ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΗ ζωή ενός εργάτη της βυζαντινής μουσικής

Η ζωή ενός εργάτη της βυζαντινής μουσικής

Ο Γιώργος Ρεμούνδος, για χρόνια ψάλτης στην Καπνικαρέα και συνεργάτης της Δόμνα Σαμίου μας διηγείται τη ζωή του και τον έρωτα του για την ψαλτική τέχνη που χαϊδεύει τα όνειρα του από μικρό παιδί.
Φωτογραφίες: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος/ FOSPHOTOS
14L1035297.

Έχει μόλις μπει η Μεγάλη Εβδομάδα και οι μέρες σηκώνουν πολλή περίσκεψη και ήρεμη κουβεντούλα. Έτσι αποφασίσαμε να επισκεφθούμε τον Γιώργο Ρεμούνδο, ψάλτη της βυζαντινής μουσικής. Ο κ. Ρεμούνδος είναι ένας καλοσυνάτος «άνθρωπος του Θεού», που μας υποδέχτηκε στο σπίτι του. Όταν μπήκαμε, τα σύνεργα του καφέ ήταν ήδη έτοιμα. «Πώς πίνεις τον καφέ σου», με ρώτησε. «Μέτριο με λίγο γάλα», του είπα, πιο πολύ κατά λάθος, προδίδοντας ότι δε νηστεύω. Όμως ο κ. Ρεμούνδος δε με κακολόγησε. Ίσα ίσα, μου επιφύλασσε  μία πολλή ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από τη ζωή του από τότε που ήταν μικρό παιδί. Καθίσαμε στο γραφείο του, στο οποίο έβρισκε κανείς ράφια γεμάτα βιβλία εκκλησιαστικής μουσικής και εικόνες. Καθώς κάθισε στην καρέκλα, πίσω του δέσποζε μία μεγάλη εικόνα του Απόστολου Παύλου.

IMG_5341b

Η ενασχόληση μου με την ψαλτική τέχνη είναι μία ολόκληρη ζωή, μία ολόκληρη ιστορία με πολλά θαυμαστά γεγονότα που με έκαναν να θέλω να την ακολουθήσω και να την υπηρετώ όσο τα μάτια μου είναι ανοιχτά. Είμαι γόνος μικρασιατικής οικογένειας, με τους παππούδες μου να κατάγονται από την Πόλη, τα προάστια της Κωνσταντινούπολης και της Προποντίδας. Όταν ήρθαν στην πατρίδα, έφεραν στην Παλαιά Ελλάδα έναν πολιτισμό πλούσιο. Γι’αυτούς οι παραδόσεις ήταν τρόπος ζωής και είχαν χαρακτήρα καρδιακό, ό,τι και αν έκαναν ήταν πηγαίο.

Γεννήθηκα στη Νίκαια. Δεν ήμουν ούτε 5 χρονών, όταν πήγαινα με τον παππού μου για να καθαρίσει τα κανάρια του – καμιά 20αριά θα ήταν. Η διαδικασία για να τα καθαρίσει και να τους βάλει κανναβούρι και μαρουλάκι για να φάνε, έπαιρνε μία-μιάμιση ώρα. Την ώρα που έκανε αυτή τη δουλειά, τις περισσότερες φορές έψελνε. Τέτοιο ψάλσιμο δεν έχω ακούσει από κανέναν άλλον μέχρι σήμερα. Και το περίεργο είναι ότι δεν ήξερε μουσική. Αυτό που έμεινε χαραγμένο στην παιδική μου μνήμη ήταν το σφύριγμά του. Και τι σφύριζε; Τα τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής. Μία σφύριζε, μία έψελνε. Κεντούσε. Θυμάμαι και τη γιαγιά μου – τσανακαλιώτισσα – να πλένει στη σκάφη και να ψέλνει. Με είχε μαγέψει η ειλικρίνεια που έβγαζε όταν έψελνε, το πηγαίο. Ήταν ο δεύτερος σπόρος που έπεσε μέσα στην καρδιά μου για την ψαλτική μετά από το τραγούδι του παππού μου. Και ποτέ δεν μου είπαν – και αυτό ήταν το σημαντικό – να πάω στην εκκλησία, παιδί καθώς ήμουν.

Για μεγάλα διαστήματα, δεν ντρέπομαι να το πω, έμενα στο σπίτι των παππούδων μου για να ξαλαφρώσει ο πατέρας μου και η μάνα μου οικονομικά. Για να με ταΐζουν, να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όταν, λοιπόν, ερχόταν η Κυριακή και η γιαγιά μου με ρωτούσε «Γιώργο, θέλεις να πάμε στην εκκλησία;», εγώ έλεγα «ναι γιαγιά» και σηκωνόμουν μόνος μου από τα χαράματα. Το αργότερο 7 το πρωί ήμουν στην εκκλησία. Τότε η Νίκαια είχε έντονο το προσφυγικό στοιχείο και οι περισσότεροι ψάλτες ήταν μικρασιάτες. Όταν έψελναν μιλούσαν στην ψυχή του ανθρώπου και αυτό εμένα με συγκινούσε. Άρχισα, λοιπόν, 5 χρονών να παρατηρώ τους ψάλτες και να προσπαθώ να ψέλνω. Καθόμουν και μέτραγα πόσα «χαίρε» έχουν οι χαιρετισμοί. Γεννήθηκε ασυνείδητα μέσα μου κάτι πολύ μεγάλο και βαθύ.  

Στο σπίτι του κ. Γιώργου, λίγα στενά κάτω από την οδό Αχαρνών.

Στο σπίτι του κ. Ρεμούνδου, λίγα στενά κάτω από τη λεωφόρο Αχαρνών.

Αυτή την κλίση μου – ίσως και να ήταν και κλήση με «η» από πάνω – την είδε ο πατέρας μου και αποφάσισε να με πηγαίνει κάθε Κυριακή σε διαφορετική εκκλησία. «Θα σε πηγαίνω στις καλύτερες που έχουν ψάλτες», μου έλεγε, «να ακούς τους ψαλμούς και να τους ευχαριστιέσαι». Αυτό το έκανα μέχρι τα 12-13 μου χρόνια, όταν και ξεκίνησα να ψέλνω. Όμως από μουσική; Άρχισα να καταλαβαίνω την ανάγκη να μάθω μουσική, να γίνει όλο αυτό που ένιωθα μέσα μου πιο ζωτικό, πιο βαθύ. Εκείνη την εποχή, το 1967, όταν και συστάθηκε η μητρόπολη Νίκαιας, δημιουργήθηκε μία σχολή βυζαντινής μουσικής. Όταν το έμαθα, πήρα μεγάλη χαρά και πήγα τρεχάλα στον σπίτι να πω τα ευχάριστα νέα. Με πήρε τότε ο πατέρας μου από το χέρι και με πήγε στα εγκαίνια της σχολής. Μετά τον αγιασμό, ακούσαμε ένα πρόγραμμα από μία χορωδία. Όταν τελείωσε η τελετή και καθώς γυρνούσαμε σπίτι, είπα στον πατέρα μου: «Πατέρα, πήρα μία χαρά με τη χορωδία και τη σχολή, όμως, να σου πω την αμαρτία μου, δεν μου άρεσε». Το ψάλσιμό τους  ήταν το λεγόμενο ωδιακό ψάλσιμο, ενώ εμείς είχαμε μάθει το ψάλσιμο της Πόλης. Η διαφορά ήταν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Μετά από κανένα χρόνο, έγινε ο εσπερινός της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου. Όταν πήγα στην εκκλησία, άκουσα μία χορωδία που με μάγεψε. Μου άρεσε πάρα πολύ. Τότε ζήτησα από μία γειτόνισσα να μεσολαβήσει για να μπω και εγώ σε αυτή. Όταν τελείωσε ο εσπερινός, η γειτόνισσά μου έπιασε το χοράρχη – Κακουλίδη τον έλεγαν – και του είπε: «αυτό το παιδάκι θέλει να μάθει μουσική, αν το στύψεις, θα βγάλει νότες, στο χέρι σου είναι να το μάθεις να ψέλνει». Όταν έμαθε ότι μένω στη Νίκαια, μου είπε πως εκείνοι έψελναν στην Αγία Βαρβάρα, στα Άνω Πατήσια, και ήταν μακριά για μένα να πηγαίνω. «Πώς θα έρχεσαι εκεί πέρα;», με ρώτησε. «Αυτό αφήστε το σε έμενα», του απάντησα εγώ.

«Είπα τότε στον εαυτό μου: «Γιωργάκη, ή θα ξεκινήσεις και θα μπεις στο σωστό δρόμο, ή θα τα παρατήσεις». Ένιωθα πως σκοποβολούσα και μου είχε μείνει το τελευταίο βόλι, με το οποίο έπρεπε να πετύχω το στόχο μου»

Τα επόμενα χρόνια έγινα βασικό μέλος της χορωδίας ως ισοκράτης και άρχισα να συμμετέχω στις ηχογραφήσεις της ΕΡΤ, όταν το ραδιομέγαρο της ήταν ακόμη στο Ζάππειο. Αυτό που με προβλημάτιζε ήταν ότι υπήρχε ένας εφησυχασμός και δεν γινόταν ιδιαίτερη προσπάθεια να διαμορφωθούν νέοι ψάλτες. Ο χοράρχης επαναπαυόταν στο υλικό που είχε. Αυτό μου προκάλεσε μία νέα απογοήτευση, καθώς ένιωσα ότι δεν μπορούσα να ασχοληθώ σε βάθος με αυτό που ένιωθα ότι ήταν σκοπός της ζωής μου». «Τότε όμως έγινε κάτι θαυμαστό. Εγώ είχα τη συνήθεια να φεύγω από τη Νίκαια και να πηγαίνω στο Φάληρο, κοντά στο Καραΐσκάκη, για να παίρνω από έναν ψάλτη της ενορίας μου τις ηχογραφήσεις που κάναμε την ΕΡΤ. Ο πατέρας μου μού είχε πάρει με χίλιες δυο στερήσεις ένα μαγνητοφωνάκι Φίλιπς. Το έπαιρνα και πήγαινα στο σπίτι του ψάλτη για να μου μεταφέρει σε αυτό τις ηχογραφήσεις. Έκανα 10 χιλιόμετρα για να πάω εκεί και 10 πίσω. Ένα Σάββατο, λοιπόν, ο ψάλτης μου είπε: «θα σου βάλω να ακούσεις ένα δίσκο». Ήταν οι ύμνοι του επιταφίου και του Πάσχα. Άλλο άκουσμα, κάτι έξω από αυτό τον κόσμο, ήχος μοναστικός. Αυτό που είχα μόλις ακούσει με σημάδεψε αμέσως. «Ποιος είναι αυτός που τραγουδάει;», ρώτησα τον ψάλτη. «Είναι ο Σίμων Καράς, που κάνει και σε εμάς σεμινάρια μουσικής», μου είπε εκείνος. «Και πού κάνει τα μαθήματα;», ρώτησα εγώ,πάλι με λαχτάρα. «Στο λόφο του Στρέφη, προς τα Εξάρχεια», μου αποκρίθηκε ο ψάλτης, ο οποίος μου έδειξε τους τέσσερις δίσκους του Καρά που κυκλοφορούσαν τότε. Έμελλε μάλιστα στα χρόνια που θα δούλευα η διασκέδασή μου να είναι κανένα δισκάκι κάθε φορά που πληρωνόμουν. Τα υπόλοιπα τα έδινα στην οικογένεια, άντε να κρατούσα τίποτα για να πάρω κανένα παντελόνι ή κάλτσες. 

Τέτοια ήταν η ζέση μου για την ψαλτική τέχνη που στα δέκα χρόνια παραμονής μου στη σχολή έλειψα μόνο 5 φορές. Το ψάλσιμο είχε γίνει για μένα αυτοσκοπός, καθώς μπροστά μου έβλεπα έναν πλούτο που δε θα μπορούσα να τον πάρω από πουθενά αλλού.

Στον Καρά έκατσα 10 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων πήρα μία βασική παιδεία. Καθώς η σχολή αυτή μας έδινε γνώση αφιλοκερδώς, έπρεπε να βοηθήσουμε και εμείς με τη σειρά μας. Πώς το κάναμε αυτό; Ο σύλλογος είχε ένα παρεκκλήσι που λειτουργούσε την περίοδο των χαιρετισμών και όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τέτοια ήταν η ζέση μου για την ψαλτική τέχνη που στα δέκα χρόνια παραμονής μου στη σχολή έλειψα μόνο 5 φορές. Το ψάλσιμο είχε γίνει για μένα αυτοσκοπός, καθώς μπροστά μου έβλεπα έναν πλούτο που δε θα μπορούσα να τον πάρω από πουθενά αλλού. Επρόκειτο για τις δύο όψεις ενός νομίσματος: τη βυζαντινή μουσική και το δημοτικό τραγούδι. Σύντομα ο Καράς είδε τις δυνατότητές μου και με έβαλε να διδάξω. Ήμουν ταυτόχρονα δάσκαλος και μαθητής. Αυτό έγινε το 1988. Πρέπει να ομολογήσω πως αυτός ο άνθρωπος μου άνοιξε την καρδιά. Αποτελεί έναν από τους σταθμούς της ζωής μου, καθώς μου ενστάλαξε το δέος που αισθανόταν ο ίδιος για την ψαλτική και το τραγούδι. Δεν ήταν ιδιαίτερα καλλίφωνος, αλλά μιλούσε η ψυχή του όταν έψελνε. Μου θύμιζε τον παππού μου. 

«Όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η ψαλμωδία πρέπει να ακούγεται σαν να ψάλλεται από ένα πρόσωπο. Είναι ομαδική, γιατί συμβολίζει τον ομαδικό χαρακτήρα της λατρείας. Δεν πάμε στην εκκλησία για να υπηρετήσουμε το εγώ μας, αλλά τη συλλογικότητα, το σώμα της εκκλησίας»

Ανάμεσα στους πρώτους μαθητές μου ήταν και η κόρη του Παπαγιώργη του Μεταλλινού που μου είπε μία μέρα: «Δάσκαλε, θέλεις να έρθεις ψάλτης στο ναό μας;». Μου μίλησε για την εκκλησία και για το ότι δεν είχαν ψάλτη. Εγώ φοβήθηκα να πάω, γιατί ο Καράς μας παραινούσε να μην πηγαίνουμε, καθώς, όπως έλεγε, «δεν είστε έτοιμοι». Δίστασα, αλλά πήγα και ανέλαβα καθήκοντα ιεροψάλτου. Τυχαία μάλιστα εκείνη την εποχή έγινε μία ηχογράφηση από το ναό όταν έψελνα. Αυτή την εκπομπή την άκουσε ο Καράς, όμως δεν κατάλαβε ότι ήμουν εγώ. Σε ένα συμβούλιο λοιπόν – εμένα αυτά μου τα διηγήθηκαν μετά, δεν ήμουν μπροστά – συμβούλεψε τους παρευρισκόμενους να ακούν ΥΕΝΕΔ, γιατί, όπως είπε τότε, «χθες άκουσα κάτι ψάλτες εκπληκτικούς. Αποφάσισα να του πω ότι είχα πιάσει αναλόγιο, για να μην το μάθει από κάπου αλλού. Και ενώ περίμενα να με καρατομήσει όταν του το είπα, αυτός μου είπε «την ευχή μου». Ήταν άνθρωπος διαισθητικός και είχε δει τις ικανότητές μου. Δέκα μήνες πέρασαν από τότε που άρχισα να ψέλνω στον Άγιο Αντίπα και εκλέχθηκα παμψηφεί για να μεταπηδήσω στην Καπνικαρέα, που ήταν ο πρώτος πανεπιστημιακός ναός. Εκεί έμεινα αρκετά χρόνια και έζησα συγκλονιστικές εμπειρίες. Ο χώρος της Καπνικαρέας είναι το κάτι άλλο. Οι πέτρες μιλάνε από μόνες τους. Μνημείο του 11ου αιώνα και αγιογραφημένο από τον Κόντογλου, προσφέρει στους πιστούς μία άλλου είδους σχέση με την λειτουργία, με την ευρύτερη του όρου έννοια.

«Το Σεπτέμβρη του περασμένου χρόνου, μου απονεμήθηκε το ανώτατο αξίωμα του άρχοντος πρωτοψάλτου του Οικουμενικού Θρόνου. Πρόκειται για μεγάλη τιμή, την οποία βλέπω ως ευθύνη και όχι ως ευκαιρία για κομπορρημοσύνη. Το θεωρώ ως έναν επίλογο στη μέχρι τώρα πορεία μου στην ψαλτική τέχνη».

«Το Σεπτέμβρη του περασμένου χρόνου, μου απονεμήθηκε το ανώτατο αξίωμα του άρχοντος πρωτοψάλτου του Οικουμενικού Θρόνου. Πρόκειται για μεγάλη τιμή, την οποία βλέπω ως ευθύνη και όχι ως ευκαιρία για κομπορρημοσύνη. Το θεωρώ ως έναν επίλογο στη μέχρι τώρα πορεία μου στην ψαλτική τέχνη».

Πλέον η ζωή μου είναι γεμάτη μελέτη, αφού καταπιάνομαι με την ψαλτική τουλάχιστον οχτώ ώρες την ημέρα. Έχω βέβαια την πολυτέλεια του χρόνου. Τώρα δεν ψάλλω, καθώς για να το κάνω θέλω να «αναπαύομαι» στην λατρεία. Και αυτό σημαίνει να έχω σύμμαχο και όχι αντίπαλο το χρόνο. Τώρα πια οι περισσότερες παπάδες κάνουν λειτουργίες για να δικαιολογούν το μισθό τους και όχι για να εκπληρώνουν την αποστολή στην οποία είναι ταγμένοι. Με το ευτελές επιχείρημα ότι ο κόσμος κουράζεται. Γι’αυτό πιστεύω ότι δεν αξίζει τον κόπο. Η παρουσία του ψάλτη στην εκκλησία είναι μία δέσμευση για τον ίδιο. Και αν έχει μία αμοιβή, αυτή δεν ανταποκρίνεται ούτε στις γνώσεις του, ούτε στην καλλιτεχνική του αξία. Η αμοιβή καλύπτει ένα μέρος της δέσμευσης. Υπάρχουν ναοί που σε αναπαύουν, αλλά είναι λίγοι. Αν η Παναγία μου φανερώσει κάτι, θα ήθελα να ξαναψάλλω, αλλά δεν το βιάζω. Το ότι απέχω από την ψαλτική τέχνη με πονάει, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο των εορτών. Το ψάλσιμο μου άνοιγε κάθε μέρα περισσότερο την καρδιά. Έχω κατορθώσει να αφήνω τον εαυτό μου προς τα πάνω. Αν θες να πετύχεις κάτι, μία είναι η συνταγή: να ζητήσεις έλεος. Και όλα θα γίνουν. Το έχω ζήσει άπειρες φορές αυτό και δε νιώθω πανικό σε δύσκολες στιγμές.

«Ήρθε λοιπόν στην εκκλησία και με άκουσε. Μόλις τελείωσε η ακολουθία, η Δόμνα ήρθε και με βρήκε: «Έλα δω βρε μπαγάσα», μου είπε, «ποιος είσαι εσύ; Προσπαθούσα σε όλη την ακολουθία να σε δω, αλλά είμαι κοντή και δεν τα κατάφερα». Παρευρέθηκε στο ναό και τις δύο επόμενες χρονιές, οπότε και μου πρότεινε να κάνουμε ένα δίσκο»

Πρέπει να ομολογήσω πως ως προσωπικότητα με καθόρισε βαθιά η υφή και τα χαρακτηριστικά της ψαλτικής τέχνης. Η βυζαντινή μουσική είναι καταρχάς καθαρά φωνητική. Δεν επιδέχεται όργανα. Αυτό στηρίζεται στην πυθαγόρεια αντίληψη, που ήθελε το θείο να υμνείται μόνο με φυσικά και όχι με τεχνικά μέσα. Δεύτερον, στηρίζεται στο λόγο. Η μουσική είναι, πάλι κατά τον Πυθαγόρα, υπηρέτρια του λόγου. Το αποτέλεσμα αυτών των δύο παραμέτρων είναι η βυζαντινή παράδοση να βασίζεται εξολοκλήρου στη φωνή. Ακόμη, η βυζαντινή μουσική είναι μονόφωνη, σε αντίθεση με τη δυτική  θρησκευτική παράδοση. Όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η ψαλμωδία πρέπει να ακούγεται σαν να ψάλλεται από ένα πρόσωπο. Είναι ομαδική, γιατί συμβολίζει τον ομαδικό χαρακτήρα της λατρείας. Δεν πάμε στην εκκλησία για να υπηρετήσουμε το εγώ μας, αλλά τη συλλογικότητα, το σώμα της εκκλησίας. Η εκκλησιαστική μουσική ψυχαγωγεί τον άνθρωπο με την αρχαία του όρου έννοια, οδηγεί την ψυχή του προς το θείο. Βέβαια αυτή η πορεία είναι και γλέντι, διασκέδαση.

14L1035286.

Αυτό που σήμερα λέμε ελληνική μουσική είναι ένα μουσικό είδος μόνο κατά το λόγο ελληνικό. Δεν αναφέρομαι μόνο στη σύγχρονη μουσική, αλλά και στην εποχή που υπήρχε ακόμη ποιότητα, όπως με το Θεοδωράκη και το Χατζιδάκι. Και αυτό γιατί αυτή η μουσική είναι γραμμένη στο πεντάγραμμο. Ο ελληνικός λαός όμως δεν γνωρίζει πως ο πολιτισμός μας έχει δικό του μουσικό σύστημα, τόσο στη σημειογραφεία, όσο και στην πολυηχία. Είναι βασικό να γνωρίζουμε πως η μουσική μας παράδοση είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις. Οι ίδιοι δρόμοι, η ίδια σημειογραφεία που χρησιμοποιούνται στην ψαλτική, χρησιμοποιούνται και στα δημοτικά τραγούδια. Είναι το ίδιο σύστημα. Αυτό που αλλάζει είναι το αισθητικό περιεχόμενο. Η ψαλμωδία είναι για δέηση, το δημοτικό τραγούδι για γλέντι. Και τα δύο είδη ήχου ήταν τρόπος ζωής. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν τα κατέγραφε ο κόσμος και πολλά δημοτικά τραγούδια χάθηκαν. Μία πτυχή της προσφοράς του δασκάλου μου του Καρά έγκειται ακριβώς στην καταγραφή 20.000 δημοτικών τραγουδιών. Από την άλλη, πέτυχε να δώσει στην ιστορία της μουσικής τη διαχρονική εξέλιξή της.

Πολύ σημαντική για τη ζωή μου ήταν η γνωριμία μου με τη Δόμνα Σαμίου. Ένας από τους δίσκους που έχουμε κάνει είναι Ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης: Το τροπάριο της Κασσιανής. Αυτό το cd είναι μία ολόκληρη ιστορία που οφείλεται και στη Δόμνα Σαμίου. Η Δόμνα ήταν μεγάλο μουσικό δαιμόνιο με πολλές ευαισθησίες. Ήταν και εκείνη μαθήτρια του Καρά. Έλεγε λοιπόν – όλα αυτά μου τα είπε μετά – «πού να πάω να ακούσω το τροπάριο της Κασσιανής;». Της είπαν για μένα που έψελνα στην Καπνικαρέα. Εκείνη το άφησε για δύο-τρία χρόνια. Όμως μετά είπε: «δεν πάω στην Καπνικαρέα; Τι έχω να χάσω;». Ήρθε λοιπόν στην εκκλησία και με άκουσε. Μόλις τελείωσε η ακολουθία, η Δόμνα ήρθε και με βρήκε: «Έλα δω βρε μπαγάσα», μου είπε, «ποιος είσαι εσύ; Προσπαθούσα σε όλη την ακολουθία να σε δω, αλλά είμαι κοντή και δεν τα κατάφερα». Παρευρέθηκε στο ναό και τις δύο επόμενες χρονιές, οπότε και μου πρότεινε να κάνουμε ένα δίσκο. Έτσι αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε τον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης, που ήταν ο πρώτος ψαλμός που άκουσε η Δόμνα από εμένα. Είναι και στο youtube να το ακούσετε. 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.