ΡΕΠΟΡΤΑΖΣέλφι, Τσιρίδες και 100.000 ευρώ: Στα Χαρακώματα του Τελικού του Survivor

Σέλφι, Τσιρίδες και 100.000 ευρώ: Στα Χαρακώματα του Τελικού του Survivor

Όσα δεν έδειξαν οι τηλεοπτικές κάμερες από τον τελικό του Survivor 2017 με τα μάτια της Ζωής Παρασίδη και τον φακό του Παναγιώτη Τζάμαρου που βρέθηκαν στο Άλσος Βεΐκου.
Φωτογραφίες: Παναγιώτης Τζάμαρος / FOSPHOTOS

Έχοντας να δει περίπου μια δεκαετία τηλεόραση, ο Μάνος με πλησιάζει ελπίζοντας πως γνωρίζω αν μπορεί να προμηθευτεί από κάπου πρόσκληση για να παρακολουθήσει από κοντά τον τελικό του Survivor 2017. Με ρωτάει επίσης αν ξέρω «προς τα πού πέφτει η Νίκαια;» αφού εκεί μένει, αλλά μια δουλειά τον έχει φέρει μέχρι το Γαλάτσι και είπε να δοκιμάσει την τύχη του στο Άλσος Βεΐκου. Η τρίτη στη σειρά ερώτησή του, μιας και λέγε λέγε μαθαίνει ότι ειμαι δημοσιογράφος που έχω πάει να καλύψω τα παρασκήνια του μεγάλου τελικού, είναι αν έχω κάποια ενημέρωση σχετικά με το πότε θα ξεκινήσει ο επόμενος κύκλος του παιχνιδιού. Δεν αναρωτιέται μόνο ως θεατής αλλά έχει δηλώσει μάλιστα και συμμετοχή. «Αν συγκρίνεις τις δύο αιτήσεις, η τωρινή είναι πιο απλή από εκείνη του πρώτου. Αν με πάρουν θα χαρώ, αν δεν με πάρουν θα πρέπει να παρουσιαστώ στον στρατό».

Βρίσκει αυτό τον κύκλο του reality βατό για τους συμμετέχοντες σε σύγκριση με τους προηγούμενους δύο που έχουν προβληθεί στην Ελλάδα. Αυτό που του αρέσει στο παιχνίδι είναι η πρόκληση της επιβίωσης. Και τα λεφτά αν έρθουν ευπρόσδεκτα είναι, άσε που δεν είναι απαραίτητο να φτάσεις στον τελικό αφού «και μόνο το βδομαδιάτικο που παίρνουν οι παίχτες είναι πολύ καλό». Από τους δύο φιναλίστ που θα διεκδικήσουν τα 100 χιλιάδες ευρώ δεν συμπαθεί κανέναν, εκείνος που του άρεσε ήταν ο γνωστός ως «Μισθοφόρος». Αν παρόλα αυτά βρισκόταν στη θέση τους και κέρδιζε το έπαθλο θα ξεκινούσε τη ζωή του αγοράζοντας ένα σπίτι.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο 65χρονος κ. Βασίλης κάνει με τη γυναίκα του την καθιερωμένη του βόλτα στο Άλσος, στο σακίδιο πλάτης έχει ένα ζευγάρι ρακέτες αφού το ζευγάρι προσπαθεί να κρατηθεί σε φόρμα. Έχανε επεισόδια από το παιχνίδι μόνο όταν είχε να συναντήσει τα παιδιά και τα εγγόνια του αφού «σάμπως έχει και τίποτα άλλο η τηλεόραση να δεις;». Θα προτιμούσε να επενδύσουν τα κανάλια σε επιμορφωτικά προγράμματα και talk shows, πιστεύει πως η τηλεόραση είναι το πιο δυνατό μέσο «και δεν το εκμεταλλεύεται κανείς σωστά, θα μπορούσε να βάλει μέσα στα σπίτια μας ανθρωπιά όμως μόνο αυτό δεν κάνει».  Μου τα εξηγεί όμορφα όσο η σύζυγός του προσπαθεί να φωτογραφίσει μια παίκτρια που από ότι έμαθα είναι «πολύ καλό κορίτσι και όλοι τη συμπαθούν». Το ζευγάρι προτιμά να κερδίσει το μεγάλο χρηματικό έπαθλο ο Μάριος γιατί «έχει μια αύρα, πως βλέπεις ένα άνθρωπο στον δρόμο και σου βγάζει κάτι θετικό, έτσι νιώθουμε απέναντι στο παιδί»

Απογοητευμένος από την ατελέσφορη αναμονή, ο Ρεμπάν, κούρδικης καταγωγής και 14ετούς παραμονής στη χώρα μας, κάνει μερικά βήματα πίσω από το ανήλικο πλήθος που φωνάζει κάπως επιτακτικά τους παίχτες με τα μικρά τους ονόματα ή με την επαγγελματική τους ιδιότητα, όπως «Μάνατζερ Ράγκμπι», προκειμένου να πλησιάσουν προς το μέρος τους. Ο Ρεμπάν παρακολουθούσε  φανατικά τις αγωνιστικές σεκάνς που εκτυλίσσονταν στον Άγιο Δομίνικο.  Θέλει να κερδίσει ο Γιώργος Αγγελόπουλος (aka Ντάνος) γιατί «είναι πολύ δυνατός παίχτης και σοβαρός άνθρωπος, αδίκως τον έδιωξαν από την πρώτη του ομάδα». Τώρα που το παιχνίδι τελείωσε, απλώς θα περιμένει τον επόμενο κύκλο.

Τρεις νεαροί άντρες αστειεύονται μεταξύ τους για το ότι δε μπορεί, κάποια κάμερα θα τους «πιάσει». Ο ένας έχει παρακολουθήσει μόνο τα τελευταία πέντε επεισόδια και δέχεται τα πειράγματα ως αδαής από τους δύο φίλους του που όχι απλώς ξέρουν το παιχνίδι απ’ έξω κι ανακατωτά, αλλά είναι και βέβαιοι πως θα το γνωρίσουνακόμα καλύτερα αφού ο ένας προετοιμάζει με personal training τον άλλον προκειμένου να μπει στην επόμενη φουρνιά των «Μαχητών». «Συγκράτησε τη φάτσα του γιατί θα τον πάρουν», μου συνιστά ο «προπονητής» ενώ ο προπονούμενος υποψήφιος εξηγεί πως θέλει να δει τον Ντάνο «να το σηκώνει γιατί είναι ξηγημένος και πιο μάγκας, να το γράψεις αυτό». Το έγραψα, ορίστε.

Καροτσάκια, ποδήλατα με βοηθητικές ρόδες και λοιπά παιδικά αξεσουάρ είναι σκορπισμένα στον χώρο. Εκτός από το φλέγον ζήτημα που απασχολεί πολλούς, μια συνωμοσιολογία για το πως μοιράστηκαν οι προσκλήσεις και ποιοι είναι τελικά αυτοί οι «προνομιούχοι» που τις έχουν,  οι συζητήσεις κατηγοριοποιούν τους παίχτες σε «εκείνους που αδικήθηκαν», στους «συμπαθείς που δεν το είχαν με τις δοκιμασίες», στους «ύπουλους» και τους «ντόμπρους», τους «ψωνισμένους» και τους «προσιτούς». Ένα έφηβο κορίτσι βλέπει τις δυο φίλες της να σπεύδουν να φωτογραφηθούν με τον παίχτη που πριν λίγο έλεγαν ότι αντιπαθούν όσο εκείνη και τις ψέγει γι’ αυτό. Μια παρέα στην ίδια περίπου ηλικία με τα παραπάνω κορίτσια, αλλά με ταξική αναλαμπή σχολιάζει πως ένας άλλος παίκτης κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο εκείνη τη στιγμή γιατί είναι«λαϊκό παιδί» εικάζοντας πως θα βρίσκεται καθισμένος κάπου απολαμβάνοντας τον κλιματισμό που εκείνοι στερούνται αναμένοντας να τον αποθεώσουν. Ωστόσο κάνεις από τους παρευρισκόμενους, αλλά φαντάζομαι και τους περισσότερους από όσους παρακολουθούν με αγωνία από το σαλόνι τους, δε φαίνεται και πολύ προβληματισμένος με το γεγονός πως τη νίκη διεκδικούν το Καλό Παιδί που αγαπάει υπερβολικά την πατρίδα του (και υπερασπίζεται τη Χρυσή Αυγή περισσότερο από τους «λαθρομετανάστες») και το Ακόμα Καλύτερο που, φιλώντας ξανά τα κομποσχοίνια του, ευχαριστεί πάλι τον Θεό που τον βοήθησε λίγο παραπάνω από τους άλλους στο δρόμο για τα 100.000 ευρώ. 

Ένας πατέρας δίνει μαθήματα επιβίωσης σε δύο πιτσιρικάδες που δεν έχουν πρόσκληση για το πως θα αναρριχηθούν προκειμένου να βρεθούν στην πίσω πλευρά του θεάτρου, ενώ ο κόσμος τσακώνεται με την υπηρεσία ασφάλειας προτάσσοντας διάφορα επιχειρήματα προκειμένου να περάσει στον χώρο. Μια εγκυμονούσα, που δεν ξέρω αν έχει πρόσκληση ή όχι, είναι ασφυκτικά στριμωγμένη ανάμεσα σε όλους αυτούς που διεκδικούν μια θέση. Ένα κορίτσι που έχει γραμμένο με στυλό το όνομα ενός εκ των φιναλίστ στο μπράτσο, κάτω από ένα γαλάζιο -δεμένο κόμπο- τιραντάκι που προφανώς συμβολίζει το χρώμα των «Μαχητών», οπισθοχωρεί απογοητευμένο.

Μπαίνοντας στον χώρο που διεξάγεται ο τελικός του παιχνιδιού, οι προνομιούχοι που εξασφάλισαμε την πολυπόθητη θέση προβάρουμε τα χειροκροτήματα. Κατά τις οδηγίες το ρυθμικό σύνθημα “Sur-vi-vor” πρέπει «να τo φωνάζουμε σαν να πονάμε» (sic), η παραγωγή αρχικά δεν είναι ευχαριστημένη γιατί «είμαστε σαν σκόρπια διαδήλωση» (sic), «το κοινό του ημιτελικού ήταν πιο δυνατό» (sic), και «ή θα δουλέψουμε όλοι μαζί για τη βραδιά ή δεν θα κάνουμε τίποτα» (sic). Οι παίχτες λαμβάνουν θέση ανάμεσα στις κερκίδες, η εξέδρα σκύβει σύσσωμη προκειμένου να τους περιεργαστεί, οι γνωστές προσφωνήσεις κάπου μεταξύ γηπέδου («αγόρι μου»)  και φρέντο εσπρέσο («αδερφέ μου») είναι κάπως συγκρατημένες από την πλευρά του κοινού που προετοιμάζεται για τον αέρα. Οι ανιματέρ τελικά ξεκουράστηκαν κατά κάποιο τρόπο όταν ο διεκδικητής – και μετέπειτα νικητής του επάθλου – εμφανίστηκε στη σκηνή και το κοινό απλά παραλήρησε από μόνο του. «Δούλεψε», αν προτιμάτε. Δίπλα μου, μια θεατής κάνει παρατήρηση σε μια άλλη για το γεγονός πως το παιδί της έχει καθίσει μπροστά στο κάγκελο κόβοντάς μας τη θέα προς τη οθόνη που έδειχνε εκείνη τη στιγμή τις «αστείες στιγμές των παιχτών στον Άγιο Δομίνικο».  

Στο Belissima του Λουκίνο Βισκόντι, μια μητέρα προσπαθεί να ζήσει τη λάμψη της Τσινετσιτά σπρώχνοντας την 7χρονη κόρη της να γίνει ηθοποιός. Στις 23:30 το βράδυ κι ενώ ο τελικός του φετινού τηλεοπτικού φαινομένου θα τραβήξει μεχρι μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα (πλησιάζοντας τελικά το 80% σε τηλεθέαση), γονείς προσπαθούν να συνετίσουν τα -μικρότερα σε ηλικία απ’ όσο ήταν η ηρωίδα του Ιταλού σκηνοθέτη-  παιδιά τους προκειμένου να μην παραπονιούνται για την αναμονή, μπορεί τα κιγκλιδώματα να φύγουν και να καταφέρουν να δουν τον, λαμπερό στα μάτια τους, Ντάνο. «Κι ο Σπαλιάρας μπαμπά, δεν θα είναι εκεί;», είναι η απορία μιας λιλιπούτειας παρουσίας την ώρα που μια γυναίκα από τη διοργάνωση εξηγεί στους εναπομείναντες αγανακτισμένους πως δεν μπορεί να αφήσει κανέναν να περάσει όμως όσοι κάνουν υπομονή για τις επόμενες δύο περίπου ώρες ίσως σταθούν τυχεροί και δουν κάποιον από τους παίχτες να φεύγει.

Απτόητη παραμένει στη  θέση της μια παρέα αγοριών παρότι λογομαχεί, επειδή δεν υπάρχουν λεφτά για το ταξί της επιστροφής. Στον δρόμο για την έξοδο, κι εκ μέρους του μεγάλου χορηγού της εκπομπής, με ρωτούν αν θέλω να ψηφίσω τον αγαπημένο μου παίχτη. Εκείνον δηλαδή που θα κερδίσει, ο κόσμος οφείλει να παρακολουθήσει τον live πανηγυρισμό του χωρίς να τρέξει να τον συγχαρεί μέχρι η παραγωγή να δώσει το ok,  τα μίντια θα ασχοληθούν για όσες μέρες ρίχνει το σύστημα ακόμα και με μια θολή φωτογραφία του, ενώ σε δέκα χρόνια από τώρα θα διαβάζουμε άρθρα με τον clickbait τίτλο «Δείτε πως είναι σήμερα ο νικητής του Survivor 2017». Μάλλον δεν θα υπάρχει καν λόγος να γράφεται πλέον το όνομά του στον τίτλο. 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.