Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Eξάρχεια: Μύθοι και Πραγματικότητα

Το «Εξαρχείων Αλφαβητάριο» προσπαθεί να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, δείχνοντας ότι ανέκαθεν ήταν μια συνοικία με ανθρώπους, όχι τέρατα, αλλά ούτε και υπερήρωες. Ο συγγραφέας του βιβλίου μίλησε στον Θεοδόση Μίχο.

Ορθόδοξος Περίπολος (οργ): Η πρώτη ομάδα λαϊκών τιμωρών που εμφανίστηκε στη συνοικία το μακρινό 1896, μισόν αιώνα πριν από τη σύσταση της… περικλεούς ΟΠΛΑ και πάνω από έναν από τις ποικιλώνυμες περιπολίες των σημερινών Εξαρχείων. Υπήρξε το… στρατιωτικό σκέλος ενός νεοσύστατου συλλόγου ορθοδόξων χριστιανών, που ενεργώντας βεβαίως εν ονόματι του θεοφοβούμενου λαού αποφάσισε να συνετίσει τους παπάδες που έπιναν τον άμπακο και φούμαραν ασύστολα σε κοινή θέα τσιγάρα, τσιμπούκια και ναργιλέδες, δηλώνοντας εντύπως «ότι εάν ο Σεβασμιώτατος δεν λαβή πρόνοιαν, η περίπολος των ορθοδόξων χριστιανών θα εισέλθη εις το καφενείον και θα τα κάμη θάλασσα!»

Στο παρθενικό της «Ανακοινωθέν» στον Τύπο -στην πρώτη προκήρυξη ευθύνης στα ελληνικά «τρομοκρατικά» χρονικά- η πρωτοπόρα οργάνωση περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια -κάτι που έναν αιώνα αργότερα μιμήθηκαν άλλες… ορθόδοξες ένοπλες γκρούπες- το επιχειρησιακό σκέλος της βίαιης παρέμβασής της: «Η περίπολος του συλλόγου ορθοδόξων χριστιανών συνέλαβε χθες τον εφημέριον της Ζωοδόχου Πηγής Παπά Γεώργιον εις τι παντοπωλείον καθήμενον και καπνίζοντα δημοσίως. Είπες εις αυτόν παρακλητικώς να πετάξη το τσιγάρο του διότι δεν επιτρέπεται εις τους ιερείς να καπνίζουν δημοσίως. Αλλ’ αυτός ηρνήθη. Του το αφήρεσε λοιπόν διά της βίας κατά καθήκον της και ποδοπατήσουσα αυτό τον ήλεγξεν και ανεχώρησεν […]».

Με το πρώτο της μόλις χτύπημα η οργάνωση είδε την παιδαγωγική κοινωνική δράση της να αποδίδει καρπούς. Το δεύτερο θύμα της ο Παπά Ιωάννης -μέλος επίσης της έκνομης ομάδας των θεριακλήδων εφημεριών της Ζωοδόχου Πηγής- που η άγρυπνη Ορθόδοξος Περίπολος συνέλαβε «εις τι καφενείον καθήμενον και καπνίζοντα ναργιλέ» απεδείχθη πιο συνετό και υποσχέθηκε «ότι όχι μόνον δεν θα καπνίζη δημοσίως εις τα καφενεία αλλά ούτε θα εισέρχηται πλέον εις αυτά». Παράλληλα το πολιτικό σκέλος της οργάνωσης αποκάλυπτε εν σώματι ενυπογράφως στο ιερό ποίμνιο της περιοχής την ύπουλη αντιχριστιανική προπαγάνδα ενός «πανούργου και ψωραλέου προβάτου», του χαρτοπώλη Ρήγα Ποφάντη, που «ησπάσθη τον Προτεσταντισμόν» και «ως λύκος βαρύς» επιπίπτεει στο «πονηρόν κατάστημα του» επί της οδού Ιπποκράτους 11 και προσηλυτίζει «ιδίως τους απλουστέρους ορθοδόξους».

Όλα λοιπόν έβαιναν δεξιά, αλλά η δραστηριότητα του ριζοσπαστικού πυρήνα της οργάνωσης ήταν γραφτό να λάβει γρήγορα τέλος, συνεπεία -τι άλλο- της κατάδοσης του πιο δραστήριου μέλους του, του κυρίου Ιωάννη Περδικάκη από τον αχαρακτήριστο Αγαμέμνονα Στεργίου αυτόπτη μάρτυρα της επίθεσης στον Παπά Γιώργη που με επιστολή του στην εφημερίδα -που προνομιακά δημοσίευε τις προκηρύξεις της Περιπόλου- τον φωτογράφιζε απαξιωτικά ως ρακένδυτο θρησκομανή, αυτοχειροτονηθέντα σε αστυνόμο του Ε’ Τμήματος Νεαπόλεως, ο οποίος ωστόσο ευθαρσώς ανέλαβε την ευθύνη των επαναστατικών του πράξεων και χριστιανικώς ποιων αντιπαρήλθε τους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς και κάλεσε, εν τη μεγαλοψυχία του, τον περίπτυστο καταδότη να μεταμεληθεί και να προσχωρήσει στον θεόπεμπτο Σύλλογο.

Τα Εξάρχεια έξι χρόνια από ελεύσεως Βασιλείου Εξάρχου, το 1887, φωτογραφημένα από τον Alfred Nicolas Normand (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

Άποψη του πολυκαταστήματος «Εξάρχεια» του Βασιλείου Εξάρχου, το 1969, πριν γκρεμιστεί και δώσει τη θέση του στο Ξενοδοχείον Εξάρχειον (Αρχείο Κουτσαπλή-Μπακούρου, από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών – Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία)

Μπορεί η επιλογή, από τον συγγραφέα του βιβλίου «Εξαρχείων Αλφαβητάριο» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), του συγκεκριμένου λήμματος, ανάμεσα στα εκατοντάδες που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον «μη χρηστικό οδηγό της καταποντισμένης “μυθικής πολιτείας” και των όμορων συνοικισμών», να μην είναι και η πιο αναμενόμενη, είναι όμως αυτή που κάνει ο Γιάννης Φούντας για να ξεκινήσει την εμφατική ανάγνωση, αφενός ανταποκρινόμενος στον παλμό, όπως λέγεται, της επικαιρότητας -λίγους μήνες μετά την επιβολή του, η ψιλή κουβέντα περί του αντικαπνιστικού νόμου καλά κρατεί σε κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη παρέα, ακόμη και σε μία περιοχή που υποτίθεται ότι τηρείται στη χάση και τη φέξη-, αφετέρου για να υπερθεματίσει πως η ιστορία κάνει κύκλους και συχνά πυκνά, ως γνωστόν, επαναλαμβάνεται ως φάρσα, ακόμη και -ή ίσως ειδικά- σε μια περιοχή σαν τα Εξάρχεια.

«Το να απαντάω σε ερωτήσεις γι’ αυτό το βιβλίο δεν είναι κάτι που με ενδιαφέρει», τονίζει, «με τη λογική ότι οι άνθρωποι που τις κάνουν, συνήθως έχουν μία συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό τους και περιμένουν οι απαντήσεις να είναι ταιριαστές με αυτό που θέλουν να προβάλλουν. Δεν έχει κανένα νόημα αυτό. Σημασία έχει τι καταλαβαίνεις εσύ από αυτό που διαβάζεις και πώς το προβάλλεις.»

Το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνω λοιπόν εγώ και ομοίως θα καταλάβει όποιος πιάσει το συγκεκριμένο βιβλίο στα χέρια του, είναι ότι πρόκειται για αποτέλεσμα κοπιαστικής, ενδελεχούς έρευνας. 

Στο εξώφυλλο του βιβλίου η Μπλε Πολυκατοικία στα μέσα της δεκαετίας του 1930 (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη)

«Άρχισα να γράφω αργά, ήμουν ήδη αρκετά μεγάλος» λέει ο Γιάννης Φούντας στην Popaganda. «Δεν θεωρώ εαυτόν συγγραφέα, δεν έχω αυτή τη λογική. Αν μπορώ να υποστηρίξω ότι έχω, τέλος πάντων, ένα τάλαντο, αυτό είναι το τάλαντο του αναγνώστη. Μέσα από αυτή την οπτική έγιναν και τα δύο βιβλία μου, το “Αναρχικό Λεξικό” και το “Εξαρχείων Αλφαβητάριο”. Είναι το τάλαντο ενός αναγνώστη που κάποτε ήταν ψυχαναγκαστικά αδηφάγος, και τώρα είναι πιο επιλεκτικός γιατί περιορίζεται ο ορίζοντας. Τα βιβλία λοιπόν γράφτηκαν ή μάλλον προέκυψαν από την αναγνωστική μου διάσταση. Σε κάποια φάση, δηλαδή, συνειδητοποίησα ότι είχαν συσσωρευτεί στο σπίτι μου διάφορα αρχεία με θέματα που με ενδιέφεραν. Και αυτό το βιβλίο, όπως και το Λεξικό, δεν είναι προϊόντα μιας συγκεκριμένης απόφασης, του στιλ κάθομαι τώρα και φτιάχνω ένα βιβλίο για το τάδε θέμα σαν επαγγελματίας συγγραφέας. Υπήρχαν οι φάκελοι, τα αρχεία, πολύ υλικό και όταν προέκυψε η όρεξη να ασχοληθώ με το θέμα, το έκανα. Από τη στιγμή, βέβαια, που αποφάσισα να το δουλέψω, έψαξα κι άλλο.»

Κάτι που φαίνεται και από την πολυσέλιδη παράθεση των πηγών στο τέλος του βιβλίου. «Κι αν σου φαίνεται πολύ το υλικό στο Αλφαβητάρι, σκέψου ότι το “Αναρχικό Λεξικό” είναι δύο τόμοι, χίλιες σελίδες συνολικά, ενώ πετάχτηκαν άλλες τόσες κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, επρόκειτο για ένα συσσωρευμένο αρχειακό υλικό που αποφάσισα ότι είναι κρίμα να μην το μοιράζομαι.»

Ο Λόφος του Στρέφη ως λατομείο το 1870.

Και ως βοσκοτόπι το 1911.

Το μεγάλο ειδικό βάρος της ιστορικής αξίας του συγκεκριμένου συγγραφικού εγχειρήματος έγκειται ακριβώς στο ότι διατρέχει τα 135 χρόνια που προηγήθηκαν της περιόδου των Εξαρχείων για την οποία έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε έρευνες, βιβλία, αναλύσεις, ρεπορτάζ, άρθρα γνώμης και άλλα τινά.

«Ξέρω ότι θα ήταν πιο πιασάρικο ένα βιβλίο για τη χρονική περίοδο από εκεί που σταματάει το δικό μου μέχρι σήμερα. Θεωρώ όμως ότι δεν μπορείς να έχεις μία αντικειμενική άποψη όταν τα πράγματα τρέχουν, αν δεν έχει περάσει μια χρονική απόσταση», λέει ο Γιάννης Φούντας και αυτός είναι ο βασικός λόγος που επέλεξε τη χρονική περίοδο 1840-1975. «Έχουν γραφτεί άπειρα πράγματα για τα νεότερα Εξάρχεια. Δεν ήθελα να μπω στη λογική του πιασάρικου, να καταπιαστώ με ένα θέμα κάργα επίκαιρο. Περισσότερο με ενδιέφερε να κατανοήσει ο αναγνώστης πώς δημιουργήθηκαν τα Εξάρχεια. Και μετά, βλέποντας τα παλιά Εξάρχεια, βλέποντας και τα καινούρια, να κάνει συγκρίσεις, αναγωγές και να αρχίσει να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα».

«Με το Εξαρχείων Αλφαβητάριο προσπάθησα λίγο να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, να πω ότι είναι μια συνοικία με ανθρώπους και όχι τέρατα, όπως νομίζουν κάποιοι, αλλά ούτε και υπεράνθρωπους, όπως νομίζουν άλλοι. Ούτε άγιους, ούτε διαβόλους.»

Η επιλογή του να ακολουθήσει στο «Εξαρχείων Αλφαβητάριο» τον δρόμο της λεξικογραφίας κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. «Αυτή η μορφή δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να αναπλάσει μόνος του και την περιοχή και την ιστορία με τις πληροφορίες που διαβάζει. Ουσιαστικά τι κάνει το λεξικό; Προηγείται του ίντερνετ. Παραπέμπει και παραπέμπει και παραπέμπει και καταλήγεις να ψάχνεις μόνος σου. Αυτή είναι τουλάχιστον η άποψη μου.»

Προφανώς, δεν αντεδείκνυται η γραμμική ανάγνωσή του βιβλίου. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αποτελεί μονόδρομο. Ίσως, μάλιστα, οι αρετές του να αποκαλύπτονται με πιο συναρπαστικό τρόπο με κάθε επόμενο βήμα μιας άναρχης αναγνωστικής πορείας.

 

Μια τυχαία μέρα, ανοίγεις μία τυχαία σελίδα.
Πέφτεις, για παράδειγμα, πάνω στο λήμμα του Ναπολέωντα Λαπαθιώτη: «Ο εκπεσών άγγελος των Εξαρχείων. Άθεος, τοξικοεξαρτημένος, ομοφυλόφιλος, άεργος από πεποίθηση, πλάνης και νυχτοπερπατητής, κομμουνιστής και πένης στα στερνά του και τελικά αυτοχειριασμένος. Ο ορισμός του καταραμένου, στα καθ’ ημάς, ποιητή», διαβάζεις μεταξύ μερικών ακόμη εκατοντάδων λέξεων που καταλήγουν σε πέντε παραπομπές, σε ισάριθμα άλλα λήμματα.
Επιλέγεις το λήμμα «Ηλιοκαύτου Χαιρετισμοί» («Τους απηύθυνε μέσω του περιοδικού ποικίλης ύλης Μπουκέτο, ο Εξαρχειώτης κοσμοκαλόγερος Χαρίλαος Παπαντωνίου υπογράφοντας με το πατρικό της μητέρας του, ως Ηλιόκαυτος, στον φίλο, γείτονα του και μόνιμο συνεργάτη του περιοδικού Ναπολέωντα Λαπαθιώτη, χολωμένος από μια λογοκριτική παρέμβαση του ποιητή σε υμνογραφία του, που δημοσιεύτηκε ελαφρώς κουτσουρεμένη στο Ημερολόγιο του Μπουκέτου»), από εκεί οδηγείσαι σε άλλα λήμματα, μετά σε άλλα, και σε άλλα, και σε άλλα. Οι πιθανοί συνδυασμοί φαντάζουν ανεξάντλητοι.

Οδόφραγμα στην οδό Στουρνάρα κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944.

Πανοραμική φωτογραφία της Λαϊκής Αγοράς της οδού Καλλιδρομίου από τον φακό του Γεωργίου Μπακούρου, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 (Αρχείο Κουτσαπλή-Μπακούρου, από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών – Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία)

Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι δεν πρόκειται για μία αποστειρωμένη, εγκυκλοπαιδική καταγραφή της ιστορίας. «Το βιβλίο είναι πολιτικό αναγκαστικά, γιατί ο συγγραφέας του είναι κοινωνικό και πολιτικό ον. Δεν γίνεται να γράφεις ουδέτερα. Αυτό το λένε όσοι θέλουν να πουν απλά τη δική τους αλήθεια, διατυμπανίζοντας ότι τάχαμου είναι αντικειμενικοί. Δεν υπάρχει όμως αντικειμενική αλήθεια. Κάθε βιβλίο που γράφεται είναι υποκειμενικό και κάθε ιστορία που γράφεται είναι υποκειμενική. Έχει σημασία ακόμη και το τι λήμματα θα επιλέξεις να βάλεις από τα άπειρα που θα μπορούσες να είχες επιλέξει. Η επιλογή η ίδια δίνει και την αισθητική και την πολιτική και την κοινωνική σου διάσταση.»

Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το «Εξαρχείων Αλφαβητάριο» είναι εξ ορισμού προορισμένο για συγκεκριμένου ιδεολογικού προσανατολισμού μερίδα του αναγνωστικού κοινού. «Δεν απευθύνεται ντε και καλά σε ένα αριστερόστροφο κοινό. Ίσως απλά να νιώσει πιο οικεία. Έχω, όμως, φροντίσει, στο μέτρο του δυνατού, να έχω μέσα πράγματα και για προσωπικότητες άλλων πολιτικών χώρων, διότι ήθελα να αναδείξω τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της συνοικίας. Εξαρχής δεν γνώριζα αν και ποιον θα ενδιέφερε αυτό το βιβλίο. Από την άλλη, μεγάλος άνθρωπος είμαι, μπορώ να αποστασιοποιούμαι από τα πράγματα αν χρειαστεί, οπότε ομολογώ ότι δεν θα το έβγαζα αν δεν θεωρούσα ότι αξίζει να πληρώσει ο άλλος τον οβολό του για να το πάρει. Αποδείχτηκε ότι ενδιαφέρει κόσμο απ’ όλη τη γκάμα, και νέους ανθρώπους και παλιότερες γενιές. Έρχονται κυρίες 70 ετών, παίρνουν το βιβλίο και επιστρέφουν μετά από μέρες για να μου πουν πόσο τους άρεσε.»

Ο ιδιοκτήτης ενός γειτονικού βιβλιοπωλείου που, όλως τυχαίως, μπαίνει, για να παραγγείλει μερικά αντίτυπα του βιβλίου, στο χώρο των Εκδόσεων των Συναδέλφων, λίγο πριν ο Γιάννης Φούντας ολοκληρώσει την πρότασή του, τον ακούει και συνηγορεί ότι ίσως τελικά το βιβλίο να είναι πιο ελκυστικό για αναγνώστες μεγαλύτερων ηλικιών, με όρεξη να ανακαλύψουν την ιστορική αλήθεια, έξω από το πλαίσιο της ταραχώδους επικαιρότητας.

Υπήρξε κάτι που να ανακάλυψες εσύ ο ίδιος, ρωτώ τον συγγραφέα, κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου;
Ανακάλυπτα τα Εξάρχεια όλα τα χρόνια που μάζευα το αρχειακό υλικό. Αν και μέτοικος, μιας και ήρθα από την επαρχία και δεν ένιωσα ποτέ στην Αθήνα ότι είναι ο τόπος μου, είμαι πια Εξαρχειώτης. Ειδικά από τη στιγμή που γεννήθηκε εδώ η κόρη μου, πήρα κατά κάποιο τρόπο την εξαρχειώτικη ιθαγένεια. Δεν ξέρω όμως τι είναι αυτό που έχουν τα Εξάρχεια και γιατί όσοι ζούμε και κινούμαστε εδώ, έχουμε για την περιοχή μια συγκεκριμένη άποψη που είναι τελείως ανάποδη από αυτή που έχουν οι άλλοι στην Αθήνα.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σου η μεγαλύτερη παρεξήγηση για τα Εξάρχεια;
Παρεξήγηση από ποιον; Γιατί υπάρχουν πολλές, και από τους Εξαρχειώτες και από τους εκτός. Γενικά είναι μια παρεξηγημένη περιοχή. Ο μύθος των Εξαρχείων θρέφει και τους εντός και τους εκτός. Νομίζω ότι με το Εξαρχείων Αλφαβητάριο προσπάθησα λίγο να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, να πω ότι είναι μια συνοικία με ανθρώπους και όχι τέρατα, όπως νομίζουν κάποιοι, αλλά ούτε και υπεράνθρωπους, όπως νομίζουν άλλοι. Ούτε άγιους, ούτε διαβόλους. Κι αυτό προκύπτει όχι από δική μου άποψη, αλλά από την ίδια την ιστορία.

Το βιβλίο «Εξαρχείων Αλφαβητάριο 1840-1975, ένας μη χρηστικός οδηγός της καταποντισμένης μυθικής πολιτείας και των όμορων συνοικισμών» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.
Στη μεταφορά των αποσπασμάτων στην Popaganda δεν χρησιμοποιήθηκε το πολυτονικό σύστημα, σε αντίθεση με το βιβλίο. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας: Η διατήρηση στα εντός εισαγωγικών παραθέματα της αρχικής σύνταξης, ορθογραφίας και ενίοτε…ανορθογραφίας τους, μπορεί να μην φαντάζει ιδιαιτέρως φιλική στον σημερινό αναγνώστη, αλλά είναι δεοντολογικώνς επιβεβλημένη και ιστοριογραφικώς απαραίτητη, εφόσον το ζητούμενο είναι η κατά το δυνατόν πιστή αναπαράσταση αλλοτινών καιρών.
POP TODAY
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2024 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.