Δημήτρης Μυστακίδης: «Σαν άνθρωποι δεν τρέχει και τίποτα να μην είμαστε τέλειοι»

Ανήκει στη φοβερή γενιά μουσικών που ξεπήδησαν τα τελευταία χρόνια από τη Θεσσαλονίκη, συνεργάτης του Νίκου Παπάζογλου, του Θανάση Παπακωνσταντίνου και πολλών άλλων. 

Δεν μπορεί να μην έχετε πάει σε συναυλία και να μην τον έχετε πετύχει όπως και θα είναι λίγο παράξενο αν πληκτρολογήσετε τις λέξεις «λαϊκή κιθάρα» στο google και δε σας εμφανιστεί τ’ όνομα Δημήτρης Μυστακίδης. Μέχρι και στο ΤΕΙ τη διδάσκει. 

Τελευταία του δισκογραφική του δουλειά ήταν διασκευές σε ρεμπέτικα που ηχογραφήθηκαν στην Αμερική. 

Για τα ρεμπέτικα ήταν και η κουβέντα που έγινε στο στούντιο του Enlefko 87.7 και στο Laternative (ο Παναγιώτης Μένεγος και ο Σταύρος Διοσκουρίδης βρίσκονται εκεί καθημερινά από τις 7 έως τις 10 το πρωί) και για τη συναυλία Τέλειες, Ατέλειες που επιμελείται καλλιτεχνικά ο Δημήτρης Μυστακίδης, διοργανώνει ένας άλλος ο ραδιοφωνικός σταθμός, ο Μελωδία 99,2 και θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 11 Ιουλίου στο Ηρώδειο. Εκεί όπου μεγάλες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου θα ερμηνεύσουν εκείνα τα ρεμπέτικα όπου με τέλειο τρόπο παρουσιάζουν τις ανθρώπινες ατέλειες. 

Σταύρος Διοσκουρίδης:  Καλημέρα, πως είσαι; Είμαι μια χαρά. 

Σ.Δ.: Σ’ έχουμε δει σε τόσες συναυλίες το καλοκαίρι είτε μόνος σου είτε σε μπάντες άλλων τραγουδοποιών, κυρίως του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Και τώρα θα σε δούμε την Πέμπτη 11 Ιουλίου στο Ηρώδειο να επιτελείσαι τη συναυλία του Μελωδία για το ρεμπέτικο με τίτλο «Οι τέλειες, ατέλειες». Να ξεκινήσουμε λίγο για τη βραδιά. Είναι μια βραδιά αφιερωμένη στο ρεμπέτικο. Έχει μια συγκεκριμένη θεματική γιατί πολλά χρόνια έχω επιλέξει πως όταν παρουσιάζουμε κάτι πρέπει να έχει μια ιδέα από πίσω. Έτσι κι αλλιώς τα κομμάτια έχουν αποδείξει τη μεγάλη τους αξία αλλά θεωρώ ότι πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε και σήμερα για κάτι πραγματικό που μας απασχολεί σαν κοινωνία και αυτή τη φορά επιλέξαμε τις τέλειες, ατέλειες. Δηλαδή θέλουμε να δείξουμε ότι είναι ok, να μην είσαι τέλειος. Άνθρωποι είμαστε, αυτό είναι το μεγαλείο… 

Παναγιώτης Μένεγος: Του Ελληνισμού! (γέλια) Του ελληνισμού δεν είναι οι ατέλειες. Είναι άλλα τα προβλήματα. Αλλά σαν άνθρωποι δεν τρέχει και τίποτα να μην είμαστε τέλειοι.

Π. Μ.: Οπότε υπάρχει αυτή η κεντρική ιδέα και μέσα από αυτό στήνεται το ρεπερτόριο της βραδιάς, αναδεικνύουν αυτό το κόνσεπτ. Φωτίζουν τις ανθρώπινες ατέλειες. 

Π.Μ.: Πες μας μερικά κομμάτια. Το Είμαι ένα παλιόπαιδο του. Είναι ένα από τα μοναδικά τραγούδια που παραδέχεται ότι ήταν απατεώνας. Για τη ζήλια πολλά κομμάτια, για την οργή, για τα γεράματα, είναι ένα τραγούδι του Μάρκου που λέει γέρασες και πια δε σε αγαπώ. 

Σ. Δ.: Οι μεγάλες αλήθειες θα έπρεπε να λέγεται. Μουσικά θα μπορούσες να πεις ότι υπάρχουν τέλειες, ατέλειες στα τραγούδια; Όχι, για αυτό το λέμε τέλειες, ατέλειες γιατί περιγράφουν μ’ έναν τέλειο τρόπο τις ατέλειες των ανθρώπων. Κοίταξε να δεις τώρα, το τέλειο είναι κάτι πάρα πολύ σχετικό και ειδικά όταν μιλάμε για τη μουσική. Ο υποκειμενισμός είναι πολύ έντονος ειδικά όσον αφορά τη μουσική. Δεν είναι ένα γλυπτό που το βλέπεις. Η μουσική είναι κάτι το αντιλαμβάνεσαι με διάφορες αισθήσεις.. 

Π. Μ.: Και υποτίθεται ότι μέσα από ατέλειες, έχουν φτιάξει πολλοί μουσικοί το ιδιότυπο στυλ τους. Βέβαια! Κοίταξε και το να συμβεί ένα λάθος, την ώρα της συναυλίας, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε να βγει κάτι καλό και ενδεχομένως και κάτι καινούριο. Όσο είσαι πάνω στην πεπατημένη δεν πρόκειται να βρεθεί κάτι νέο. 

Π. Μ.: Πες μας λάθη που κάνουν οι μουσικοί κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας και δεν τα καταλαβαίνει το κοινό… Α, είναι πολλά. Από το να μην μπεις σωστά εκεί που πρέπει να μπεις. Υπάρχει και ένα φοβερό ανέκδοτο. Πώς καταλαβαίνεις αν κάποιος στην πόρτα είναι τραγουδιστής; 

Π. Μ.: Πώς; Δεν ξέρει πότε να μπει. Και ατυχήματα γίνονται. Μπορεί να σου σπάσει η χορδή. Μπορεί ν’ ακουμπήσεις κάπου και να ξεκουρδίσει το όργανο. Εκεί υπάρχει αλληλοκάλυψη. 

Σ. Δ.: Στο Ηρώδειο δεν είμαστε τώρα να κάνουμε λάθη. Ποιοι θα τραγουδήσουν; Ελένη Βιτάλη, Γιώτα Νέγκα, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Φωτεινή Βελεσιώτου από κορίτσια. Από άντρες ο Γιώργος Νταλάρας, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Ορφέας Περίδης και ο Κρίστιαν Ρόνινγκ. 

Σ. Δ.: Τα ρεμπέτικα ιστορικά μέχρι πότε είναι; Μουσικολογικά έχει χρονολογηθεί περίπου η λήξη του ρεμπέτικου και η έναρξη αυτού που αποκαλούμαι λαϊκό στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Αλλά εγώ δεν συμφωνώ και πολύ. 

Σ. Δ.: Με ποια λογική; Σκεφτόμουνα μέχρι και πρόσφατα ότι δεν μπορείς να γράψεις ρεμπέτικο πια γιατί είναι κάτι που έχει τελειώσει. Μπορείς να γράψεις κάτι που θα είναι ρεμπέτικο αλλά δεν θα είναι ρεμπέτικο. Από την άλλη σκέφτομαι γιατί οι μπλουζίστες δεν τα διαχωρίζουν; Όσο και να το έχουν εξελίξει, αυτό που γράφουν λένε ότι είναι μπλουζ. Αυτό μας δημιουργεί και πρόβλημα όταν πάμε να το εξηγήσουμε στο εξωτερικό. Υπάρχει πρόβλημα ορολογίας. Το τι ονομάζεται φολκλόρ έξω και τι εδώ, τι ονομάζεται ποπ έξω και τι εδώ, τι έννοιες έχουν οι λέξεις, είναι ένα πράγμα που πρέπει να το εξομοιώσουμε με το εξωτερικό γιατί αλλιώς δεν θα μπορούμε να συνεννοηθούμε. 

Σ. Δ.: Μιας και είπες μπλουζ, αν δεν υπήρχαν οι αμερικάνικες ηχογραφήσεις δεν θα ξέραμε πολλά από αυτά τα κομμάτια; Αν δεν υπήρχαν οι αμερικάνικες ηχογραφήσεις, δεν θα ξέραμε το ρεμπέτικο σαν είδος. Εκεί ηχογραφήθηκαν, εκεί είδαν ότι λειτουργεί δισκογραφικά και μετά οι εταιρίες που κατάλαβαν ότι είναι προιόν που πουλάει, πήραν το Μάρκο Βαμβακαρη, που αυτός εκπροσωπούσε το είδος του λαϊκού μουσικού μέσα στην κοινωνία, και άρχισαν να τον ηχογραφούν. Έτσι απέκτησε το ρεμπέτικο την αίγλη του. 

Σ. Δ.: Είναι ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο αρχηγός της φυλής; Είναι αυτός που το πήρε και το εκπροσώπησε με τον καλύτερο τρόπο. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Π. Μ.: Να επιστρέψω λίγο πίσω. Είναι άστοχο να λέμε ότι το ρεμπέτικο είναι το ελληνικό μπλουζ; Μουσικολογικά δεν έχει σχέση. Κοινωνικά και θεματολογικά έχουν πάρα πολύ μεγάλη, όμως. Δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις αυτά αν είσαι μουσικός. Όσο μεγαλώνεις κοιτάς να δεις τι έχει μεγαλύτερη ουσία; Το τεχνικό κομμάτι, τι νότες παίζεις ή αίσθηση που αφήνει στον ακροατή; Με τη λογική της αίσθησης έχουν πάρα πολύ μεγάλη σχέση. 

Π. Μ.: Πώς θα είναι το μενού στις 11 Ιουλίου; Είναι πολύ σύνθετο το πρότζεκτ. Έχεις πολλές φωνές και πρέπει να εξυπηρετήσουν ένα πρότζεκτ, είναι πάρα πολλά τα φίλτρα που πρέπει να περάσουμε ώστε να έχουμε έναν δομημένο πρόγραμμα. Και οι τραγουδιστές έχουν διαλέξει κάποια και εγώ λίγο λειτουργώ σαν μπαλαντέρ σε κάποιες κατηγορίες. Για την τεμπελιά δεν διάλεξε κανείς για παράδειγμα, οπότε θα το πω εγώ. 

Σ.Δ.: Πόσο ρόλο έπαιξε η διάλεξη του Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο; Μεγάλο. Απενοχοποίησε στην αριστερή μεσαία τάξη την υπόθεση του ρεμπέτικου. Τότε ήταν στίγμα το underground. Όλη η κοινωνία πάλευε να βγει από αυτό. Είχαν γίνει τότε τεράστιες μεταβολές στην ελληνική κοινωνία. Το ρεμπέτικο έχει αυτό το σπουδαίο πράγμα. Ενώ ξεκίνησε σαν underground και ταξική μουσική, κατάφερε να κατακτήσει τα πάντα και να γίνει αταξική μουσική. 

Σ. Δ.: Μπορείς να τα τραγουδήσεις αν δε τα νιώθεις; Σε πολλά από αυτά η φτώχεια και η ανέχεια είναι στο πρώτο πλάνο. Είναι και μερικές φορές οξύμωρο μέσα στις πίστες, με ακριβή βότκα και πούρο να τραγουδάμε ότι είμαστε της γερακίνας γιος. Τα μπουζούκια δεν είναι ρεμπέτικα. Μερικά τραγούδια έχασαν και τη σημασία τους έτσι όπως τραγουδιόντουσαν. Άμα σκεφτείς τι γινόταν το 1990 και το 200 θα καταλάβεις ότι είχαν χάσει πολλά πράγματα τη σημασία τους. Και η κρίση βοήθησε σε αυτό, να επαναπροσδιορίσουμε αξίες και να στηριχτούμε πάνω σε αυτά. Και ένα από αυτά ήταν το ρεμπέτικο. 

Σ. Δ.: Αυτοί πως ήταν τόσο καλοί μουσικοί ενώ δεν είχαν πάει σε Ωδείο; Κοίταξε να δεις, η λαϊκή μουσική είναι συνολική δημιουργία. Αυτό που ακούς δεν είναι ενός. Τώρα υπάρχουν πολλοί και καλύτεροι δεξιοτέχνες. Αυτό που έβγαινε όμως τότε ήταν το άθροισμα αυτών των αξιών που πολλές φορές υπερέβαινε τις τις επιμέρους αξίες. Οι άνθρωποι είχαν μάθει να λειτουργούν σαν παρέα. 

Π. Μ.: Ποιες είναι οι τοπ φιγούρες κιθαριστών που σε γοητεύουν; Δεν είναι πολλοί γνωστοί στο ευρύ κοινό. Η αφορμή για ν’ ασχοληθώ με την κιθάρα ήταν ο Κώστας Σκαρβέλης ο κιθαρίστας. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου για τον τρόπο ζωής του. Με το που μπήκε η λογοκρισία το 1937, σταμάτησε να γράφει. Τα χάριζε σε άλλους. Πέθανε στην κατοχή από φυματίωση δουλεύοντας σαν παλιατζής. Ο Δέδες, ο κιθαρίστας του Τσιτσάνη για τον ήχο του. 

Τα εισιτήρια για τη συναυλία στο Ηρώδειο έχουν εξαντληθεί. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε ραδιοφωνικά την Παρασκευή 14 Ιουνίου στον Enlefko 87.7.
Laternative

Share
Published by
Laternative