ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΤο «Δε λες κουβέντα» δεν είναι μόνο τραγούδι

Το «Δε λες κουβέντα» δεν είναι μόνο τραγούδι

Ο Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου, μιλάει στην Εύα Κέκου για τη Ντοκουμέντα που αποτελεί το βασικό σκηνικό του έργου του και γιατί χαρακτηρίζει pulp το δημιούργημά του.
Φωτογραφία: Πηνελόπη Γερασίμου

Συνάντησα τον συγγραφέα Μάκη Μαλαφέκα, στο Φίλιον λίγες μέρες μετά την εντυπωσιακή παρουσίαση του βιβλίου του Δε λες κουβέντα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι, στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου. H συνέντευξη που ακολουθεί προέκυψε μέσα από συζητήσεις στην Αθήνα και στην Ύδρα. Ο ήρωας του βιβλίου κινείται επίσης στην Ύδρα και την Αθήνα, μία μόλις χρονιά πριν. Ως αντανάκλαση αυτών των ιστοριών που συνυφαίνονται σε χώρους γνώριμους  και ταυτόχρονα οικείους αλλά και στο ήδη εντατικοποιημένο σε πληροφορίες αθηναϊκό τοπίο, -το οποίο  διακρίνεται για τη πυκνότητα των εμπειριών, τις πολλαπλές και αντιφατικές αφηγήσεις, οξύμωρες «πραγματικότητες» που εμπερικλείει,-η αφηγηματικότητα του βιβλίου αυτού δημιουργεί μία νέα συνθήκη εν είδει urban western. Μιας αφήγησης όπου το τερέν χτίζεται μέσα από τα πάθη, τους εγωισμούς των ηρώων σε ένα μάταιο και ατέρμονο παιχνίδι σωτηρίας του «αλλού», των «άλλων» αλλά και του ίδιου μας του εαυτού ανάλογα, όπου ο ρόλος του σωτήρα, θύτη και θύματος εναλλάσσονται επίσης…..

Μιλήστε μας για τον τίτλο του νέου σας βιβλίου, Δε λες κουβέντα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι. Με ποιον τρόπο αυτός αντικατοπτρίζει το περιεχόμενό του και πώς συνδέεται με τη συνθήκη εντός της οποίας αναπτύσσεται η πλοκή;  Ο τίτλος επιβλήθηκε εξαρχής, από μόνος του, με τρόπο απολύτως αυτονόητο. Είναι το πρώτο πράγμα που γράφτηκε στο χαρτί, και το μόνο που δεν σκέφτηκα σε καμία φάση να αλλάξω. Είναι ταυτόχρονα μια εντολή, «μην πεις κουβέντα», και μια κοινή διαπίστωση. Αυτό το «δε λες κουβέντα» απευθύνεται προς τον ήρωα, τον Κρόκο, έναν συγγραφέα με διαρκή εσωτερικό μονόλογο, αλλά είναι και μια φράση του ήρωα προς τα έξω, προς όλα τα άρρωστα και περίεργα που θα του συμβούν κατά τη μία εβδομάδα που διαρκεί η δράση του βιβλίου. Είναι η άμυνά του, η τάση φυγής του και η ηρωική του έξοδος.  

Το κεντρικό πρόσωπο, ο Μιχάλης Κρόκος, δεν μιλά αλλά πράττει, δεν κάνει μόνο υποθέσεις αλλά έχει «ντοκουμέντα». Τα έχει αλλά δεν τα έχει. Πιο πολύ έρχονται κατά πάνω του. Κολλάνε πάνω του, σαν την ίδια την εποχή του, σαν τα στρογγυλά αυτοκόλλητα της σελίδας 120 με τα 14άρια, το σήμα της Ντοκουμέντα, που του μένουν στο χέρι όταν αυτός πάει να στηριχτεί σε ένα STOP κάπου στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ναι, σ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου ο Κρόκος πράττει, όπως λέτε. Τις περισσότερες φορές χωρίς να το θέλει, και χωρίς να το ξέρει. Βρίσκεται χαμένος μέσα σε μια υπόθεση που τον ξεπερνάει, μέσα στην οποία ό,τι και να κάνει μετατρέπεται αυτόματα σε πράξη, σε ένα μικρογεγονός που εκτρέπει και αλλάζει ανεπαίσθητα την πορεία της. 

Με ποιο τρόπο το ρεμπέτικο ως φιλοσοφία ζωής, μπορεί να συνδεθεί σήμερα με την ελληνική πραγματικότητα αλλά και με αναδυόμενες πρακτικές σε χώρους τέχνης;  Δεν υπάρχει κάποια σύνδεση με το ρεμπέτικο εδώ. Εξάλλου, το συγκεκριμένο τραγούδι είναι «νεο-ρεμπέτικο» στην καλύτερη περίπτωση. Η ίδια η Μπέλλου το χαρακτηρίζει «ποπ». Μ’ αυτήν την έννοια βέβαια, ως ποπ δηλαδή, μπορεί να συνδεθεί σε προωθημένο βαθμό με μια ολόκληρη καλλιτεχνική και κοινωνική πρακτική, με ένα ολόκληρο γίγνεσθαι. Το ποπ είναι η ολιστική, αναπόφευκτη γλώσσα της εποχής. Φανταστείτε δηλαδή αυτή την φράση που λέτε, «το ρεμπέτικο ως φιλοσοφία ζωής», αν την έλεγε κάποιος στα σοβαρά για τον εαυτό του σήμερα, τότε μόνο ως ποπ θα όφειλε να εκληφθεί – τόσο η φράση όσο και αυτός που τη λέει. Το Δε λες κουβέντα είναι ένα παλπ μυθιστόρημα με χάρτινους χαρακτήρες, τραβηγμένους απ’ τα μαλλιά. Χαρακτήρες που αν ζωντανεύουν, και τελικά υπάρχουν, αυτό συμβαίνει επειδή η οντότητα του ήρωα είναι επίσης χάρτινη, κι η συνείδησή του τυχαίνει να συμπίπτει, στιγμιαία, με ό,τι συμβαίνει γύρω του, και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου αυτό καταφέρνει να μπορεί να σκιαγραφηθεί.

Η τέχνη, με τη γενική της μορφή, διαπνέει όλο το αφήγημα. Πιο ειδικά η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα στη χρονική συγκυρία της Ντοκουμέντα 14, στην Αθήνα. Γιατί επιλέγετε να αναδείξετε την ιστορία στο συγκεκριμένο αυτό το πλαίσιο; Πόσο σημαντική είναι η Ντοκουμέντα – και ή κάθε καλλιτεχνική διοργάνωση για την πόλη που πραγματοποιείται –, και πόσες πτυχές για νέες ιστορίες δημιουργούνται μέσα σε αυτήν; Η Ντοκουμέντα είναι το βασικό σκηνικό του βιβλίου, όχι η υπόθεσή του. Όπως σκηνικό του είναι το κέντρο της Αθήνας, ο Καύσωνας, η Ύδρα, η Κρίση, η Νύχτα, το Ταξί… Αλλά ναι, η Ντοκουμέντα παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο γιατί καταλήγει, πέρα από έκθεση σύγχρονης τέχνης, να είναι και μια συλλογική ψύχωση, μια φαντασίωση. Ο Κρόκος φτάνει στην Αθήνα για να παρουσιάσει το τελευταίο του βιβλίο, μια φανταστική βιογραφία του Τζον Κόλτρεϊν. Καταλαβαίνει κάπως αργά ότι φτάνει στην λάθος πόλη, στο λάθος καλοκαίρι, γιατί όλα έχουν κατακλυστεί από την Ντοκουμέντα 14. Η κλοπή ενός πίνακα είναι το κλικ, ο διακόπτης. Ο πίνακας γίνεται το μαγικό αντικείμενο που ψάχνουν όλοι, γιατί περιέχει ένα μεγάλο μυστικό, και ξαφνικά αυτό το αντικείμενο μετατρέπεται σε μια μεταφορά της Ντοκουμέντα. Ένα χιτσκοκικό «Μακγκάφιν» ραμμένο στα μέτρα του αθηναϊκού καλοκαιριού του 2017. Όλοι ψάχνουν να βρουν την Ντοκουμέντα…

Αλήθεια, γιατί επιλέγετε το βιβλίο σας να κυκλοφορήσει έναν ακριβώς χρόνο μετά τη διοργάνωση της Ντοκουμέντα, και τι έχετε να πείτε εσείς για την ίδια τη διοργάνωση ένα χρόνο μετά το κλείσιμο της έκθεσης στην Αθήνα; Η αρχική μου επιλογή ήταν να βγει κατά τη διάρκεια της Ντοκουμέντα. Και το πρώτο σχεδίασμα του βιβλίου ήταν για να φτάνει τις 100-120 σελίδες. Ένα μεγάλο διήγημα. Όσο προχωρούσε, όμως, μεγάλωνε και έπαιρνε νέα σημασία με κάθε γεγονός που συνέβαινε πέρσι το καλοκαίρι στην Αθήνα. Τελικά τελείωσε τον περασμένο Οκτώβρη, ξεπερνώντας τις 250 σελίδες. Το να βγει ένα χρόνο μετά ήταν επόμενο. Είναι θέμα ανάκλησης των αρχικών συνθηκών: θερμοκρασίας, πίεσης, κλπ. Η ίδια η έκθεση με ενδιαφέρει εδώ στον βαθμό που δημιούργησε προσδοκίες, ντελιριακές, τραγελαφικές, καταλήγοντας να γίνει το παράλογο πεδίο προβολής άλυτων υπαρξιακών προβλημάτων. Και τελικά, το περιεχόμενό της, το πραγματικό, όποιο κι αν ήταν, κατέληξε να είναι εκτός θέματος. Αυτό που έμεινε στον καθένα ήταν η φαντασιακή «Ντοκουμέντα του», αυτή που δεν συνέβη.

Στο βιβλίο, εκτυλίσσεται ένα urban western όπου ο ήρωας, σε ένα τοπίο με εντατικοποιημένη πληροφόρηση, με πληροφορίες «κρυμμένες» στον χώρο, αλλά και με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών, δημιουργεί ένα πεδίο αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους χωρίς να γνωρίζει μέχρι την τελευταία στιγμή ποιος χαρακτήρας «ανήκει» σε ποιο πεδίο.  Και μετά την τελευταία στιγμή….

Με ποιο τρόπο το ζήτημα της ματαιότητας της ανθρώπινης ύπαρξης σας απασχολεί, πώς φαίνεται εδώ, και με ποιον τρόπο ο νικητής, αλλά και ο νικημένος, δεν καθορίζεται ποτέ ως απόλυτο μέγεθος; Ναι. Το western διαθέτει ακριβώς έναν τέτοιο κώδικα. Χαρακτήρες χωρίς ιδιαίτερη σκιαγράφηση – σχεδόν χωρίς όνομα – διασταυρώνονται τυχαία σε κάποιο καταραμένο μέρος, συναντιούνται τα πεπρωμένα τους, ανακατεύονται, κι ύστερα χάνονται και πάλι γιατί ο καθένας ξαναφεύγει προς άγνωστη κατεύθυνση. Και είναι ένα βασικό ζητούμενο της δράσης αυτό. Δεν μπορείς να νικήσεις. Μπορείς στην καλύτερη περίπτωση να περιμένεις μια ισοπαλία, δηλαδή να παραμείνεις ζωντανός.  

Μιλήστε μας για την απήχηση του βιβλίου, για τη δική σας δραστηριότητα και για τα σχέδιά σας για τη πορεία του βιβλίου. Λαμβάνω καθημερινά μηνύματα αναγνωστών, γνωστών μου και μη, που μου λένε ότι γελάνε δυνατά σε κάθε σελίδα, και φωτογραφίες του βιβλίου πάνω σε ηλιόλουστους πάγκους, δίπλα σε ανάμεικτους χυμούς, αντηλιακά και παγωτά μπανάνα σπλιτ με χάρτινες ομπρελίτσες. Είναι μια ουράνια επιβράβευση για τις περσινές αλλόκοτες περιπέτειες του Μιχάλη Κρόκου στην Αθήνα.

Το «Δε λες κουβέντα» του Μάκη Μαλαφέκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.