ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ένα απόγευμα με τον Ben Frost στου Ψυρρή

Ο Γιώργος Μιχαλόπουλος συνάντησε τον υπέροχο Αυστραλό λίγες ώρες μετά την άφιξη του στην Αθήνα και μίλησαν για τον τελευταίο του δίσκο, την μουσική πρωτοτυπία, τους ενοχλητικούς μιμητές του και τον Burial.
Φωτογραφίες: Στάμος Αμπάτης
ABS_2015_001_D_0016
ABS_2015_001_D_0028

Δεν είναι πολλοί (αν και γίνονται όλο και περισσότεροι) οι καλλιτέχνες που καταφέρνουν να ανοίξουν τις πόρτες μιας εταιρείας όπως η Mute, γράφοντας μουσική που εξαρχής στοχεύει να αποφύγει τις φόρμες, που προσπαθεί να βρει μια νέα γλώσσα που έχει όμως την ικανότητα να γίνει οικουμενική. Ο Ben Frost είναι ένας απ’τους αυτούς και έχει καταφέρει να διαγράψει μια σταθερά ανοδική πορεία που μετά την κορύφωση που ακούει στο όνομα By The Throat (ο δίσκος που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2009 και αποθεώθηκε από κάθε μουσικό μέσο της αγγλικής και μη γλώσσας) μεγάλωσε γεωμετρικά το ακροατήριο του. Η αντίδρασή του σε αυτή την πρόκληση δεν ήταν η προφανής: η κυκλοφορία του Aurora το 2014 ήταν μια τουλάχιστον τολμηρή κίνηση αφού η πρώτη ακρόαση δεν έφθανε για να αντιληφθείς πως πρόκειται για τον ίδιο καλλιτέχνη. Αρκετές ακροάσεις μετά, το Aurora φανερώνει τις πανέξυπνες ιδέες του δημιουργού του που κάνει σαφές πως ο Frost δεν ακολουθεί φόρμουλες και επιτυχημένες συνταγές του παρελθόντος αλλά προσπαθεί να εξελιχθεί και κυρίως να βρει λόγο άξιο για να βγάλει τον κάθε επόμενο δίσκο του (όπως κάνει σαφές στη συνέντευξη παρακάτω).

Σήμερα (23/5) θα εμφανιστεί στο Ρομάντζο σε διοργάνωση της 3 Shades of Black και θα ολοκληρώσει το εξαιρετικό σερί των εμφανίσεων που φιλοξένησε ο συγκεκριμένος χώρος που λίγο ή πολύ συμπεριλάμβαναν τους Objekt, Rrose και τον φίλο του Tim Hecker (επίσης διοργάνωση της 3 Shades of Black), με τον οποίο μιλούσε στον τηλέφωνο όταν συναντηθήκαμε στο κέντρο της Αθήνας λίγο μετά την άφιξή του στην πόλη. Ο Frost αποδείχθηκε ένας ευγενέστατος συνομιλητής, πολύ συνειδητοποιημένος και πρόθυμος να μιλήσει για τα έργα του ακόμα κι αν ο χρόνος δεν φάνηκε αρκετός για να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας που είχε πάρει μια όμορφη τροπή, αλλά δεν έχει και τόση σημασία αυτό. Το μοναδικό που πρέπει να συγκρατήσετε είναι πως η εμφάνισή του στην Αθήνα είναι, πολύ απλά, άχαστη.

Παίρνοντας τα πράγματα απ΄την αρχή, πως μπήκες στην υπόθεση της πειραματικής μουσικής προερχόμενος από μια χώρα που είναι διάσημη για τον Nick Cave και την Kylie; Ήταν μάλλον αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας αφαίρεσης. Είχα αρκετές μπάντες πιτσιρικάς αλλά πάντα ένιωθα πως μόνο εγώ έπαιρνα σοβαρά την υπόθεση της μουσικής. Τα υπόλοιπα μέλη των συγκροτημάτων αργά ή γρήγορα έφευγαν για να βρουν δουλειά, μια καινούργια γκόμενα ή όποια άλλη μαλακία έκαναν και εγώ έμενα ξεκρέμαστος δείχνοντας εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που δεν την άξιζαν. Ήταν λοιπόν κάπως πρακτικός ο λόγος που ενδιαφέρθηκα για τη ψηφιακή πλευρά της μουσικής, που ασχολήθηκα με τον υπολογιστή γιατί έτσι έλυσα το πρόβλημα της συνεχούς αναζήτησης ντράμερ, μπασίστα κτλ. Θυμάμαι μια εποχή που προσπαθούσα να στήσω μια μπάντα που δεν ήθελα να ανήκει στη ροκ μουσική και έβαλα αφίσες σε διάφορα δισκάδικα ψάχνοντας για τέτοιου είδους μουσικούς. Κανείς δεν μου απάντησε, ούτε ένας άνθρωπος. Από εκείνο το σημείο και μετά όλα κύλησαν γρήγορα. Τη στιγμή που άρχισα να γράφω το Steel Wound είχα ήδη αφιερωθεί στη κιθάρα που επεξεργαζόμουν πολύ και ηχογραφούσα σε μια τετρακάναλη κονσόλα. Σύντομα είχα ενθουσιαστεί με την όλη διαδικασία, με την ίδια τη ηχογράφηση της μουσικής που κατά κάποιο τρόπο είναι από μόνη της μια μορφή τέχνης (η τοποθέτηση των μικροφώνων στο χώρο π.χ.). Δεν μπορώ να εντοπίσω κάποιο κομβικό σημείο που με έκανε να πιστέψω ότι μπορώ πράγματι να ζήσω τη ζωή μου γράφοντας μουσική, απλά συνέχισα.

Και τον Lawrence English πως τον προσέγγισες για να κυκλοφορήσει τον πρώτο σου δίσκο; Αυτός με πλησίασε να σου πω την αλήθεια. Με άκουσε σε ένα φεστιβάλ που γινόταν βόρεια του Σίδνεϊ και του άρεσε αυτό που έκανα. Να λοιπόν που υπάρχει κομβική στιγμή. Η ετικέτα του, η Room40, είχε μόλις ξεκινήσει και το ντεμπούτο μου ήταν η τρίτη της κυκλοφορία, οπότε δεν ήταν μεγάλη υπόθεση, ήταν ακόμα μια μικροσκοπική εταιρεία και δεν πίστευα πως θα καταφέρω τίποτα. Να όμως που ακόμα πουλάει ο δίσκος.

Μερικά χρόνια μετά κυκλοφορείς το περιβόητο πια By The Throat και στα χρόνια που μεσολαβούν μέχρι την κυκλοφορία του περσινού σου δίσκου πρέπει να κυκλοφόρησαν τουλάχιστον 50 ακόμα δίσκοι που τον μιμούνταν χωρίς ενδοιασμούς. Σε επηρέασε αυτό όταν άρχισες να γράφεις το Aurora; Κοίταξε, είμαι απ΄τους ανθρώπους που πιστεύουν πως η πρωτοτυπία είναι σημαντική. Η χρηστικότητα ενός άλμπουμ είναι κάτι που σκέφτομαι πολύ. Ξέρω για τους δίσκους που λες, είναι ξεκάθαρο άλλωστε και πρόκειται για νεαρούς μουσικούς που ανήκουν σε μια γενιά που δεν εκτιμά καθόλου την πρωτοτυπία και φτιάχνει μουσική που έχει περισσότερη σχέση με τα περιοδικά μόδας παρά με την μουσική πρόοδο και την εξέλιξη. Είναι περίεργο όταν ακούω κάτι τέτοιο. Τις προάλλες έπαιζε ένας DJ μετά τη συναυλία μου και έβαλε δύο από αυτά τα κομμάτια. Δεν ξέρω, είναι δύσκολο να το σχολιάσω χωρίς να ακουστώ σαν ένας εγωιστικός μαλάκας, δεν έχει σημασία και πολύ νομίζω, είναι δίσκοι που δεν πρόκειται να αγοράσω γιατί δεν έχουν τίποτα το αυθεντικό. Πιστεύω πως οι άνθρωποι έχουν μια τάση προς την πρωτοτυπία και πως ο μέσος μουσικόφιλος μπορεί να εντοπίσει ότι είναι ψεύτικο αλλά ζούμε στην εποχή των κυνικών και κατά κάποιο τρόπο επιτρέπουμε σε μια τόσο ανειλικρινή δημιουργικότητα να περιβάλει το χώρο μας. Όταν η  μουσική μου καταλήγει στο Spotify και περικυκλώνεται από όλους αυτούς που αντιγράφουν το By The Throat δίνει την εντύπωση της ύπαρξης ενός κοινού τόπου με αυτούς τους ανθρώπους κι αυτό δεν είναι αλήθεια. Το γεγονός ότι βρίσκονται όλα στην ίδια πλατφόρμα ισοπεδώνει τα πράγματα και κάνει τη ζωή μας ως ακροατές (γιατί αυτό είμαστε) πολύ πιο δύσκολη γιατί δεν είναι σα να πηγαίνεις στο δισκάδικο όπου μπορεί να σε κατευθύνει ένας άνθρωπος που εμπιστεύεσαι. Ναι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσεις πια ένα δίσκο που αποτελεί μια πραγματική κατάθεση. Τελικά, υπάρχει πολύ περισσότερη μουσική εκεί έξω σήμερα αλλά ελάχιστη τέχνη.

Ο συντάκτης της Popaganda, Γιώργος Μιχαλόπουλος, με τον κεφάτο Ben Frost.

Ο συντάκτης της Popaganda, Γιώργος Μιχαλόπουλος, με τον κεφάτο Ben Frost.

Το ίδιο έχει συμβεί και στον Burial. Πρέπει να βγήκαν εκατοντάδες δίσκοι που «ήθελαν να του μοιάσουν». Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι, τώρα που ανέφερες τον Burial, πως και οι δύο δίσκοι του με επηρέασαν πάρα πολύ, πιθανότατα όσο κανείς άλλος.

Δεν μπορώ να πω ότι το έχω εντοπίσει. Αυτό ακριβώς εννοώ. Δεν υπάρχει άμεση μουσική σχέση μεταξύ μας. Σέβομαι απεριόριστα την μουσική ως τέχνη και θα ντρεπόμουν πραγματικά αν κάποιος μπορούσε να μπερδέψει αυτό που κάνω εγώ με τα κομμάτια που έχει κυκλοφορήσει ο Burial. Ίσως η ανάγκη μου για πρωτοτυπία να με εμποδίζει να είμαι επιτυχημένος.

Νομίζω πως τα πας μια χαρά. (Γέλια). Σοβαρά, πιθανότατα κυκλοφορώ το 10% του υλικού που ηχογραφώ και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Νομίζω πως είναι σημαντικό να είσαι ο πιο αυστηρός κριτής της δουλειάς σου, να βάζεις ψηλά τον πήχη, πιο ψηλά από όλους. Με αυτό τον τρόπο όταν έρθουν οι κακές κριτικές, γιατί θα έρθουν, δεν σε νοιάζει καθόλου, δεν μπορεί να πει κανένας κάτι που δεν έχεις ήδη σκεφτεί. Δεν θέλω να γράψω το By The Throat Part II και το ίδιο ισχύει για το Aurora. Αυτά είναι πράγματα που έχω ήδη κάνει. Κι ας μην κρυβόμαστε, όσοι ζούμε στο κόσμο της μουσικής είμαστε προνομιούχοι, είναι σχεδόν γελοίο που επιβιώνουμε γράφοντας δίσκους όταν το 95% του πληθυσμού της γης προσπαθεί να βάλει φαγητό στο τραπέζι του. Αφού είμαι σε αυτή τη θέση, προτιμώ να δυσκολευτώ.

Έχω την αίσθηση ότι είσαι απ΄τους μουσικούς που θα μπορούσε εύκολα να αποκοπεί απ΄το παιχνίδι της μουσικής στο δισκογραφικό κομμάτι. Κατά κάποιο τρόπο έχεις δίκιο, νομίζω άλλωστε πως αν η ψηφιακή επανάσταση έκανε ένα καλό είναι ότι έθεσε υπό αμφισβήτηση τη χρησιμότητα του δίσκου ως αντικείμενο. Όταν σκέφτομαι τι δουλειά θέλω να κάνω μελλοντικά, αμφιβάλλω αν με καλύπτει η κατανάλωση όλης αυτής της δημιουργικής ενέργειας που καταλήγει σε ένα συμπιεσμένο αρχείο που αποθηκεύεται σε έναν υπολογιστή. Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω πόσους δίσκους έχω ακόμα μέσα μου και το σημαντικό είναι πως δεν με ενδιαφέρει γιατί ο λόγος θα ήταν καριερίστικος και αυτός είναι ένας πραγματικά απαίσιος λόγος. Πιθανότατα σε έξι μήνες θα έχω αλλάξω γνώμη αλλά έτσι σκέφτομαι. Είναι κάτι που περνάω πάντα στα διαστήματα μεταξύ κυκλοφοριών με τη διαφορά ότι κάθε φορά γίνεται και πιο δύσκολο να συνεχίσω γιατί όσο προχωράς ανταγωνίζεσαι όλο και πιο πολύ τον εαυτό σου. Έχω κάνει μια τέτοια συζήτηση με τον Michael Gira (Swans), αλλά βέβαια ο Gira δεν είναι άνθρωπος αλλά γαμημένη μηχανή.

ABS_2015_001_D_0016

Επηρέασαν όλα αυτά τη δημιουργία του Aurora; Ίσως, δεν ξέρω ακριβώς. Οι ιδέες που είχα μετά τον προηγούμενο δίσκο εξαντλήθηκαν κάπου στις αρχές του 2012. Ήξερα βέβαια εξαρχής ότι αυτή τη φορά ήθελα να «επιτεθώ» στο ρυθμό, κάτι που πάντα υπήρχε σε μικρές ποσότητες στον ήχο μου αλλά τώρα ήθελα να ασχοληθώ με τη σταθερότητα που έχει στην χορευτική μουσική, σαν να είναι παλμός, ασταμάτητη ορμή. Αυτή ήταν η αφετηρία αλλά έψαχνα και κάτι που θα ήταν κατά κάποιο τρόπο post-digital, κάτι που δεν ανήκε στον ήχο της Raster-Noton και το σύμπαν του Carsten Nicolai. Οι τύποι αυτής της δισκογραφικής θερίζουν πραγματικά οπότε δεν υπήρχε λόγος να κάνω τη μαλακία να τους ανταγωνιστώ, θα έβγαινα χαμένος. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν κάτι που θα ακουγόταν «βρώμικα φουτουριστικό», που θα συνδύαζε την ψηφιακή εποχή με την εικόνα ενός πιτσιρικά που είδα στο Κονγκό να προσπαθεί να φορτίσει ένα κινητό χρησιμοποιώντας μια γεννήτρια μέσα στη γαμημένη ζούγκλα. Αυτή εικόνα αποτέλεσε την καρδιά του δίσκου.

Κάπως έτσι προκύπτει η ηχογράφηση του δίσκου που για πρώτη φορά γίνεται εκτός στούντιο; Ναι, πρώτη φορά γίνεται συνειδητά και είναι διαφορετικό να δουλεύεις με το λάπτοπ όταν αυτό είναι το μοναδικό μέσο που έχεις και διαφορετικό να δουλεύεις στο λάπτοπ όταν είσαι μέσα στο στούντιο. Ήταν επιλογή και στην αρχή δεν ήξερα αν σήμαινε κάτι και για να είμαι ειλικρινής αρχικά όλα μου φαίνονταν σκατά. Μετά το Κονγκό άρχισα να βρίσκω πράγματα που άξιζαν τον κόπο.

Οι καλεσμένοι του δίσκου προκύπτουν γιατί ήθελες κάτι πιο οργανικό στον ήχο σου για λόγους ισορροπίας; Θα σου πω, είναι μια κουβέντα που έχω κάνει με φίλους μου σκηνοθέτες. Μερικές φορές το σενάριο επιβάλλει τα χαρακτηριστικά που ψάχνεις σε έναν ηθοποιό, σου επιβάλλει να ψάξεις έναν ψηλό, μελαχρινό, όμορφο ξένο. Είναι συγκεκριμένο αλλά ταυτόχρονα θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Εξαρχής ήξερα πως θα χρειαστώ κάποιους ντράμερ. Τον Greg Fox των Liturgy τον είδα σε μια συναυλία τους, είναι σαν Εξολοθρευτής με μπαγκέτες και ήξερα αμέσως πως θα τον χρειαζόμουν στο δίσκο. Τον ίδιο ισχύει για τον Shahzad Ismaily και για τον Thor, ο οποίος είναι ένας μαγικός άνθρωπος που ήξερα ότι θα ταιριάξει με αυτό που είχα στο μυαλό μου. Όταν βρεις λοιπόν τους κατάλληλους ηθοποιούς όλα αλλάζουν με μιας, το μαγικό με τις συνεργασίες είναι ότι εκπλήσσεσαι, είναι συναρπαστικό να δουλεύεις με άλλους ανθρώπους.

Κλείνοντας το θέμα του δίσκου, το κομμάτι που έχω ακούσει τις περισσότερες φορές είναι το “Nolan”. Άνθρωπος είναι ή κράνος; (Γέλια). Το δεύτερο. Οδηγούσα ένα βράδυ σε μια λεωφόρο και με πλησίασε μια κατάμαυρη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ένας μαυροντυμένος τύπος. Όταν με προσπέρασε με μεγάλη ταχύτητα είδα με το περίεργο φως που υπήρχε αυτή τη λέξη στο κράνος του (μαύρο φυσικά κι αυτό). Ήταν τέλεια εικόνα, μια απίστευτη επιτάχυνση δύναμης, ντυμένη στα μαύρα. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου κόλλησε στο κεφάλι, μάλλον αυτό το κομμάτι δούλευα εκείνη την εποχή. Ο ρυθμός του κομματιού είναι τελείως πρωτόγονος, έχει κάτι αφρικανικό κι ήταν κάτι που είχα προσέξει πάρα πολύ γιατί φοβόμουν πως όταν δουλεύεις ένα δίσκο στην Αφρική και χρησιμοποιείς ρυθμούς, πολύ εύκολα μπορείς να γλιστρήσεις στα λημέρια του Peter Gabriel. Δεν το ήθελα αυτό. Νομίζω πως το Aurora είναι γεμάτο απλές ιδέες. Το δύσκολο κομμάτι ήταν η σύγκρουση αυτών των στοιχείων που έψαχνα αλλά αν τεμαχίσεις τα κομμάτια θα βρεις πολλά απλά στοιχεία.

Κοιτάζοντας τα μέρη που έχεις παίξει, είσαι συνέχεια σε βραδιές που περιλαμβάνουν κυρίως χορευτική μουσική. Πως αντιδρά ένα τέτοιο κοινό; Διαφέρει από μέρος σε μέρος, το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον γιατί αυτό το κοινό έχει μια δική του γλώσσα, έναν δικό του άγραφο κανόνα επικοινωνίας που όλοι καταλαβαίνουν και όταν του πας κόντρα οι αντιδράσεις μπορεί να είναι πολύ έντονες. Ταυτόχρονα όμως, αν βρεις ένα τρόπο να διατηρήσεις ένα είδος ρυθμού ανακαλύπτεις πως ο αυτός ο κόσμος είναι πολύ πιο ανοιχτόμυαλος απ΄τον αντίστοιχο που συναντάς στη ροκ μουσική. Τα έχω κάνει και τα δύο, έχει πολύ ενδιαφέρον και η διαφορετικότητα που συναντάς είναι κάτι που δεν σταματά να με εκπλήσσει.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.