Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ 2016
Τι Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου θέλουμε; (Vol.2)
Η Popaganda κοντά στον μεγαλύτερο πολιτιστικό θεσμό της χώρας.

Τι Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου θέλουμε; (Vol.2)

H Popaganda συνεχίζει τη δημόσια συζήτηση για το Φεστιβάλ, θέτοντας εκ νέου το ερώτημα σε ακόμη δέκα σκηνοθέτες, θεσμικούς του πολιτισμού, εικαστικούς, στιχουργούς, χορογράφους, videoartist, συγγραφείς, ηθοποιούς αλλά και σε μια θεατρική κολεκτίβα.
Φωτογραφίες: Eύη Φυλαχτού/ Ελληνικό Φεστιβάλ
A9926NEW

Όχι ρέπλικες που δεν υπηρετούν τα πραγματικά ερωτήματα

Aλέξανδρος Μιστριώτης, εικαστικός, videoartist, συγγραφέας

Τι Φεστιβάλ θέλουμε; Αναρωτιέμαι λοιπόν αν αυτό το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί χωρίς διευκρινήσεις, χωρίς προετοιμασία. Εκτιμώ πως είναι υποπερίπτωση άλλου ερωτήματος γενικού. Που αφορά το πολιτισμό συνολικά και την σχέση του με την κοινή, συλλογική μας, ζωή. “Τι Πολιτισμό Θέλουμε;”

Η σχέση του πολιτισμού με την κοινωνία στην οποία παράγεται όπως και η σχέση της τέχνης με την πολιτική είναι κάτι εξαιρετικά δυναμικό, ένα αγκάλιασμα που δεν επιτρέπει ούτε να χωριστούν ούτε να ταυτιστούν τα δύο μέρη. Ασύγχυτα και αδιαίρετα, το πολιτισμικό και το πολιτικό, στροβιλίζονται μέσα στον καιρό και καθρεφτίζουν το ένα το άλλο. Οι δε, επαναληπτικές κρίσεις των τελευταίων μηνών σε σημαντικούς θεσμούς του πολιτισμού (με κορυφαία ίσως την σχετική με το Ελληνικό Φεστιβάλ) φέρνουν στην επιφάνεια αυτή την ένταση και καθιστούν σαφές πως κάτι διακυβεύεται. Θα ήθελα λοιπόν να εστιάσω στο τι πολιτισμό θέλουμε. Το “θέλουμε” το κρατώ, η επιθυμία είναι που δίνει σε αυτή την συζήτηση νόημα.Η κρίση που διανύουμε βλέπουμε να βαθαίνει όλο και περισσότερο. Είναι πλέον σαφές πως είναι παγκόσμια και πως η ελληνική της εκδήλωση είναι ιδιαίτερη στο βαθμό που σε κάθε τόπο εκδηλώνεται με επίσης ιδιαίτερο τρόπο. Από οικονομική έγινε σιγά σιγά σαφές πως ήταν πολιτική και φτάνουμε πλέον στην επίγνωση πως είναι πρωτίστως πολιτισμική. Δηλαδή αφορά το ίδιο το νόημα των πραγμάτων και της ζωής, το περιεχόμενο των θεσμών και την προοπτική τους. Αφορά ποιότητες που η πολιτική δεν μπορεί μόνη της να προσδιορίσει.

Η κρίση είναι σαφέστατα πολιτισμική. Αλλά κι αυτή η καραμέλα τι σημαίνει; Ο πολιτισμός συχνά παρουσιάζεται με στερεότυπα σαν κάτι στατικό που τελικά μάλλον απωθεί ή καθησυχάζει όσους έχουν την πολυτέλεια να τον καταναλώνουν ή να τον επιδεικνύουν. Ιστορικά ο πολιτισμός ήταν το κατεξοχήν εργαλείο νομιμοποίησης της καταστροφής και της εκμετάλλευσης του υπόλοιπου πλανήτη από την Ευρώπη. Έχει χρησιμοποιηθεί για να παρέχει ισχύ στους ισχυρούς και δίκιο στους άδικους, έχει εξευτελιστεί στο σημείο να συνδεθεί με την καθαριότητα ή τις γραβάτες και τα κουστούμια (όπως είδαμε τους τελευταίους μήνες να γίνεται στην Ευρώπη, στην Αγγλία και την Γαλλία) με πράγματα που αγοράζονται και εξαγοράζονται πολύ εύκολα. 

Χρειαζόμαστε έναν ορισμό του πολιτισμού που δεν υπηρετεί την ισχύ, που διαρκώς αναδιατάσσεται και περιλαμβάνει το ανίσχυρο και το ανάξιο και δε φοβάται να μιλήσει για την συλλογική μας αποτυχία. Ένα ορισμό που να μοιάζει με ερώτηση μάλλον παρά με απάντηση, που να επιτρέπει να συσταθούν όσα θετικά και ευνοϊκά με τα “υπόλοιπα” που μας ανοίγουν στο άγνωστό, στον τρόμο και την αηδία, στο ασήμαντο και το περιττό, στην αρρώστια και την απώλεια, την απελπισία και την βία. Ποιότητες δικές μας που εκτείνονται μέσα μας και έξω μας, που διαρκώς παραμονεύουν. 

Χρειαζόμαστε όσα μιλούν για μια επιθυμία που δεν έχει μορφή και τολμά κάτι ακατονόμαστο, που ωθεί την σκέψη και εν τέλει και την πολιτική, να διασταλεί και να προσλάβει την διαρκώς φευγαλέα πραγματικότητα σε όλα της τα ενδεχόμενα. 

Είναι απαραίτητο να θυμηθούμε πως η πολιτική παίρνει τις λέξεις, τις εικόνες και τα νοήματα της από το ευρύτερο πεδίο του πολιτισμού, εκεί που το δίκαιο, το αληθινό και το ωραίο διαρκώς βρίσκονται σε διαπραγμάτευση και δημιουργούν την αίσθηση μιας “συναίνεσης” μιας συμφωνίας που επιτρέπει τις διαπραγματεύσεις, τις διαφωνίες και τις συνθέσεις. Αυτά τα υλικά δεν παράγονται μόνο στους προβλεπόμενους χώρους αλλά και μέσα σε χώρους και διαδικασίες άτυπες, καθόλου “πολιτισμικές”, τελείως ανεξάρτητες και χωρίς πρόβλεψη.. Τέλος πάντων ένα ποίημα που δίνει χώρο στον ελάχιστο τρόμο της καθημερινότητας, ένα τραγούδι που φωνάζει την αδυναμία μας να υπάρξουμε τίμιοι με τον εαυτό μας, ένα άρθρο σε μια εφημερίδα που περιγράφει τις αδυσώπητες αποτυχίες του κόσμου μας, μια διατριβή για την έννοια και την εφαρμογή του δικαίου στον 12ο Αιώνα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ένα επιστημονικό συνέδριο για την επιστημονική αφήγηση σε σχέση με την Ελλάδα στην Γερμανία του 19ου Αιώνα, όλα αυτά τα τυχαία υποδείγματα μαζί με μυριάδες άλλα συμμετέχουν σε μια πλούσια, πολυκεντρική, κρίσιμη διαδικασία που αδιάκοπα πάλλεται και σιωπηλά καθορίζει το εύρος της δημόσιας συζήτησης. Κι αυτή η συζήτηση γίνεται και η Ελλάδα είναι γεμάτη από τους χυμούς της και διαρκώς παραβλέπουμε την δυναμική της κι έτσι μειώνουμε την επίδραση της. 

Επιθυμούμε, λοιπόν, έναν πολιτισμό που ελέγχει και διευρύνει αδιάκοπα τις συναινέσεις. Έναν πολιτισμό που αγκαλιάζει το “άλλο” χωρίς να το κάνει “τρόπο ζωής” και εμπόρευμα, που αναγνωρίζει πως έχει πολιτική ευθύνη χωρίς να προσδιορίζεται μονοσήμαντα από αυτήν, την προσδιορίζει εξ’ ίσου, με τόλμη και ει δυνατόν διαύγεια στις πιο σκληρές στιγμές του. Έναν πολιτισμό που καλλιεργεί την επιθυμία σε όλες της μορφές της, όχι μόνο μέσα από την θεαματική κατανάλωση της αλλά κι από την άσκηση της. Έναν πολιτισμό πρόθυμο να  πεθάνει θεσμικά, παρά να δεχτεί να πεθάνει το περιεχόμενο του, το αξίωμα του, η βαθιά κι απρόσιτη ελπίδα του.

Καλά όλα αυτά, θα μου πείτε, αλλά για το φεστιβάλ δε μας είπες τίποτα. Δίκιο έχετε. Αλλά νομίζω πως όλη η ανυπομονησία για τις “λύσεις” και τις “προτάσεις” ναρκοθετεί την συζήτηση που κατρακυλά σε “πρακτικότητες” που πλέον δεν αρκούν. Δεν αρκούν οι διαχειριστές, χρειάζεται όλο και περισσότερο μια οραματική, δημιουργική, δυναμική. 

Δεν θα ήταν υπεκφυγή αν έλεγα πως δεν υπάρχει “ένα” ιδεατό φεστιβάλ που να ορίζεται εκ των προτέρων αλλά πολλές εν δυνάμει εκδοχές και θα τις θέλαμε όλες αρκεί να προσλάμβαναν την ένταση που ταιριάζει στην ζωή και χαρακτηρίζει τόσο τον πολιτισμό όσο και την πολιτική. Ένα φεστιβάλ που εγκαθίσταται τολμηρά και παροξύνει την δύσκολη σχέση τους και ακολούθως δεν ενδίδει σε διλήμματα όπως τοπικό και διεθνές, λαϊκίστικο και ελιτίστικο, προσωποπαγές ή προσδιορισμένο από μια άνωθεν προσδιορισμένη “πολιτισμική πολιτική” που μας την χρωστά η πολιτεία ενώ εμείς δεν την έχουμε εντάξει στην δουλειά μας και έχουμε κάνει μόνο “διαπιστώσεις”, ή άλλα απλουστευτικά διλήμματα που αντιδιαστέλλουν απλουστευτικά δημόσια ή ιδιωτικά χρήματα (και ιδρύματα) ή την συγχρονικότητα με την παράδοση κ.ο.κ. 

Τα Φεστιβάλ γεννήθηκαν μετά την εμπειρία του Γ’ Ράιχ όταν φάνηκε η βαρύτητα της επίδρασης του “πολιτισμού”, η δύναμη της εικόνας και του λόγου. Η Αβινιόν ήταν το πρώτο υπόδειγμα και υπήρξε σημαντική όχι γιατί είχε επιδοτήσεις, φιέστες και μεγάλους καλλιτέχνες αλλά γιατί έθεσε τις σωστές ερωτήσεις, με συνέπεια. Είναι, δε, χαρακτηριστικό πως οι καλλιτέχνες προσδιορίστηκαν και σχεδόν “κατασκευάστηκαν” από το φεστιβάλ που ήξερε να τους υπηρετεί, να τους δίνει χώρο για έρευνα. Το φεστιβάλ ήταν από την αρχή επιφορτισμένο με μιαν “αποστολή” και δεν αναζητούσε την αναπαράσταση του πολιτισμού, τις φιέστες, τις “διεθνείς παραστάσεις”, τις εκδηλώσεις, τα ιβέντ, ότι ονομάζουμε σήμερα “φεστιβάλ”, ρέπλικες δηλαδή που δεν υπηρετούν τα πραγματικά ερωτήματα, που δεν αναγνωρίζουν τον βασανιστικά και παντού απλωμένο πόθο μας για νόημα. 

Τι Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου θέλουμε; (Vol.2)
Η Popaganda κοντά στον μεγαλύτερο πολιτιστικό θεσμό της χώρας.
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2024 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.