ΘΕΑΤΡΟ

Δικός τους χρυσός, το χιόνι.

Ένα έργο από την Κολομβία έκλεψε τις εντυπώσεις της δεύτερης εβδομάδας του Φεστιβάλ. Σε αντίθεση με την «Γιαννούλα την κουλουρού», που είχε αρκετά προβλήματα. Η Όλγα Σελλά γράφει για δύο από τις παραστάσεις που είδε αυτην τη βδομάδα στην Πειραιώς 260

Το Φεστιβάλ Αθηνών διανύει ήδη την τρίτη πλήρη εβδομάδα του και όλα έχουν πλέον ξεδιπλωθεί. Και το Ηρώδειο ξεκίνησε δυνατά, και οι εκδηλώσεις που εντάσσονται στο «Ανοιγμα στην πόλη» και οι παραστάσεις στην Πειραιώς 260. Ως και η Επίδαυρος ξεκινάει την Παρασκευή 21 Ιουνίου, πιο νωρίς από κάθε άλλη χρονιά, αφού μπήκε εμβόλιμα και τελευταία στιγμή η παράσταση του Μπομπ Ουίλσον, που εγκαινιάζει τα φετινά Επιδαύρια. Η αλήθεια είναι ότι το περασμένο Σαββατοκύριακο οι εκδηλώσεις ούτε πολλές ήταν ούτε δελεαστικές, αφού οι διοργανωτές υπολόγισαν, προφανώς, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, ενώ οι απογευματινές μπόρες των τελευταίων ημερών εμπόδισαν τους μικρούς επισκέπτες να ξεδιπλώσουν τα πολύχρωμα γεωμετρικά μαξιλάρια του Μαρκ Χατζηπατέρα, που αποτελούν τα βασικά υλικά για το διαδραστικό παιχνίδι που έχει στήσει στο προαύλιο της Πειραιώς 260. 

Με μπόρες ή με καθαρό ουρανό πάντως, όσοι παρακολουθούμε σταθερά τις θεατρικές παραστάσεις βρεθήκαμε και πάλι στην Πειραιώς 260. Σε δύο παραστάσεις θα σταθούμε, μία από την Κολομβία και μία από την Ελλάδα, που κατά μια περίεργη σύμπτωση είχαν και οι δύο ευθείες αναφορές (σκηνογραφικές και κειμενικές) στο Καρναβάλι.

Η περασμένη εβδομάδα μας επεφύλασσε μιαν ευχάριστη θεατρική έκπληξη από την Κολομβία. Με την παράσταση «Οι αγνοούμενοι» ήρθε, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο Φεστιβάλ Αθηνών η ομάδα Mapa Teatro. Με μια ιστορία μαγικού ρεαλισμού και υψηλών ποιητικών εικόνων, αφηγήθηκαν την ιστορία της χώρας τους το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα. Μίλησαν για την επανάσταση που περίμεναν και δεν ήρθε, για τη βία που απλώθηκε, για τον Εσκομπάρ, την κυριαρχία της μαφίας και των καρτέλ των ναρκωτικών που ποδηγετεί και βασανίζει την κοινωνία τους («ο δικός μας χρυσός, το χιόνι» ακούστηκε παραβολικά σε κάποια στιγμή), παρουσίασαν εύστοχα τις τάξεις της κοινωνίας τους, μίλησαν για τις μεθόδους της προπαγάνδας κάθε εξουσίας, που διαστρεβλώνει τα πράγματα και διαχωρίζει τους πολίτες -κάτι που ασφαλώς δεν συναντάται μόνο στην Κολομβία- και έφεραν στη σκηνή, αποτυπωμένα σε μεγάλες μάσκες, τα διεθνή πρόσωπα-σύμβολα των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων διαχρονικά και διατοπικά (Μαρξ, Λένιν, Κάστρο, Τσε), σαν μέλη μιας παρέλασης Καρναβαλιού. Κι όλα αυτά περιβεβλημένα με τις μουσικές και τα χρώματα του Καρναβαλιού αλλά και της χώρας τους, έντονα και εξωστρεφή στοιχεία έτσι κι αλλιώς, σε κάθε περίπτωση. Και με ηθοποιούς που παρέπεμπαν σε κανονικούς ανθρώπους, σε καθημερινούς σωματότυπους, έτσι που να σκιαγραφούν και σωματικά τους ρόλους τους και την ιστορία που αφηγήθηκαν. Και κάπου ανάμεσα στο όνειρο, το Καρναβάλι, τον μαγικό ρεαλισμό και τον πικρό σχολιασμό της ζωής τους και της χώρας τους, εμφανίζεται ένας περίεργος άνθρωπος, που νόμιζε ότι ήταν σύννεφο, και περιγράφει το όνειρό του: ότι ταξιδεύει μ’ ένα τρένο στις αχανείς εκτάσεις της Ρωσίας, ότι βλέπει αλυσοδεμένους ανθρώπους να είναι πεσμένοι στη γη, ότι τον αναγνωρίζουν κι αρχίζουν να καταριούνται αυτόν και τη μάνα του. Ηταν ο Μαγιακόφσκι και στο πρόσωπό του η ματαίωση των ονείρων πολλών ανθρώπων. Και ήταν η παράσταση του Mapa Teatro μια αυθεντική, εμπνευσμένη και γλυκόπικρη εικόνα της σύγχρονης ιστορίας της μακρινής χώρας τους. Και ήταν ασφαλώς από τις παραστάσεις που αξίζει τον κόπο να υπάρχουν σ’ ένα Φεστιβάλ και να γνωρίζουν στους θεατές νέες θεατρικές γλώσσες και πολιτισμούς. 

Δεύτερη παράσταση (παίζεται ως τις 21 Ιουνίου, στο Χώρο Η της Πειραιώς 260) η «Γιαννούλα η κουλουρού», σε σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου και πρωτογενές κείμενο της Θεοδώρας Καπράλου. Η Γιαννούλα ήταν ένα πραγματικό σαλό πρόσωπο, που έζησε στην Πάτρα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μια φτωχή γυναίκα, με νοητική υστέρηση, που πουλάει κουλούρια για να ζήσει, και διαρκώς ονειρεύεται το γάμο της και τον δικό της «πρίγκιπα». Αυτή τον διαρκή πόθο της εκμεταλλεύτηκαν οι καρναβαλιστές της εποχής και της έστησαν έναν γάμο. Την έντυσαν νύφη και την οδήγησαν, εν μέσω Καρναβαλιού, σε μια εκκλησία που ήταν κλειστή και σ’ έναν γαμπρό που ήταν ψεύτικος. Δεν έγινε μία φορά αυτή η τρομερή πλάκα. Εγινε πολλές φορές. Και κάθε φορά η Γιαννούλα έλεγε σπαρακτικά εκείνη τη φοβερή λέξη: «Κοροϊδεύτηκα». 

Η Ευαγγελία Θεριανού έστησε μιαν κανονική αποθήκη καρναβαλικών αρμάτων (αληθινών από την Πάτρα και τον Ρέντη), σκεπασμένων με μουσαμάδες, δηλώνοντας έτσι τη διάρκεια και την επανάληψη, αφού η ιστορία της Γιαννούλας συνεχίστηκε ως θέμα του πατρινού καρναβαλιού 100 χρόνια μετά το θάνατό της, μέχρι που καταργήθηκε οριστικά. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου συμπύκνωσε σε τρία πρόσωπα τους καρναβαλιστές κάθε εποχής, τους ανεύθυνους πλακατζήδες, εκείνους που όταν διαπίστωναν την πικρή οδύνη και την αδυσώπητη διάψευση της Γιαννούλας έλεγαν εν χορώ: «Ετσι. Λίγο. Για πλάκα», πετώντας από πάνω τους την ευθύνη για το σακάτεμα μιας ψυχής. Ο Μιχάλης Συριόπουλος, ο Κίμωνας Κουρής και η Αθανασία Κουρκάκη ήταν ο όχλος, η μάζα, η κοινωνία, ο «χορός», που χόρευαν στους ρυθμούς των ρυθμών της ζωντανής ορχήστρας που υπήρχε επί σκηνής και ανταποκρίθηκαν απολύτως στο ρόλο τους. Και η Ελενα Τοπαλίδου ήταν η Γιαννούλα η κουλουρού. Που εμφανίστηκε πάνω σε ένα άρμα με σχήμα γαμήλιας τούρτας. Και κάθε φορά πρόσμενε, και κάθε φορά ονειρευόταν («Κάνετε σιωπή. Να τον ονειρευτώ» έλεγε), και κάθε φορά σπάραζε. 

Θίγει πολλά θέματα αυτή η παράσταση: το όνειρο των γυναικών της εποχής, το σαρκασμό, τη σκληρότητα, τη βιαιότητα εν τέλει της κοινωνίας απέναντι στους διαφορετικούς. 

Είχε στη διάθεσή του πολύ καλό υλικό ο Γιώργος Παπαγεωργίου, και έμψυχο και άψυχο. Είχε μια πολύ ωραία ιστορία, είχε καλούς ηθοποιούς και καλούς συντελεστές σε κάθε επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά από ένα σημείο και ύστερα, κάπου κόλλησε η πλοκή. Κι αυτό ασφαλώς ήταν πρόβλημα του πρωτογενούς κειμένου που υπογράφει η Θεοδώρα Καπράλου, η οποία μας έχει δώσει εξαιρετικές διασκευές κειμένων τα προηγούμενα χρόνια. Σκηνοθετικά, από την άλλη, νομίζω ότι o Γιώργος Παπαγεωργίου επέλεξε να κινηθεί με αρκετές υπερβολές (στην κίνηση,  στην επανάληψη της ιστορίας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και σε αρκετά σημεία εκφοράς του λόγου). Οι σπαρακτικές κραυγές της Γιαννούλας-Ελενας Τοπαλίδου όταν αντιλαμβανόταν την κοροϊδία, αφαιρούσαν πολλά από την ευθραστότητα και της καλής ηθοποιού και της ηρωίδας που υποδυόταν. Και η αντίστιξη φάνηκε καθαρά στην τελευταία σκηνή, στην συνειδητοποίηση της κοροϊδίας από τη Γιαννούλα, στον τελικό σαλεμένο και απελπισμένο χορό της. Ηταν μια παράσταση που είχε καλές ιδέες, είχε αρετές, αλλά είχε και αρκετά προβλήματα. 

Info
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου, Κείμενο: Θεοδώρα Καπράλου Σκηνογράφος: Ευαγγελία Θεριανού, Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα, Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου, Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα, Μουσική: Ματούλα Ζαμάνη, Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου, Παραγωγή: Goo Theater Company
Παίζουν: Έλενα Τοπαλίδου, Μιχάλης Συριόπουλος, Κίμωνας Κουρής, Αθανασία Κουρκάκη 
Μουσικοί: Μένιος Γούναρης, Γιάννης Κονταράτος, Ρία Ελληνίδου, Παναγιώτης Τσάκος
Συμμετέχουν οι εθελοντές: Δημήτρης Φριτζέλας, Θησέας Παπαπαναγιώτης, Ζαχαρίας Γουέλα, Σπυρίδων Κεκρίδης, Δημήτριος Κυπραίος, Μύριαμ Τσούμπου, Ναταλία Σουίφτ, Σεμέλη Μητροπούλου, Χρήστος Ρενέσης, Αιμιλία Κεφαλά, Ιωάννης Τομάζος, Άδωνης Χατζηπόπης
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.