ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΗ ελληνικότητα δεν είναι θέμα καταγωγής αλλά νοοτροπίας

Η ελληνικότητα δεν είναι θέμα καταγωγής αλλά νοοτροπίας

Δύο αφρικανικής καταγωγής Έλληνες πρωταγωνιστούν στο «Τάβλι» του Κεχαΐδη και για να τονίσουν ότι «είναι εδώ και μέσω της τέχνης τους».
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Η σκηνοθετική πρόταση του Δημήτρη Λάλου που βασίζεται στην επιλογή των ηθοποιών, Σαμουήλ Ακίνολα και Στέφανου Μουαγκιέ, για τους ρόλους του Κόλια και του Φώντα σε ένα από τα πιο εμβληματικά κείμενα του νεοελληνικού θεάτρου, φέρνει το «Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη στο 2017. Δύο νέοι Έλληνες ηθοποιοί, με αφρικανική -η οικογένεια του Σαμουήλ είναι από τη Νιγηρία και του Στέφανου από την Ουγκάντα- καταγωγή, γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην Αθήνα ερμηνεύουν με τόσο πάθος το έργο που γίνονται ο Κόλιας και ο Φώντας και κλείνουν το μάτι στην σύγχρονη, ελληνική κοινωνία.

Ένας Άγγλος δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει παρατεταμένη τελεία ή τραβηγμένα φωνήεντα. Αυτό είναι το προσωπικό μας στοίχημα που όμως θέλουμε να το βγάλουμε και προς τα έξω. Θέλουμε να δείξουμε το «Είμαστε εδώ».

Ποια ατάκα συμπυκνώνει, για εσάς, το νόημα της παράστασης; 
Στέφανος Μουαγκιέ: Μέσα από το έργο -όπως το αντιλαμβανόμαστε κι εμείς που το δουλεύουμε ακόμη σε κάθε παράσταση και όπως το εισπράττουμε από το κοινό- ξεπηδά το ότι ο κάθε άνθρωπος εκμεταλλεύεται τον άλλον κατά το δοκούν. Υπάρχει μια ατάκα που λέει ο χαρακτήρας μου και πάνω σε αυτή χτίζει το σχέδιο του: «Θέλεις να εκμεταλλευτείς έναν άνθρωπο; Βοήθησε τον». Είναι ίσως η ατάκα που λέει για να του κάτσει ελαφρύτερα αυτό που πάει να κάνει και που ξέρει ότι δεν είναι καλό. Έχει σκοπό να φέρει ανθρώπους από την Αφρική και να τους εκμεταλλευτεί αλλά προτάσσει συνεχώς το «θα τους ταΐζω και θα τους ντύνω».

Είναι μια εξαγορά συνείδησης δικής του και των θυμάτων; 
ΣΜ: Ακριβώς.

Καλείστε να ερμηνεύσετε δύο «ελληναράδες» σε ένα έργο της δεκαετίας του ’70 που θέλουν να φέρουν Αφρικανούς για να τους εκμεταλλευτούν κι εσείς είστε Έλληνες του 2017, με αφρικανική καταγωγή. Πώς αυτό εξυπηρετεί την πρόταση του Δημήτρη Λάλου και τη δική σας πάνω σε ένα έργο που έχει ανέβει τόσες πολλές φορές στο παρελθόν;
ΣΜ: Η παράσταση μας κλείνει το μάτι στη σημερινή κοινωνία. Βλέπουμε δύο μαύρους ηθοποιούς να παίζουν ένα ελληνικότατο κείμενο. Το χαρακτηριστικό στη γραφή του Κεχαΐδη είναι ότι το κείμενό του ένας ξένος ηθοποιός, που δεν έχει ελληνική παιδεία, δεν μπορεί να το παίξει. Ένας Άγγλος δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει παρατεταμένη τελεία ή τραβηγμένα φωνήεντα.  Αυτό είναι  το προσωπικό μας στοίχημα που όμως θέλουμε να το βγάλουμε και προς τα έξω. Θέλουμε να δείξουμε το «Είμαστε εδώ», θα το πω πολύ διακριτικά για να μην κακιώσω κανένα. Είμαστε εδώ και το αποδεικνύουμε μέσω της τέχνης μας. Σε ένα πρώτο άλλωστε επίπεδο έχει και κάτι catchy και χιουμοριστικό, άλλωστε κωμωδία κάνουμε, ότι τους δύο ελληναράδες που σκοπεύουν να φέρουν μαύρους τους υποδύονται δύο μαύροι ηθοποιοί.

Άρα είναι θέμα νοοτροπίας αυτό που στιγματίζεται.
Σαμουήλ Ακίνολα: Εννοείται. Επίσης, είναι και η γλώσσα του έργου που έχει σημασία να την έχεις ζήσει για να μπορείς να την εκφράσεις σωστά. Υπάρχει η λέξη «ξεφταλάγιασε» μέσα, σημαίνει «πήραν τα μυαλά της αέρα». Ψάξαμε την ετυμολογία της, το πώς προφέρεται σωστά και μας βοήθησε, πέρα του τι έχουμε γεννηθεί εδώ, ότι έχουμε μεγαλώσει στον Βύρωνα, μια συνοικία με πολλά καφενεία και τύπους σαν κι αυτούς που βλέπουμε στο έργο. Τους έχουμε ζήσει, ξέρουμε πώς μιλούν, πώς κινούνται.

ΣΜ: Πέρα από το κείμενο που είναι ελληνικότατο υπάρχουν πολλές χειρονομίες που συνοδεύουν τον λόγο, κι αυτό είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων.

ΣΑ: Είναι βιωματικό στοιχείο η κίνηση. Μιλάει η γλώσσα του σώματος. Χρησιμοποιούμε και το σώμα για να κατανοήσει ο θεατής το σύνολο του έργου, όχι μόνο το κείμενο.

Το στοίχημα νομίζω είναι αυτό: να μην καλούμαστε να ερμηνεύσουμε μόνο ρόλους χάρη των εξωτερικών μας χαρακτηριστικών. Να καλούμαστε να βάλουμε τη δική μας πινελιά και να κάνουμε την υπέρβαση και με ρόλους που έχουν ήδη παιχτεί στην Ελλάδα από άλλους ηθοποιούς, λευκούς. Όπως ακριβώς κάνουμε τώρα στο «Τάβλι».

Πώς προσεγγίζετε τους χαρακτήρες του έργου;
ΣΜ: Οι χαρακτήρες είναι το εν δυνάμει κοστούμι σου που πρέπει να το στηρίξεις για να σε στηρίξει. Όταν βούτηξα στον ρόλο προσπάθησα να τον φέρω στη δική μου γενιά, τη γενιά των 90ς. Είναι ένας άνθρωπος που έχει ροπή προς την αεργία αλλά ταυτοχρόνως είναι ένας απελπισμένος άνθρωπος που προσπαθεί να αλλάξει τον τρόπο που ζει, το επίπεδο της ζωής του. Στη γενιά μου ο αντίστοιχος άνθρωπος ήταν αυτός που έπαιξε στο χρηματιστήριο και κάπου μέσα του υποπτευόταν ότι ήταν μια φούσκα, στην οποία όμως τελικά αποφάσισε να πιστέψει. Γι’ αυτό τον λόγο έψαχνε δικαιολογίες για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του όπως ακριβώς ο χαρακτήρας μου επαναλαμβάνει το «Εκμεταλλεύομαι κόσμο αλλά εντάξει, τους δίνω τροφή και ρούχα».

ΣΑ: Ο δικός μου χαρακτήρας είναι ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Είναι ένας απλός τύπος που θέλει να έχει την άνεση του και τη ζωή του σε τάξη, το πρωί τον καφέ του, τη γυναίκα του κοντά, να κάνει τη δουλειά του ήσυχα γιατί αγαπάει το σπίτι του και την οικογένεια του. Πιο βαθιά είναι ένας μικρός επαναστάτης, γιατί θέλει να είναι μπροστά και να βοηθάει τον κόσμο. Θυμάται τις ένδοξες ημέρες της αντίστασής του στην Κατοχή και συμπεριφέρεται σαν μικρό παιδί.

Ο κλάδος σας έχει υψηλότατη ανεργία και ανασφάλεια. Για εσάς, λόγω καταγωγής, είναι ακόμη πιο δύσκολο να σας ανατεθούν ρόλοι; 
ΣΜ: Σίγουρα. Δε το λέω με πικρία αλλά είναι μια πραγματικότητα. Ειδικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία σκηνοθέτες φοβούνται να κάνουν την υπέρβαση και να βάλουν 1,2 ή 3 μαύρους ηθοποιούς στην παράστασή τους, ειδικά για ρόλους που ήδη έχουν παιχθεί από λευκούς. Το στοίχημα νομίζω είναι αυτό: να μην καλούμαστε να ερμηνεύσουμε μόνο ρόλους χάρη των εξωτερικών μας χαρακτηριστικών. Να καλούμαστε να βάλουμε τη δική μας πινελιά και να κάνουμε την υπέρβαση και με ρόλους που έχουν ήδη παιχτεί στην Ελλάδα από άλλους ηθοποιούς, λευκούς. Όπως ακριβώς κάνουμε τώρα στο «Τάβλι».

Ακούμε, κυρίως από μεγαλύτερες ηλικίες, και κάτι άλλο που είναι και γλυκό και πικρό μαζί: «Δεν περιμέναμε να μιλάτε τόσο καλά τα ελληνικά». Από την μια χαίρομαι γιατί συνειδητοποιούν την αλήθεια από την άλλη σκέφτομαι ότι είναι 2017, υπάρχουν τόσοι πολλοί Έλληνες σαν κι εμένα, πώς γίνεται να μην το έχουν δει νωρίτερα αυτό;

Η πιο αναπάντεχη ή η πιο ενδιαφέρουσα ατάκα που ακούσατε από θεατή μετά το τέλος της παράστασης;
ΣΜ: Η πιο ωραία ατάκα που άκουσα ήταν ότι «Όσο προχωρούσε η ροή ξεχάσαμε τα χαρακτηριστικά σας». Αυτό το βρίσκω πολύ θετικό γιατί μπήκαν στη συνθήκη μας και τους συνεπήραμε. Ακούμε, κυρίως από μεγαλύτερες ηλικίες, και κάτι άλλο που είναι και γλυκό και πικρό μαζί: «Δεν περιμέναμε να μιλάτε τόσο καλά τα ελληνικά». Από την μια χαίρομαι γιατί συνειδητοποιούν την αλήθεια από την άλλη σκέφτομαι ότι είναι 2017, υπάρχουν τόσοι πολλοί Έλληνες σαν κι εμένα, πώς γίνεται να μην το έχουν δει νωρίτερα αυτό;

ΣΑ: Κάποιοι αναρωτιόντουσαν στην αρχή αν φοράμε μαγνητοφωνάκι. Το πιο ωραίο που έχω ακούσει είναι ότι κουμπώσαμε με τους ρόλους μας. Το ότι είμαστε δύο μαύροι ηθοποιοί θεωρώ ότι κάνει πιο ανάγλυφα τα νοήματα του έργου, εννοώ πιο διακριτά.

Δανειστήκατε στοιχεία από την αφρικανική οικογένεια σας για να τα εντάξετε στους ρόλους;
ΣΑ: Ναι, εννοείται. Υπάρχει και στους αφρικανούς μια έντονη σωματικότητα, μόνο που ας πούμε ότι είναι λίγο πιο brutal.

ΣΜ: Προσωπικά χαρακτηρίζω τους Έλληνες ως «Αφρικανούς των Βαλκανίων», οπότε καταλαβαίνεις.

Τάβλι ξέρατε πριν το έργο;
ΣΜ: Εγώ όχι. Το είχα κάπως περίεργα στο μυαλό μου. Είχα βιώματα από το καφενείο της γειτονιάς μου στον Βύρωνα και επειδή μικρός το έβλεπα ως κάτι πολύ βίαιο επειδή κοπανούσαν τα πούλια, φώναζαν, τσακωνόντουσαν δεν είχα κάτσει να μάθω.  Κι εμείς εδώ έτσι το προσεγγίζουμε, το τάβλι είναι φωνακλάδικο δεν είναι σκάκι, δε το συνοδεύει ένα ακριβό πούρο ή ένα καλό ρούμι. Είναι ένα παιχνίδι έντασης.

ΣΑ: Το τάβλι είναι μια μικρή αρένα. Αλήθεια, είναι αυτό.

Το τάβλι, του  Δημήτρη Κεχαΐδη. Πρωταγωνιστούν: Σαμουήλ  Ακίνολα – Στέφανος ΜουαγκιέΣκηνοθεσία: Δημήτρης Λάλος, Σκηνικά: En Route Architects – Hannes Livers Gutberlet – Κατερίνα Κούρκουλα, Κοστούμια: Κριστέλ Καπερώνη, Σχεδιασμός Φωτισμών : Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, Μουσική Επιμέλεια : Γιώργος Μαυρίδης, Βοηθός Σκηνοθέτη : Κριστέλ Καπερώνη. Θέατρο Αποθήκη (Σαρρή 40, τηλ. 21 0325 3153) κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.