Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είναι απόγευμα Παρασκευής 27 Ιουνίου, της πιο εκνευριστικά περιττής ημέρας των τελευταίων 4 χρόνων. Αυτής δηλαδή που μεσολαβεί ανάμεσα στο τέλος της φάσης των ομίλων του Μουντιάλ και την έναρξη της φάσης των νοκ-άουτ, του πιο φανταστικού/απίθανου/υπέροχου/γαμάτου πράγματος που υπάρχει στον παγκόσμιο αθλητισμό: δεκαέξι ομάδες απέχουν 360 λεπτά (άντε λίγα παραπάνω με τις καθυστερήσεις, τις παρατάσεις και ίσως μερικά πέναλτι) από τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή στο πιο «μεγάλο» σπορ του γνωστού σύμπαντος και σκοτώνονται μεταξύ τους για να τα καταφέρουν, χωρίς επαναληπτικούς, περιττά ή εύκολα ματς, χωρίς συντήρηση δυνάμεων, χωρίς fluff. Μόνο μπάλα.

WORLD CUP 2006 GERMANY

Σημείωση: πριν από δυο βδομάδες και κάτι ψιλά έγραφα στο twitter αυτό, προσπαθώντας (όχι και τόσο πολύ αποτελεσματικά, είναι η αλήθεια) να πείσω τον εαυτό μου να ενθουσιαστεί με το Παγκόσμιο Κύπελλο.

 

Περίμενε. Να πείσω τον εαυτό μου να ενθουσιαστεί με το Παγκόσμιο Κύπελλο; Από πότε χρειάζεται να πείσει τον εαυτό του κάποιος να ενθουσιαστεί με το Παγκόσμιο Κύπελλο; Από πότε χρειάζομαι ΕΓΩ να πείσω τον εαυτό μου να ενθουσιαστεί με το Παγκόσμιο Κύπελλο;

Η αλήθεια είναι όμως αυτή. Το είχα βαρεθεί το ποδόσφαιρο. Νομίζω η σεζόν 2013-14 ήταν η πρώτη φορά στα 21-22 πες χρόνια που βλέπω συνειδητά μπάλα που είδα λιγότερα από δέκα ματς. Δεν είδα πάρα μόνο τον τελικό Champions League και τα παιχνίδια του Ολυμπιακού με τη Μαντσεστερ, άντε και κάποια σκόρπια ματς κάτι λιωμένα απογεύματα Κυριακής. Και μετά έγινε αυτό:

robin-van-persie-flying-header-against-netherlands-c

Κι αυτό:

arjen-robben-goal-against-spain-a

 

Κι έτσι ξεκίνησε το Μουντιάλ για μένα. Όχι στην επίσημη πρεμιέρα, την οποία είδα κάπως με το ζόρι, κάπως από συνήθεια, για το έθιμο, αλλά με 24 ώρες καθυστέρηση.

Και τότε κατάλαβα. Είχα βαρεθεί το μοντέρνο ποδόσφαιρο. Τις πασούλες. Το τίκι-τάκα. Το γύρω-γύρω όλοι. Δεν λέω ότι είναι κακό, ή ότι είναι λάθος. Εγώ όμως το είχα βαρεθεί. Και ήταν τόσο, τόσο, τόσο υπέροχο αυτό το 90 λεπτο αποδόμησης, ή μάλλον συθέμελου γκρεμίσματος του τικι τακα που ξαφνικά ξέχασα ότι είχα βαρεθεί το ποδόσφαιρο. Και έγινα πάλι 17 χρονών, όσο ήμουν το 1998, και το Μουντιάλ έγινε πάλι το πιο σημαντικό πράγμα σε όλο το γνωστό σύμπαν.

Και μετά ήρθε το Χιλή – Αυστραλία. Και το Αγγλία – Ιταλία. Και το Γερμανία – Πορτογαλία. Και το Βραζιλία – Μεξικό. Και το Χιλή – Ισπανία. Και το Ουρουγουάη – Αγγλία. Και το Κόστα Ρίκα – Ιταλία. Και το Γαλλία – Ελβετία. Και το Γερμανία – Γκάνα. Και το Κορέα – Αλγερία. Και το ΗΠΑ – Πορτογαλία. Και το Κροατία – Μεξικό. Και το Ιταλία – Ουρουγουάη. Και (ναι, φυσικά) το Ελλάδα – Ακτή Ελεφαντοστού. Και το παράλληλο δράμα των ΗΠΑ – Γερμανία & Πορτογαλία – Γκάνα (σημείωση Popaganda: και μετά ήρθε το δοκάρι του Πινίγια στο 120’, το νέο συλλογικό μας τραύμα). Και μετά ήρθε η πιο εκνευριστικά περιττή μέρα των τελευταίων 4 χρόνων. Η μέρα χωρίς μπάλα. Και, έτσι, σήμερα, τώρα, συνειδητοποίησα ότι έχω εθιστεί και πάλι στο γαμημένο το ποδόσφαιρο. Και μ’αρέσει.