι δικαστής μου… εσύ που δεν αφήνεις πουτάνα για πουτάνα… που εμπορεύεσαι το κρασί της θείας μετάληψης… που πουλάς συγχωροχάρτια… κι ελπίδες; Τοκογλύφε, μπόχα ξεχύνεται απ’ το βρομόστομά σου, αυτό το στόμα που θα ξεράσει την ετυμηγορία για κάποιον που εκατοντάδες φορές διακινδύνευσε τη ζωή του, για να υπερασπιστεί τη Χριστιανοσύνη, μέσα σε ένα δάσος από εγγλέζικα τσεκούρια, ακόντια και σπαθιά.»

Αυτή η ωμή καταγγελία στην ίδια του την τάξη δεν μπορεί να λυτρώσει τον Ζιλ. Ο ίδιος, βουτηγμένος στο έγκλημα έχοντας αναζητήσει μάταια τον τρόπο να παραμείνει πλούσιος με δύναμη και εξουσία στην αιωνιότητα, έχοντας περάσει τα όρια της ανθρώπινης επιθυμίας είναι ένας τραγικός ήρωας. Η άνοδος του θα επιφέρει και την πτώση του. Οι αντιφάσεις της εποχής του είναι και δικές του. Γοητευμένος με το υπερφυσικό αλλά με ζωώδη ένστικτα,  βίαιος αλλά και με μια πνευματικότητα που αποδεικνύεται ρηχή. Το ηθικό αδιέξοδο, οι αιματηρές του εμπειρίες, η παράλογη αίσθηση παντοδυναμίας θα τον οδηγήσουν στον μυστικισμό και στο έγκλημα. Θα ομολογήσει για να απομείνει ένα συντριμμένος άνθρωπος με μόνη παρέα τους εφιάλτες του.

«Γονατίζει, κλαίει με λυγμούς, ανασηκώνει το κεφάλι.

Ευχαριστώ,  ευχαριστώ… μπορώ και πάλι να αναπνεύσω…

Σηκώνεται.

Δεν θέλω να υποβάλω ερωτήσεις σε κανένα μάρτυρα… επαφίεμαι στη συνείδηση τους…

Συγκατανεύει.

Διέπραξα τα προαναφερθέντα εγκλήματα χωρίς την προτροπή κανενός… υπακούοντας μόνο στη φαντασία μου… για δική μου ευχαρίστηση.

Γιατί;

Α κύριε με την ερώτηση αυτή βασανίζετε και τον εαυτό σας και εμένα!

Καμιά αιτία, κανένας σκοπός ή πρόθεση. Υπάρχουν οι πράξεις μου τίποτα περισσότερο.  Όσα είπα είναι αρκετά για να επισύρουν την καταδίκη και το θάνατο δέκα χιλιάδων ανθρώπων.

Κανένας λόγος δεν υπήρχε. Σα ζώο … ναί. Δεν γνωρίζω την αιτία των σφαλμάτων μου… εκτός κι αν ο Θεός είναι η αιτία του καλού και του κακού, του ψυχρού και του θερμού, της ραθυμίας και του πάθους στον κόσμο αυτό…

Είμαι το λάθος, δεν δύναμαι να υπερβώ τον εαυτό μου.»

 Αν όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, τότε ο Ζιλ διένυσε την απόσταση από το ένα στο άλλο σε λιγότερο από δέκα χρόνια. Περιέργως το πλήθος που ούρλιαζε για τον θάνατό του κατά τη διάρκεια της δίκης, τον παρακολούθησε σιωπηλό να ανεβαίνει στο ικρίωμα για την εκτέλεση του. 

Ο Ζιλ έζησε σε μια εποχή βίας και βαναυσότητας, με ελάχιστο σεβασμό στο άνθρωπο εν γένει. Οι ευγενής που ασκούσαν μια απεριόριστη εξουσία στα φέουδα τους ήταν άξεστοι, αδαής και με ελάχιστους ηθικούς φραγμούς. Αναδύθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχιζόμενων συγκρούσεων  δυναστικών και θρησκευτικών. Η εκκλησία επρόκειτο περισσότερο για φεουδαρχικό σχηματισμό και οργάνωση και ελάχιστα εμπόδιζε έναν ηθικό εκχυδαϊσμό.  Θα χρειαστεί να έρθει η Αναγέννηση και η Μεταρρύθμιση, η πρώτη για να διακηρύξει έναν κοσμικό ουμανισμό, η δεύτερη για να προσφέρει ένα μεγαλύτερο βάθος στο πνεύμα της εκκλησίας αλλά και στη σχέση του ανθρώπου με το  θείο. Και τα δύο κινήματα αυτά θα προσφέρουν εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και μεγαλύτερη κατανόηση της φύσης του και της θέσης του στον κόσμο.