Εγώ, το 2-12- Του Αλέξη Πανσέληνου

Τις μέρες που δεν είχα σχολείο, δηλαδή στις Γιορτές, χαιρόμουν δυο κυρίως πράγματα. Τα παιχνίδια και τα βιβλία μου και τις βόλτες που κάναμε με τον πατέρα μου. Δεν ήταν κάτι που γινότανε συχνά και γι’ αυτό δεν μπορούσα με κανένα τρόπο να χάσω την απόλαυση. Έμπαινε ξαφνικά στο δωμάτιο και μου έλεγε. “Έλα να πάμε βόλτα.”

Οι μέρες αυτές ήταν για τα παιδιά. Έκλεινε το σχολείο πριν τα Χριστούγεννα και ξανάνοιγε μετά τα Φώτα, ένα τεράστιο, ατελείωτο διάστημα μέσα στο οποίο χωρούσαν όλα τα όνειρα και όλα τα θαύματα.

Το πατρικό μου, ένα προπολεμικό διαμέρισμα στο στενάκι πίσω από το ιερό της Ζωοδόχου Πηγής, φιλοξενούσε στο μπροστινό και μεγαλύτερο δωμάτιό του το γραφείο των δικών μου που ήταν δικηγόροι. Σκύβοντας από το παράθυρο έβλεπες στην Ακαδημίας τον μαντρότοιχο της Ιονίου Σχολής και την Ζωοδόχου Πηγής που χανόταν στο βάθος, με τα χαμηλά κεραμόσκεπα σπιτάκια της . και δεξιά, σε πολύ μικρή απόσταση από το σπίτι, το αρχοντικό του Χρηστομάνου – ή ό,τι απέμενε απ’ αυτό – και το νεοκλασσικό του Ελληνικού Ωδείου. Ίσια απέναντι, το μέγαρο Βαρβιτσιώτη.

Κάτω από το σπίτι ήταν μια πιάτσα ταξί. Όλα παλιά, μαύρα Φορντ με τα στρογγυλά χρωμέ φανάρια τους πάνω στα φτερά και τις τετράγωνες καρότσες με τα μασπιέ και τα μικρά παράθυρα στο πίσω μέρος. Οι οδηγοί όρθιοι απ’ έξω κουβεντιάζαν και κάπνιζαν, ακουμπώντας τα φλυτζανάκια του καφέ από τον καφετζή, απέναντι, στον ουρανό του αμαξιού. Η πιάτσα ήταν σταθερή. Γνωρίζαμε τους περισσότερους από τους οδηγούς κι αυτοί εμάς. Μας χαιρετούσαν κάθε που βγαίναμε απ’ την πόρτα. Ας μην τους χρησιμοποιούσαμε ποτέ.

Τα δικαστήρια δυο λεπτά δρόμο από το σπίτι. Στο Αρσάκειο το Πρωτοδικείο, στο μέγαρο Πανεπιστημίου και Πεσμαζόγλου το Εφετείο. Οι γονείς μου μπαινόβγαιναν όλη μέρα με τις δικογραφίες στους χαρτοφύλακες, άφηναν σημείωμα στην εξώπορτα “Επιστρέφω αμέσως” ή “Είμαι στο δικαστήριο, επιστρέφω στις 1 μ.μ.”, για να μη χτυπούν άδικα την πόρτα του σπιτιού οι πελάτες και τρέχει διαρκώς η υπηρεσία, να τους ανοίγει και να εξηγεί.

Τις ώρες που οι δικοί μου ήταν στο γραφείο, βγαίνοντας από το δωμάτιο και διασχίζοντας το χωλ για να μπω στην τραπεζαρία, όπου βρισκόταν το ραδιόφωνο, τύχαινε να δω καθισμένους στους άβολους, δρύινους, σκυριανούς καναπέδες, ανθρώπους άγνωστους, άντρες και γυναίκες με τα παλτά και τις ομπρέλες τους, να περιμένουνε να δουν τον δικηγόρο. Επιστρέφοντας έβλεπα άδειο το χωλ και κλειστή τη τζαμόπορτα του γραφείου. Ο πελάτης είχε περάσει μέσα, τα φώτα ήταν αναμμένα, ξεχώριζες λέξεις από τις κουβέντες καθώς είχε ξεκινήσει η συζήτηση.

Ο πατέρας μου έμπαινε σιγοπατώντας, μ’ ένα μικρό χαμόγελο που προμήνυε κάτι ξεχωριστό για σήμερα. Μπορεί να ήταν μια έξοδος για πάστα στο “Ερμείον” της Χαριλάου Τρικούπη ή για λουκουμάδες στο ημιυπόγειο της γωνίας Πανεπιστημίου. Μπορεί να ήταν μια επίσκεψη στην Ένωση Παραγωγών για ταούκ-κιοξου ή μουχαλεμπί ή κουρκουμπίνια, που τα λάτρευε. Μπορεί να ήταν για τυρόπιτα στον Τσίτα. Ή μπορεί να ήταν για μια επίσκεψη στον επίσης δικηγόρο αδελφό του, που είχε γραφείο στο παλιό κτίριο της Πανεπιστημίου 44, όπου είχα να περιμένω ένα τεράστιο γλυκό υποβρύχιο, ενόσω οι δυο τους συζητούσαν υποθέσεις ή καυγάδιζαν – που δεν ήταν διόλου ασυνήθιστο.

Η πιο καλή πρόταση όμως που θα μου έκανε – η μεγαλύτερη διασκέδαση και μαζί μια περιπέτεια που μ’ έβαζε πάντοτε να υποσχεθώ πως δεν θα τη μαρτυρούσα στη μητέρα μου, ήταν να ανέβουμε στο τράμ και να κάνουμε ολόκληρη τη διαδρομή, από τέρμα σε τέρμα. Αυτό ήταν κάτι που μόνο σε μέρες σχολικής αργίας μπορούσε να γίνει, όπως Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, των Τριών Ιεραρχών, του Αγίου Διονυσίου ή Μεγαλοβδομάδα.

Μέχρι να βγούμε Πανεπιστημίου από την Χ. Τρικούπη, στο δεξί πάντα πεοδρόμιο, ένας τυφλός με σημάδια κάποιας έκκρηξης χαραγμένα πάνω στο πρόσωπο, έπαιζε βιολί καθισμένος σ’ ένα πάνινο διπλωτό σκαμνί και μπρος του έχασκε ανοιχτή η θήκη του οργάνου, για να μαζεύει τα κέρματα που έριχναν οι περαστικοί. Είχε ένα πολύ ωραίο, σοβαρό πρόσωπο και έμοιαζε πολύ του Μπετόβεν . μόνο που το δικό του πρόσωπο ήταν λιγότερο λιονταρίσιο από κείνου. Ο πατέρας μου δεν έδινε ποτέ ελεημοσύνες, αλλά στον τυφλό βιολιστή, για κάποιον λόγο, έδινε. Είχε βγαλμένο από πιο πριν το κέρμα από την τσέπη του πανταλονιού του και καθώς περνούσαμε του το ‘ριχνε μέσα, χωρίς ούτε στιγμή να κοντέψει το βήμα του. Σα να ντρεπόταν γι’ αυτό που έκανε.

Δύο ήταν οι αγαπημένες μας διαδρομές. Η μία, Πατήσια-Αμπελόκηποι. Η άλλη, η πιο καλή μου, Κυψέλη-Παγκράτι. Την έκανε το πράσινο τραμ 2-12. Ο αριθμός συμβόλιζε τα γεννέθλιά μου που έπεφταν Δεκέμβρη. Κι από μόνο του έφτανε αυτό. Αλλά η διαδρομή ήταν η πιο αγαπημένη γιατί το τραμ περνούσε μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα, τον Βασιλικό Κήπο, την Αμαλίας, το Ζάππειο. Στη στροφή που έκανε, πριν από τις Στήλες του Ολυμπίου Διός, απολάμβανα το άγαλμα του Βύρωνα, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί, καθώς στραμμένος προς τα πάνω μου φαινόταν έτοιμος να θηλάσει τη γυμνόστηθη Ελευθερία που σκύβει ολοπρόθυμη κι αυτή πάνω του. Από τον λόφο του Αρδητού το τραμ έστριβε αριστερά και περνώντας μπροστά από το Στάδιο, ανηφόριζε προς το Παγκράτι όπου έμενε ο εξάδελφός μου, που τον θαύμαζα γιατί ήταν μεγαλύτερος. Πατέρας του ήταν ο θείος μου που, λίγα χρόνια αργότερα, κάθε φορά που θα τον επισκεπτόμουν στο γραφείο του μου έχωνε στην τσέπη ένα χαρτονόμισμα για χαρτζηλίκι – κρυφά από τον μεγάλο του αδερφό που δεν ενέκρινε τέτοιου είδους δώρα. Ποιος ξέρει πού φανταζόταν ότι θα τα ξόδευα.

Χαζεύαμε τους δρόμους καθώς η μεγάλη διαδρομή, από την άγνωστη αυτή περιοχή της πόλης που μου φαινόταν σαν άλλη χώρα. Κατά μήκος της Πατησίων τα όμορφα αρχοντικά, τα δέντρα στα πεζοδρόμια και τα εξωτικά ονόματα των στάσεων και ύστερα το ολοζώντανο Παγκράτι με την πυκνή δόμηση και τα λογής μικρομάγαζα σπαρμένα πάνω στο δρόμο μας, τις μικρές μονοκατοικίες με τους κήπους και τα στολισμένα παράθυρα, τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, ξυπνούσαν μέσα μου όνειρα για μακρινούς τόπους και για άλλες εποχές. Ο πατέρας μου καμιά φορά μου έδειχνε τα σημαντικά σημεία της διαδρομής, μου εξηγούσε την ιστορία κάποιων σπιτιών, κάποιας πλατείας, κάποιας γωνιάς άγνωστης των προσφυγικών. Μου έδειχνε τα σημάδια από τις σφαίρες των πολυβόλων και θυμόταν ημερομηνίες και περιστατικά που εμένα μου φαίνονταν χαμένα στις ομίχλες της ιστορίας, αλλά για κείνον ήταν πολύ πρόσφατες αναμνήσεις.

Μια από τις πιο μεγάλες απολαύσεις σ’ αυτές τις βόλτες μας ήταν που όταν φτάναμε στο τέρμα, και ενώ και οι τελευταίοι επιβάτες άδειαζαν το ξύλινο βαγόνι, εμείς μέναμε μέσα, σα να ‘μασταν το πλήρωμα ενός καραβιού που έπιασε λιμάνι κι ετοιμαζόταν να ξανασαλπάρει για τη βάση του. Ο οδηγός μας κοιτούσε χαμογελώντας καθώς περνούσε από μπρος μας για να πάει να καθίσει την πίσω μεριά του τραμ και να πιάσει τα πηδάλια που βρίσκονταν εκεί, αφού το βαγόνι δεν έστριβε για ν’ αλλάξει κατεύθυνση, παρά μόνο μπρος και πίσω πήγαινε. Ο εισπράκτορας μας ξανάκοβε εισιτήρια για τη νέα μας διαδρομή της επιστροφής κι εμείς παρακολουθούσαμε τους νέους επιβάτες να σκαρφαλώνουν από το τέρμα κι έπειτα σε κάθε στάση και να γεμίζουν σιγά-σιγά το βαγόνι.

Σήμερα ξέρω ότι όσο χαιρόμουν εγώ αυτή τη μεγάλη βόλτα με το τραμ, άλλο τόσο, αν όχι περισσότερο, τη χαιρόταν ο πατέρας μου. Ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να κάνει σκασιαρχείο από το γραφείο. Όταν αργότερα έφτασαν στα χωρίσματα με τη μητέρα μου και οι κατηγορίες εκτοξεύονταν πια ελεύθερα και αλογόκριτα, ακόμα και μπροστά μου, την άκουσα να τον κατηγορεί για τα χαρτάκια με το “Είμαι στο δικαστήριο, επιστρέφω στις 1 μ.μ.” και άλλες παρόμοιες εξόδους για δουλειές, ανάμεσα στις οποίες και “μια βόλτα με τον μικρό, μήπως του βρω παπούτσια” που κατέληγαν στο τραμ 2-12, ενώ εκείνη – διαμαρτυρόταν αγανακτισμένη – έσπαγε τα κέρατά της στο γραφείο, βολεύοντας τα ματαιωμένα ραντεβού και αναπληρώνοντάς τον στις διεξαγωγές απ’ όπου την είχε κοπανήσει.

Η αλήθεια είναι πως η μάνα μου είχε δίκιο. Εκείνος προτιμούσε μια συζήτηση στο καφενείο που ανάλογα με τη συντροφιά θα είχε ως θέμα την πολιτική κατάσταση ή την ποίηση. Ασφυκτιούσε στο γραφείο, βασανιζόταν για να μελετήσει Νομολογία και σιχαινόταν να συντάσσει μια προσθήκη-αντίκρουση ή μια αγωγή. Όχι πως και η μάνα μου τρελαίνόταν με δαύτα. Αλλά ο πατέρας μου είχε την τάση να το σκάει από τη δουλειά, κι επειδή εργοδότης δεν υπήρχε για να τον ξεγελάσει, η δική μου διασκέδαση έπαιρνε τη θέση του ιερού καθήκοντος και έτσι ξαφνικά βρισκόμασταν οι δυο μας να ταξιδεύουμε άσκοπα μέσα στην πόλη, αλλάζοντας εικόνες και απολαμβάνοντας τους δρόμους και τις διαδρομές, ό,τι καιρό κι αν έκανε.

Όταν γύριζα στο σπίτι, έπιανα τα μικρά τετράγωνα χαρτόνια πάνω στα οποία ο πατέρας μου είχε γράψει με χοντρά καλλιγραφικά νούμερα τους αριθμούς 2 και 12, έχωνα το 2 στο άνοιγμα της μπλούζας μου και το 12 πίσω στο γιακά μου, και σέρνοντας τα πόδια πάνω στο πάτωμα έκανα το τραμ 2-12, μικραίνοντας τη διαδρομή και περιορίζοντάς τη στις στάσεις κρεβατοκάμαρα, διάδρομος, χωλ, γραφείο, χωλ, τραπεζαρία, μικρός διάδρομος, κουζίνα, δωμάτιο υπηρεσίας και πίσω. Ήμουν το 2-12.

Και πιο ευτυχισμένο τραμ από αυτό/εμένα σίγουρα δεν κυκλοφόρησε ποτέ στους δρόμους της Αθήνας.

Το τελευταίο βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου «Σκοτεινές επιγραφές» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο ενώ στις 22 Φεβρουαρίου θα κυκλοφορήσει «Η κρυφή πόρτα» από τις ίδιες εκδόσεις.

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA