anestopoulos2

Υπάρχουν κάποιες φορές που αυτή η δουλειά που ταχτήκαμε να κάνουμε είναι αληθινά υπέροχη. Αυτό συμβαίνει όταν έχουμε την τύχη να παρευρεθούμε σε ένα καλλιτεχνικό γεγονός που υπερβαίνει τα συνηθισμένα, να νιώσουμε τον παλμό του κοινού και του καλλιτέχνη να ταυτίζονται, και να ξέρουμε πως η συγκεκριμένη βραδιά ανήκει σε εκείνες στις οποίες όλοι θα αναφέρονται στο μέλλον λέγοντας «ήμουν κι εγώ εκεί». Από τις πολλές εκδηλώσεις που έχω παρακολουθήσει στη ζωή μου, υπήρξαν ελάχιστες όπου σύσσωμο το κοινό να αποθέωσε στο τέλος τον καλλιτέχνη, αναζητώντας τον τρόπο να τον ευχαριστήσει γι’ αυτό που του χάρισε. Υπήρξε και μία και μοναδική όπου όλοι ανεξαιρέτως οι θεατές, όρθιοι και δακρυσμένοι, απόθεσαν την καρδιά τους στα πόδια του ανθρώπου που για σχεδόν τρεις ώρες τούς έδωσε περρισότερα κι από όσα του ήταν δυνατόν: το Σαββατόβραδο της 14ης Μαΐου στη συναυλία του Θάνου Ανεστόπουλου στο Παλλάς.

Ας μη μασάμε τα λόγια μας: η τέχνη είναι η απόπειρα του ανθρώπου να αναμετρηθεί με τα πράγματα που τον υπερβαίνουν: το χρόνο, τον έρωτα και το θάνατο. Ο Θάνος Ανεστόπουλος, από τα πλέον προικισμένα παιδιά της γενιάς του, μορφή ποιητική, ιπποτική, γήινη και υπερβατική ταυτόχρονα, είχε την τύχη να αγαπηθεί παράφορα από τουλάχιστον μία ολόκληρη γενιά ακροατών. Όταν χτυπήθηκε από τον καρκίνο, επέλεξε να δημοσιοποιήσει το πρόβλημά του στο κοινό που τον λάτρευε και να δώσει τη μάχη του γενναία και ανοιχτά, με επώδυνη ειλικρίνεια και χωρίς επιδεικτικότητα κι εύκολους συναισθηματισμούς. Οι χιλιάδες που συνέρρευσαν στην Τεχνόπολη τα δύο αξέχαστα εκείνα βράδια του περασμένου Σεπτέμβρη ξέρουν για τι πράγμα μιλάω.

Το Σάββατο στο Παλλάς έστησε παρέα με τους φίλους του  – τον Παρίσση, τον Αγγελάκη, τον Κλιούμη, τον Μούσσα, την Γκόφα, τον Λόλεκ, τον Boy, τους Mani Deum – μια βραδιά αναφοράς, που τα είχε όλα. Τα τραγούδια του, τους καταραμένους ποιητές που τόσο αγαπά, τους μυθικούς storytellers που τον διαμόρφωσαν: τον Cohen, τον Waits, τον Cave, τη Simone… Και ως άξονα, τη μοναδική ποιητική του αφήγηση, με όλη τη θεατρικότητα της φωνής του και το μοναδικό του ρυθμό, αυτά που εδώ και τόσα χρόνια μας έκαναν να του παραδοθούμε άνευ όρων, καθισμένος σε ένα καναπέ, με τα κεριά, τα βιβλία του και το ποτήρι του μπροστά του – ποια πουδαία σκηνοθεσία δεν είναι, πριν από όλα, καρπός κάποιας αληθινής ανάγκης; – μας πήρε όλους μαζί του στη συγκλονιστικότερη μουσική παράσταση που είδα ποτέ.

Θα ξανανταμώσουμε παιδιά, θα βρεθεί κάποια άλλη αφορμή, μας είπε στο τέλος ο Θάνος, εξορκίζοντας το φόβο μας πως ίσως να είναι η τελευταία φορά που βρισκόμαστε. Αλήθεια, ποιος από μας, άραγε, ξέρει ποια θα είναι η τελευταία συναυλία που θα παρακολουθήσει στη ζωή του; Κάποτε η Αριάν Μνουσκίν μού είχε πει: «κάθε φορά που ανεβαίνουμε στη σκηνή, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως για κάποιους θεατές είναι η πρώτη παράσταση που βλέπουν στη ζωή τους, και για κάποιους άλλους η τελευταία». Το έγραψα και μετά τις συναυλίες του Σεπτέμβρη: πιστεύω πως η τόση άδολη κι ανυπόπκριτη αγάπη που τον περιβάλλει, θα δώσει στο Θάνο Ανεστόπουλο την ενέργεια να νικήσει στη δύσκολη μάχη που δίνει. Ό,τι και να γίνει όμως, έχει χαράξει βαθιά το σημάδι του στις ψυχές όλων μας. Για πόσους ανθρώπους που περνούν από τη ζωή μας με οποιοδήποτε τρόπο μπορούμε να το πούμε αυτό;