ΠΡΟΦΙΛVincent Gallo: Γιατί όλοι αγαπούν να τον μισούν;

Vincent Gallo: Γιατί όλοι αγαπούν να τον μισούν;

Με αφορμή τις πρόσφατες χειμαρρώδεις δηλώσεις του στο νέο τεύχος του Another Man, κάναμε μία αναδρομή στις κορυφαίες στιγμές της πολυτάραχης καριέρας του ηθοποιού.

«Το The Brown Bunny δεν πρόκειται για μία επίθεση στο φεμινισμό ή για ένα σεξιστικό σχόλιο που αφορά την αυξημένη ανάγκη των γυναικών στη σημερινή εποχή για σεξουαλική ικανοποίηση. Αντίθετα, είναι απλά μια υπενθύμιση της διεστραμμένης φύσης των ανδρών όταν έρχονται σε επαφή με μια όχι νηφάλια γυναίκα.» Αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων ο Vincent Gallo –με μία γερή δόση παραπόνου- στην πρόσφατη ανοιχτή επιστολή που αποφάσισε να γράψει με σκοπό τη δημοσίευσή της στο τελευταίο τεύχος του Another Man, στην οποία «ανακρίνει» τον εαυτό του, ως συνεντευξιαστής και ταυτοχρόνως συνεντευξιαζόμενος, θέτοντας και πάλι την καριέρα του στο προσκήνιο ύστερα από παραπάνω από πέντε χρόνια κινηματογραφικής απουσίας.

Έχοντας επιλέξει να μείνει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, έπειτα από τα επικριτικά σχόλια και τη συντριπτικά αρνητική κριτική που δέχθηκε το 2003 με αφορμή το ντεμπούτο της εν λόγω ταινίας στο Φεστιβάλ Κανών, επανέρχεται στο επίκεντρο πιο χειμαρρώδης από ποτέ, αποφασισμένος να μιλήσει για το πόσο είχε πληγωθεί από τον τρόπο που οι κριτικοί αντιμετώπισαν το «The Brown Bunny», μία ταινία που έδωσε το έναυσμα για να τον μισήσουν «όλοι» για «όλους» τους λάθος λόγους, όπως ο ίδιος αναφέρει.

Ο 56χρονος πλέον ηθοποιός, σκηνοθέτης, και μουσικός, δέχθηκε τα πυρά μίας κριτικής που δε δίστασε να τον χαρακτηρίσει νάρκισο, εξαιτίας του ότι πέραν του πρωταγωνιστικού του ρόλου στην ταινία, ο ίδιος είχε αναλάβει τόσο τη σκηνοθεσία, όσο και το σενάριο, το μοντάζ, και την παραγωγή αυτής, κάνοντας σχεδόν τα πάντα μόνος του. Ο κριτικός κινηματογράφου Roger Ebert είχε δηλώσει μάλιστα ότι το Brown Bunny ήταν η χειρότερη ταινία στην ιστορία των Κανών, με τον Gallo να απαντά αποκαλώντας τον «ένα χοντρό γουρούνι με φυσιογνωμία δουλέμπορου», μία φράση την οποία συνόδευσε με την… «ευχή και κατάρα» του καρκίνου στο παχύ έντερο! Επικριτικός παρουσιάστηκε και ο ατζέντης της συμπρωταγωνίστριάς του Κλοέ Σεβινί, χαρακτηρίζοντας την ταινία «καθαρό πορνό», με την ίδια να αντιτίθεται αντιμετωπίζοντάς την ως «ένα εξαιρετικό δείγμα τέχνης».

Τι ήταν όμως αυτό που ώθησε όσους βρέθηκαν στην πρεμιέρα της ταινίας στις Κάννες να χαρακτηρίσουν τον ηθοποιό πέρα από νάρκισο, αντιφεμινιστή, ακόμη και σεξιστή ως έναν βαθμό; Για την πλειονότητα των κριτικών, το “The Brown Bunny” δεν ήταν απλώς μία ερωτική ιστορία με μία ακραία ερωτική σκηνή για κατακλείδα, αλλά μία «καλτ ημι-πορνογραφία». Ο ηθοποιός παρουσιάζεται να κυκλοφορεί στους δρόμους της Αμερικής πάνω σε μια μοτοσικλέτα, συλλέγοντας εμπειρίες με διάφορες γυναίκες που συναντά στην πορεία του, και παραμένοντας ωστόσο προσκολλημένος στην εμμονή του με την πρώην κοπέλα του Κλοέ Σεβινί, μία εμμονή που αποτυπώνεται ιδανικά στην επίμαχη σκηνή της «επανένωσής» τους, μέσα σε ένα φτηνό δωμάτιο κάποιου μοτέλ.

Η νεαρή ηθοποιός Κλοέ Σεβινί, έπειτα από την εκ βαθέων συζήτησή τους, απεικονίζεται να βγάζει τη μπλούζα του ηθοποιού, και στη συνέχεια να τον φιλάει, όταν εκείνος ξαφνικά την πιέζει απότομα κι επιθετικά προς τα γόνατά του και ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Η νεαρή ηθοποιός επιδίδεται σε στοματικό έρωτα, τον οποίο αναπαριστά με ρεαλιστικό και λεπτομερή τρόπο η σκηνοθετική ματιά του ο, καλλιεργώντας το έδαφος για τις σφοδρές κριτικές που ακολούθησαν, φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να χαρακτηριστεί το στιγμιότυπο ως μία σκηνή βιασμού, λόγω της αμφιβολίας των κριτικών για το αν η Sevigny είχε πιεστεί από τον Gallo να εκτελέσει μια σεξουαλική πράξη… Κορύφωση αποτέλεσε το γεγονός ότι στη σκηνή παρουσιάζεται και «συμμετέχει» το αληθινό -κι όχι κάποιο προσθετικό- πέος του, πυροδοτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ανεξέλεγκτο σχολιασμό των media.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την προβολή της ταινίας, ο Vincet Gallo έρχεται μέσα από την επιστολή του στο Another Man να… βάλει τα πράγματα στη θέση τους σχετικά με την πολυπόθητη σκηνής πεολειχίας. «Παρά τα όσα γράφτηκαν εκείνη την εποχή, δεν απολογήθηκα που έκανα το The Brown Bunny. Δεν μετάνιωσα που έκανα την ταινία. Το “Αν η ταινία δεν αρέσει στον κόσμο, αισθάνομαι λύπηση για λογαριασμό τους”, διαφέρει πολύ από το “Λυπάμαι που έκανα την ταινία”. Να πάει να γαμηθεί το Screen International και τα ψέματά τους», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Οι -για πολλούς ασυνάρτητες- σκέψεις του Gallo δεν περιορίστηκαν όμως στο The Brown Bunny. Δηλώνοντας τη… συμπάθειά του προς το πρόσωπο του Donald Trump, τον οποίο όπως χαρακτηριστικά λέει «λατρεύει», αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ευτυχώς, αυτές τις μέρες ο Ντόναλντ Τραμπ έχει τουλάχιστον σκορπίσει την αμφιβολία για όσα γράφονται στον Τύπο. Το 2003 ήμουν ο Ντόναλντ Τραμπ των Κανών και ό,τι έλεγα ή έκανα το παραποιούσαν και παρερμήνευαν εκείνοι που ήθελαν να αποκαλούνται δημοσιογράφοι και κριτικοί. Μου αρέσει ο Ντόναλντ Τραμπ πολύ και είμαι πολύ περήφανος που είναι ο Αμερικάνος Πρόεδρος. Και λυπάμαι αν αυτό σας προσβάλλει», συμπληρώνοντας για τους Μαρκ Ζούκερμπεργκ, Σέριλ Σάντμπεργκ και Ντείβιντ Γουένερ: «σας παρακαλώ να πεθάνετε».

Ο πολυπράγμων Vincent Gallo, γεννήθηκε στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης το 1961, από γονείς κομμωτές που μετανάστευσαν από τη Σικελία. Κατά τη δεκαετία του 1980, όταν και εργαζόταν ως μουσικός και ζωγράφος στη Νέα Υόρκη, άρχισε να πειραματίζεται με τον κινηματογράφο. Έτσι, δημιούργησε τη μικρού μήκους ταινία “If You Feel Froggy, Jump” και συμμετείχε στην ταινία του 1981 Downtown 81 με τον ζωγράφο Jean-Michel Basquiat. Το 1984, ο Gallo έπαιξε στο The Way It Is του Eric Mitchell, κι αφού πρωταγωνίστησε στο σκοτεινό κινηματογραφικό έργο Doc’s Kingdom του 1989, άρχισε να δίνει το παρών σε πιο γνωστές ταινίες, όπως το Goodfellas, το The House of the Spirits και το The Perez Family, χωρίς ωστόσο να κατέχει ακόμη πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Το 1998, το σκηνοθετικό του ντεμπούτο Buffalo ’66 προτάθηκε για το βραβείο “Best First Feature” στα βραβεία Independent Spirit, χωρίς ωστόσο να κερδίσει. Επένδυσε μάλιστα στο συγκεκριμένο κινηματογραφικό δράμα 1,5 εκατομμύρια δολάρια, συμμετέχοντας ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός και συνθέτης-ερμηνευτής του soundtrack. Η κυκλοφορία του Buffalo ’66, ήταν εκείνη που του εξασφάλισε και τους πρώτους του πιστούς θαυμαστές. Έπειτα από το αμφιλεγόμενο ερωτικό φιλμ «The Brown Bynny», ο Gallo κέρδισε το “Volpi Cup” ως Καλύτερος Ηθοποιός στο 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας για το ρόλο του στην ταινία Essential Killing. Ο ίδιος ωστόσο δεν παραβρέθηκε στην τελετή, με αποτέλεσμα το βραβείο του να παραλάβει ο σκηνοθέτης της ταινίας Jerzy Skolimowski.

Μία από τις τελευταίες κινηματογραφικές εμφανίσεις του ηθοποιού, ήταν το 2012, όταν και πρωταγωνίστησε στην ταινία του Davide Manuli “La leggenda di Kaspar Hauser”, μία σύγχρονη δυτική ερμηνεία του γερμανικού θρύλου του Kaspar Hauser. Η ταινία έκανε το ντεμπούτο της το ίδιο έτος στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ, με τον Γκάλο να υποδύεται τους δύο μεγαλύτερους ρόλους σε αυτή, εκείνον του Άγγλου σερίφη κι εκείνον του Ιταλού δολοφόνου. Το 2013, έκανε την τελευταία μέχρι σήμερα κινηματογραφική του εμφάνιση, συμμετέχοντας με τον Kōichi Satō και τον Yoo Ji-tae στην ιαπωνική ταινία του Junji Sakamoto “Human Trust”. Πέντε χρόνια αργότερα επανέρχεται στα φώτα της δημοσιότητας με καυστική διάθεση, μέσω της χειμαρρώδους ανοιχτής επιστολής του στο Another Man, χωρίς ωστόσο να μας προϊδεάζει για το επόμενο κινηματογραφικό του βήμα. 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.