Τ Ο  Β Α Π Ο Ρ Ι

του Γιάννη Σκαρίμπα

Θόλωνε το βράδυ και βαρύ επροχώρει
μπλάβο σαν ‘να σύγνεφο μελάνι
μέσα στην αχλύ του –όρνιο– το βαπόρι
κι’ ήμπε σιγανά μεσ’ το λιμάνι.

Το βαπόρι είπα με ψυχή σκιαγμένη
νάτο το βαπόρι –όρνιο νάτο,
τάχα ποιον ν’ αρπάξει έχει έρθει και προσμένει
μουχτερό και δόλιο, από δω κάτω;

Ήταν μου το θάρρος έντρομο και όμως
μαύρες υποψίες έχω εντός μου
–ξέρω– θα με φέρει ένας κρύφιος δρόμος
όξ’ από τα όρια του κόσμου.

Αχ δυστυχισμένος έκλαιγα όλη νύχτα
τις προετοιμασίες κάνοντας του Άδη
κι’ όλο το βαπόρι ρεύονταν κι’ αλύχτα
–ύαινα τυφλή– μεσ’ στο σκοτάδι.

Την αυγή δεν τώδα! Στα νερά επροχώρει
μια γραμμή –που τα ουράνια σμίγει–
φειδωτή μου δείχνει πούθε το βαπόρι,
το βαπόρι, πούθε του, είχε φύγει.

Τώρα πια θλιμμένος την ψυχή μου ανοίγω,
τραγουδεί πικρά η λύπη εντός μου:
Αχ τι ευκαιρία πούχασα να φύγω
όξ’ από τα όρια του κόσμου!…