popaganda_pict_vivlio
 
Το πρώτο βιβλίο του Ιρλανδού Φραν Ρόναν είναι το πιο γνωστό και το καλύτερό του. Γραμμένο το 1989, όταν ο συγγραφέας ήταν 27 ετών, το «Οι Άνδρες Που Αγάπησαν Την Ήβλυν Κόττον» αφηγείται τους έρωτες της πρωταγωνίστριας κατά τη διάρκεια σχεδόν τριών δεκαετιών. Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η αφήγηση γίνεται μέσα από τα μάτια ενός αφηγητή που έχει εμμονή με την Ήβλυν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά δυστυχώς ο έρωτάς του δεν βρίσκει ανταπόκριση: για την Ήβλυν είναι ο καλύτερος της φίλος.
 
Για τον αφηγήτη, «η ζωή μου ήταν κάτι που έλαβε χώρα μεταξύ 1960 και 1965. Μια κλασική φοιτητική ζωή, γεμάτη μπύρα και αθωότητα. Το μεγάλο ιδεώδες ήταν μια κοπέλα που θα έφτανε μαζί σου ως το τέλος χωρίς να μείνει έγγυος. Δεν είχαν πολλοί αυτή την τύχη». Τότε είναι που γνωρίζει την Ήβλυν, ως δεσμό του κολλητού του. Σταδιακά θα την ερωτευτεί και είναι απόλυτα σίγουρος ότι κι εκείνη θα τον ερωτευτεί. Όμως, αυτό συνέβη ποτέ.  Έκτοτε, αν και θα παντρευτεί μια άλλη γυναίκα, θα κάνει παιδιά, θα βρει μια καλή δουλειά και θα βγάλει χρήματα, ο αφηγητής δεν «ζει», γιατί δεν είναι με την Ήβλυν. «Ήθελα να παρεισφρήσω όσο γίνεται λιγότερο σ’αυτή την ιστορία, αλλά έχω φτάσει σε κάποιο σημείο της που τώρα καταλαβαίνω πώς μου άφησε πολύ βαθιά σημάδια. […] Αλλά εσείς βέβαια δεν θέλετε να μάθετε για μένα και για τον ρημαγμένο μου γάμο, που ο Θεός να τον κάνει γάμο. Εσείς θέλετε να παρευρεθείτε στο πάρτυ της Ήβλυν. Μπορώ να σας περιγράψω καλύτερα απ’όσο αν είχα πάει. Τα μόνα πράγματα που θυμάμαι στ’αλήθεια είναι αυτά που ξέρω από δεύτερο χέρι: σκηνές που δεν τις είδα με τα μάτια μου αλλά μου τις περιέγραψαν ύστερα άλλοι».
 
Παρακολουθεί και καταγράφει σε κάθε λεπτομέρεια τη ζωή της Ήβλυν, μια ζωή που, όπως λέει και ο τίτλος, είναι γεμάτη από άνδρες που (κάποιοι από αυτούς) την αγάπησαν, αλλά εκείνη όχι. Καθώς έμεινε έγγυος από τον Σίμμυ (τον κολλητό του αφηγητή), ο οποίος όμως την παράτησε, η Ήβλυν αναγκάστηκε να βρει κάποιον, ώστε να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή (για την ίδια και τους γονείς της), αρπάχτηκε από άνδρες που την χρησιμοποιούσαν ως νοικοκυρά, αλλά της προσέφεραν την όποια σταθερότητα απαιτεί μια νέα μάνα και το μωρό της.
 
Μετά από χρόνια και ως αντισθάθμισμα στο βάρος της ασφυκτικής κατάστασής της, θα γράψει βιβλία τα οποία θα γίνουν πολύ μεγάλες επιτυχίες. Η ζωή της θα αλλάξει ριζικά, θα γίνει διάσημη και πολυάσχολη. Στο απόγειό της, ο Τζούλιους, ο πλούσιος και τσιγκούνης δεσμός και λογιστής της , θα την «εξαναγκάσει» να μετακομίσει μαζί του στο Ραίμ, μια τεράστια έπαυλη στην επαρχία. Εκεί, η Ήβλυν θα σταματήσει εντελώς να γράφει και να έχει οποιαδήποτε ασχολία, καθώς το σπίτι θα της επιβληθεί. Όσο κι αν θέλει να επιστρέψει στην ζωή της στο Λονδίνο, άλλο τόσο δεν θα μπορεί να αφήσει το Ράιμ. Ο παράλληλος δεσμός του Τζούλιους θα την οδηγήσει στην αγκαλιά του Χιού: η μεσόκοπη Ήβλυν θα ερωτευτεί για πρώτη φορά στη ζωή της αυτόν τον νεαρό εργάτη και θα τον «αναγκάσει» να έρθει μαζί της στο Λονδίνο, όπου αυτός θα βρεθεί στη θέση που ήταν εκείνη όταν τον γνώρισε.
 
Η ικανότητά του Ρόναν στην διερρεύνηση της γυναικείας φύσης, του έρωτα, της εμμονής και της φθοράς που προκαλεί ο χρόνος στους ανθρώπους εντυπωσιάζουν, ειδικά εφ’όσον ότι μιλάμε για έναν νεαρό συγγραφέα στην πρώτη προσπάθειά του. Περιγράφει ανθρώπους σκληρούς, γεμάτους εμμονές που δεν μπορούν και δεν θέλουν να διορθώσουν, εγωϊστές που χρησιμοποιούν τους άλλους για τις δικές τους ανάγκες. Ακόμα και οι έρωτές τους είναι αδυσώπητοι. «Δεν πίστευε ότι δύο άνθρωποι που ζουν μαζί μπορούν και να αναπτύσσονται παράλληλα. Πάντα ο ένας καταβροχθίζει τον άλλον. Ο ένας θα είναι ο δυνατός και ο άλλος θα μαραίνεται. […] Αυτό έλεγαν άλλωστε και όλα τα βιβλία της, δεν το έβλεπα; Έλεγαν στις γυναίκες να είναι εγωίστριες».
 
Βάζοντας διαρκώς τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία («χρειάζεται να σας πω λεπτομέρειες; Να σας περιγράψω την καμπύλη της μέσης της ή το σχήμα του πισινού της; Φανταστείτε καλύτερα αυτό που είναι για σας ο ιδανικός πισινός και η ιδεώδης μές, και προσθέστε το μόνοι σας. Είναι απαίσιο πράγμα η συμμετοχή του κοινού, δεν βρίσκετε;») και επαναφέροντας συχνά το ερώτημα «τι θα γινόταν αν», ο Ρόναν κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο στην ιστορία. 
 
«Κάθομαι και διηγούμαι όλες τις λεπτομέρειες αυτού του τόσο κοινότυπου έρωτα και όσο περισσότερο μιλάω για αυτόν, τόσο λιγότερο πείθομαι ότι υπάρχει έρωτας. Ο έρωτας είναι μια βολική αόριστη έννοια με την οποία συγκαλύπτουμε τους πολυποίκιλους λόγους που μας κάνουν να θέλουμε να προσκολληθούμε σε κάποιον. Αν η Ήβλυν Κόττον με είχε παντρευτεί το 1963, θα ήμουν ευτυχέστερος σήμερα; Η ερώτηση δεν είναι ρητορική. Είναι η ερώτηση που έπρεπε να είχα κάνει ευθύς εξαρχής. Αλλά χρειάστηκε να γράψω όλες αυτές τις σελίδες για να τη σκεφτώ. Δεν πρόκειται να σας κουράσω κάνοντας σας να περιμένετε την απάντηση. Αν ξέρει κανείς την ερώτηση, η ανακάλυψη είναι ήδη τόσο μεγάλη, που η απάντηση φαίνεται αδιάφορη. Μπορεί η απάντηση να είναι μύθος. Ένα δόλωμα για να πέσουμε στην ερώτηση. Η ερώτηση είναι αυτοσκοπός. Πολύ με αμπελοφιλοσοφία μοιάζουν όλα αυτά. Και είμαι βέβαιος πως κάποιος τα έχει ξαναπεί. Αλλά τίποτα δεν μας φαίνεται αληθινό αν δεν το ανακαλύψουμε μόνοι μας».
 
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα