ΣΙΝΕΜΑ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗAll Things Must Pass: Ένα ντοκιμαντέρ για την άνοδο και την πτώση των θρυλικών δισκάδικ...

All Things Must Pass: Ένα ντοκιμαντέρ για την άνοδο και την πτώση των θρυλικών δισκάδικων Tower Records

Θα προβληθεί τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου στο Gagarin 205 στα πλαίσια του Gimme Shelter και ο δημιουργός του Colin Hanks δίνει μία εκ βαθέων συνέντευξη για το παρασκήνιο της δημιουργίας της ταινίας.

Όλα ξεκίνησαν το 1960 από ένα φαρμακείο στο Sacramento και από εκεί, η Tower Records έμελλε να γίνει μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες δισκάδικων με διακόσια καταστήματα σε τριάντα χώρες και πέντε ηπείρους, για να φτάσει το 1999 να βγάζει ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Αλλά ακόμα και όταν μιλάμε για τέτοιες απτές αριθμητικές επιτυχίες, δεν παύει να ισχύει το ρητό ότι όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν και έτσι, το 2006 η εταιρία κήρυξε πτώχευση.

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Colin Hanks (γιος του Tom Hanks) αποφάσισε να καταγράψει όλη την πορεία της Tower, μιλώντας με τους ίδιους τους ανθρώπους της και δουλεύοντας πάνω σε αυτό επί εφτά χρόνια. Εσείς δεν έχετε παρά να κατευθυνθείτε στο Gagarin 205 τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου που θα προβληθεί στα πλαίσια του Gimme Shelter Film Festival μαζί με το εξίσου πολύ ενδιαφέρον Pulp: A Film About Life, Death and Supermarkets. Μέχρι τότε, μπορείτε να απολαύσετε τον δημιουργό της ταινίας σε μία διαφωτιστική κουβέντα για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ.

https://www.youtube.com/watch?v=JCPYCIzSw_o

Πώς προέκυψε και υλοποιήθηκε το All Things Must Pass; Σίγουρα ήταν ένα πολύ μεγάλο ταξίδι. Ξεκίνησε σε ένα δείπνο την ώρα που έκλειναν τα καταστήματα. Κάποιος που περνούσε, είπε: «Αδύνατο να πιστέψει κανείς ότι όλα ξεκίνησαν σε ένα μικροσκοπικό φαρμακείο στο Sacramento». Ήταν σαν αναλαμπή. Ήξερα ότι η εταιρεία είχε ξεκινήσει στο Sacramento. Ήταν πάντα μια πηγή αστικής υπερηφάνειας. Φίλοι της μητέρας μου είχαν δουλέψει σε περιοχές του Sacramento και του San Francisco, αλλά δεν γνώριζα για το ξεκίνημα της εταιρείας. Έμεινα άναυδος όταν ανακάλυψα ότι κανείς δεν είχε κάνει κάποιο ντοκιμαντέρ γι’ αυτή την εταιρία. Από εκείνη τη στιγμή, μοιράστηκα την ιδέα με διάφορους ανθρώπους και παρατήρησα ότι αντιδρούσαν ενθουσιωδώς και είχαν προσωπική ανάμιξη με την Tower. Είπα την ιδέα μου στον παραγωγό και συνεργάτη μου (που ήταν και πρώην κάτοικος του Sacramento), Sean Stuart, και αρχίσαμε το επίπονο έργο της δημιουργίας του απόλυτου ντοκιμαντέρ για την Tower Records.

Ποιά είναι τα βασικά συστατικά της ταινίας; Το βασικό θέμα είναι αυτό του τίτλου: All Things Must Pass. Όλα τα ωραία, κάποτε τελειώνουν. Είναι σαν αυτό που φωνάζουν στα μπαρ όταν έρχεται η ώρα να κλείσουν. Όσο μπαίναμε πιο βαθιά σε αυτό και γνωρίζαμε τους συμμετέχοντες, έβλεπα την πτυχή του οικογενειακού δεσμού. Αυτοί οι άνθρωποι βρέθηκαν και έκαναν κάτι πραγματικά ιδιαίτερο. Σε μερικές περιπτώσεις, ξόδεψαν 30 χρόνια δουλεύοντας για να κάνουν την Tower Records αυτό που ήταν. Το γεγονός ότι κάτι τόσο εμβληματικό όπως η Tower ξεκίνησε στη γενέτειρά μου με άγγιξε. Ταξίδεψε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, και τι ταξίδι πρέπει να ήταν γι’ αυτούς! Ήθελα να καταγράψω την πλάκα και τον ενθουσιασμού και κατά μία έννοια να ξαναδώσω ζωή στα καταστήματα αυτά.

Γιατί αντιμετωπίζεις αυτό το ντοκιμαντέρ με τόσο πάθος; Πέρα από τους προσωπικούς μου δεσμούς με αυτό και τις μνήμες από την Tower Records, πάντα αγαπούσα τη μουσική και ήταν πάντα εξαιρετικά προσωπική για μένα. Όπως όλοι οι fans, θυμάμαι ποιούς δίσκους αγόραζα από που. Έκανα αίτηση για δουλειά σε δύο καταστήματα τις Tower στο κολέγιο αλλά ποτέ δεν πήρα απάντηση. Πάντα υπήρχαν πολλές αιτήσεις που προηγούνταν της δικής μου. Υποθέτω πως αυτό είναι ένας φαντασιακός τρόπος να ζήσω την ιδέα του εργαζόμενου στην Tower. Αφού έγινα ηθοποιός, ακόμη ήθελα να αναμειχθώ με τη μουσική βιομηχανία αλλά δεν ήξερα πώς. Ήξερα ότι δεν μπορώ να γίνω μουσικός και όσο μεγάλωνα έγινα εμμονικός με τα ντοκιμαντέρ. Έτσι το να συνδυάσω αυτά τα δύο ήταν σαν φυσική εξέλιξη των πραγμάτων.

Ποιά η δυναμική του να είσαι σκηνοθέτης; Υπάρχουν πτυχές που απολαμβάνω, ειδικά αυτή του ελέγχου, αλλά κι αυτός ήταν περιορισμένος. Η διαδικασία της γέννησης ιδεών και του να πείσεις τόσους ανθρώπους δεν είναι η ευκολότερη, αλλά νιώθω ότι ανταμείφθηκα. Το ντοκιμαντέρ είναι πρόκληση. Η δουλειά της ανακάλυψης είναι ισόποση με αυτή της σκηνοθεσίας. Το να πρέπει να χτίσω την αφήγηση μέσα από υλικό συνεντεύξεων μου καλλιέργησε μία δημοσιογραφική ελαστικότητα που δεν είχα ξαναχρησιμοποιήσει. Ευτυχώς, περιστοιχιζόμουν από μία ταλαντούχα ομάδα, συμπεριλαμβανομένου του σεναριογράφου Steven Leckart και του μοντέρ Darrin Roberts, που συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί η αφήγηση από το υλικό.

Γιατί επέλεξες να επικεντρωθείς τόσο πολύ στον ιθύνοντα νου Russ Solomon; Άμα γνωρίσεις τον Russ, σου παίρνει 0.003 δευτερόλεπτα να καταλάβεις πόσο φοβερός είναι ο χαρακτήρας του. 

Τι σου έδωσε έμπνευση; Ακόμη το ψάχνω! Είπα «Γιατί όχι;». Πιστεύω ειλικρινά ότι απλά προσπάθησα να κάνω την ταινία που ήθελα να δω. Να πετύχω τη σωστή ισορροπία μεταξύ της ιστορίας και της οπτικής, μαζί με φοβερές ιστορίες από ενδιαφέροντες ανθρώπους. 

Πώς σε άλλαξε η δημιουργία της ταινίας; Το project εξελίχθηκε πιο προσωπικό από ό,τι περίμενα με δύο τρόπους. Πρώτον, η ταινία μετατράπηκε στην ιστορία μίας απροσάρμοστης οικογένειας που ενώθηκε για την επιτυχία της Tower. Η αρχική βάση ήταν: ημερομηνίες, μέρη, φυσικά πράγματα. Όταν συνάντησα τον Russ και τον πυρήνα των ανθρώπων της Tower, η ιστορία έγινε κάτι εντελώς άλλο. Όσο περνούσε ο καιρός, αφοσιώθηκα πιο πολύ στο να ολοκληρώσω το φιλμ και να αποδείξω στον εαυτό μου ότι υπήρχε μία γοητευτική ιστορία που οι περισσότεροι δεν γνώριζαν πραγματικά και ήταν διασκεδαστική. Πήρα πολύ στα σοβαρά το να αφηγηθώ την ιστορία που θα έκανε τους ανθρώπους της Tower χαρούμενους τουλάχιστον για την προσπάθεια. Από όταν ξεκίνησα την ταινία, στην πορεία παντρεύτηκα, έκανα δύο παιδιά και μετακόμισα. Οπότε, ξεκάθαρα άλλαξα με την έννοια ότι δεν ξόδευα τόσο χρόνο στα δισκάδικα, αν και ακόμη επισκέπτομαι τα τοπικά δισκοπωλεία. Πέρασα στο βινύλιο. Όταν ταξιδεύω, παίρνω μαζί μου ένα φορητό πικάπ αλλά όχι δίσκους. Αυτό με ωθεί στο να ανακαλύψω με έναν ενδιαφέρον και διασκεδαστικό τρόπο την κάθε πόλη. Σημειώνω από ποια πόλη αγοράζω τι. Δίνει μία διασκεδαστική διάσταση στη συλλογή δίσκων μου. Ξέρεις, την τυπική αλά High FIdelity εμμονή, που έχει αυξηθεί με τα χρόνια. 

Ποιά ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη από τους συμμετέχοντες; Το πόσο αμετάπειστος ήταν ο Russ για το ότι η επιτυχία της Tower είχε σε μικρό βαθμό να κάνει με αυτόν. Κατά μία έννοια, είναι φοβερά ταπεινόφρων αλλά και ακριβής. Ο πραγματικός λόγος της επιτυχίας της Tower προερχόταν από τους ανθρώπους που δούλευαν στα καταστήματα. Τα έκαναν δικά τους. Κάθε τοποθεσία ήταν αληθινά μοναδική: η προσοχή στη λεπτομέρεια και η επίγνωση των υψηλότερα υφισταμένων δε μπορεί να υπερτιμηθεί.

Ποιά ήταν τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα των γυρισμάτων; Η χρήση του Kickstarter στο να κρατηθεί το φιλμ ζωντανό ήταν μεγάλη χαρά. Έδινε την αίσθηση ότι βρισκόμασταν όντως στο σωστό δρόμο κι ότι δεν ήμασταν κάποιοι τρελοί που νόμιζαν ότι θα κάνουν ντοκιμαντέρ. Μία πολύ ιδιαίτερη στιγμή ήταν όταν καταφέραμε να αποθανατίσουμε το τέλος που είχαμε στο μυαλό μας. Ήταν ανακούφιση και σαν άπιαστο όνειρο. Όσο για τα δυσάρεστα, δεν έχω χρόνο γι’ αυτά. 

Ποιές ήταν οι προκλήσεις που είχες να αντιμετωπίσεις μέσα σε αυτά τα χρόνια; Ήταν τόσες πολλές που νομίζω πως έχω σβήσει τις περισσότερες από τη μνήμη μου. Αρχικά, το να βρεθούν οι πόροι σε μία περίοδο ύφεσης, από τις χειρότερες που έχει γνωρίσει η χώρα μας. Οι περισσότεροι δεν καταλάβαιναν ή δεν ενδιαφέρονταν να φτιάξουν μια ταινία για την πτώχευση μίας εταιρίας λιανικού εμπορίου δίσκων όταν οι τράπεζες και η Lehman Brothers έβαζαν λουκέτο την ίδια στιγμή. Ήταν πρόκληση το να γίνει ένα μουσικό ντοκιμαντέρ που δεν επικεντρώνεται σε μία μπάντα αλλά σε όσους δουλεύουν σε μαγαζιά βοηθώντας στην σύνδεση με τους ακροατές. Οι υπάλληλοι δεν είναι και οι πλέον αναγνωρισμένοι στο rock ‘n’ roll αλλά τις περισσότερες φορές, είναι αυτοί με τους οποίους μπορείς να συσχετιστείς περισσότερο.

Πώς θα περιέγραφες την ταινία σε κάποιον που θα συναντούσες στο δρόμο; Εκτός από το ότι είναι το πιο cool ντοκιμαντέρ που πρέπει να ξέρεις; Είναι ένα ντοκιμαντέρ για έναν τύπο και την απροσάρμοστη παρέα του που δούλεψαν στη μουσική βιομηχανία, ενώθηκαν, κέρδισαν τον κόσμο, έζησαν την εμπειρία της ζωής τους νιώθοντας ότι είναι ένα μεγάλο πάρτυ που δεν θα τελείωνε ποτέ, μέχρι κάποιος να ανάψει τα φώτα και να τους διώξει κλωτσηδόν.

Τι επιδιώκεις να πάρουν οι θεατές από την ταινία; Ελπίζω να περάσουν καλά και να νιώσουν ότι γνώρισαν τον Russ και τους υπόλοιπους λίγο καλύτερα, κάνοντας μαζί τους το ταξίδι. Να κατανοήσουν καλύτερα τα γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμο της εταιρείας. Υπάρχει τόση ιστορία, τόσα στοιχεία και γνώμες ως προς το τι συνέβη, αλλά οι περισσότεροι δεν ξέρουν γιατί αυτό τελείωσε. Η ελπίδα μου είναι, αυτοί που το έζησαν να θυμηθούν πόσο υπέροχη και μοναδική ήταν η στιγμή που η Tower Records άνοιξε τις πόρτες της στο Sacramento, το San Francisco και το Los Angeles. Κι όσοι δεν το έζησαν, να εύχονταν να ήταν εκεί! Στο τέλος της ημέρας, ελπίζω η ταινία να κάνει όλους να πάνε απευθείας στο τοπικό τους δισκάδικο και να περάσουν μερικό χρόνο ψάχνοντας τα ράφια του. Ποτέ δεν ξέρεις ποιόν μπορεί να συναντήσεις ή ποια cool νέα μπάντα και μουσική μπορεί να ανακαλύψεις.

To All Things Must Pass θα προβληθεί μαζί με το Pulp: A Film About Life, Death and Supermarkets στο Gagarin 205 τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου στα πλαίσια του Gimme Shelter Film Festival. Να είστε εκεί λίγο μετά τις 19:00.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.