ΡΕΠΟΡΤΑΖ 04.08.2018

Οι Σκαπανείς του Αυγούστου

Πώς είναι να δουλεύεις όσο οι άλλοι κάνουν διακοπές; Έξι άνθρωποι που βρίσκονται σε σχετικά πόστα αφηγούνται τις δικές τους ιστορίες από τις όχι και τόσο ήσυχες μέρες του Αυγούστου. Και δεν είναι υποχρεωτικά δυσάρεστες...
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
ΡΕΠΟΡΤΑΖΟι Σκαπανείς του Αυγούστου

Είναι εκείνοι που βρίσκονται «εκεί» στις, για τους υπόλοιπους, πιο ξέγνοιαστες μέρες του χρόνου. Αυτοί που όσο οι άλλοι απολαμβάνουν τις βουτιές, τα ποτά ή τα ταξίδια τους, δεν σταματούν να δουλεύουν – για την ακρίβεια, είναι εκείνοι που στην πραγματικότητα βοηθούν να συμβούν τα προηγούμενα. Από μπάρμεν και «κράχτες» μέχρι εργαζόμενους σε ταξιδιωτικά πρακτορεία και θερινά σινεμά, μιλήσαμε με έξι αφανείς ήρωες του καλοκαιριού για το πως είναι να δουλεύεις όταν οι άλλοι κάνουν διακοπές.

Μη νομίζετε, καμιά φορά το απολαμβάνουν… 

Ο Κωνσταντίνος Κοντιζάς, μπάρμαν, θέλει να βλέπει τους πελάτες να φεύγουν με χαμόγελο πίνοντας το κοκτέιλ ή το ποτό που μόλις τους έφτιαξε…

«Δουλεύω εδώ και 3 χρόνια στο χώρο της εστίασης, κάτι που προέκυψε λίγο στην τύχη σε συνδυασμό με την ανάγκη για χρήματα που είχα για μια περίοδο. Αυτό που μου λείπει ώρες ώρες είναι η ξεγνοιασιά του καλοκαιριού, δηλαδή το να ξυπνήσω μια μέρα κι απλά να μην κάνω τίποτα παρά μόνο βουτιές με τους φίλους μου και βόλτες τα βράδια.

Για εμένα “τα καλά της δουλειάς” είναι οι μορφασμοί ικανοποίησης του εκάστοτε πελάτη που θα πιει το κοκτέιλ ή το απλό ποτό που θα του φτιάξω, μ’ αρέσει να τους βλέπω στο τέλος να φεύγουν με ένα χαμόγελο. Είναι αρκετές οι ερωτήσεις που δεν αντέχω να μου κάνουν, αλλά η νούμερο 1 είναι όταν με ρωτάνε την πιο υποκειμενική ερώτηση όλων: “Είναι ωραίο αυτό το κοκτέιλ;”. Με πιάνουν τα γέλια κάθε φορά, αλλά προφανώς τους εξηγώ τα πάντα με ευγένεια.

Η πιο τρελή ιστορία με πάει έναν χρόνο πίσω, όπου δούλευα στο μέσα μπαρ στα Περδικιώτικα της Αίγινας, είχε πολύ κόσμο κι αρκετή παραγωγή κοκτέιλ. Κάποια στιγμή όπως πάω να χτυπήσω το σέικερ για ένα κοκτέιλ, από την υπερένταση το έκανα τόσο δυνατά που έφυγε το πάνω μέρος με όλο το περιεχόμενο να χύνεται πάνω σε έναν πελάτη που καθόταν στο μπαρ και τον έκανε μούσκεμα. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ζήτησα χίλια συγγνώμη κι ο πελάτης έφυγε για να αλλάξει. Όταν γύρισε μπροστά μου, φορούσε αδιάβροχο. Ευτυχώς το πήρε στην πλάκα και η βραδιά συνεχίστηκε κανονικά.

Όλες οι δουλειές έχουν τα καλά τους έχουν και τα κακά τους. Το θέμα είναι να κρατάς στο τέλος μόνο τα καλά και να κάνεις αυτό που κάνεις με μεράκι και αφοσίωση».

Ο Κωνσταντίνος Κοντιζάς δουλεύει ως μπάρμαν στα Περδικιώτικα στην Αίγινα.

H Μαριλένα Σαλαμάνου, ταξιδιωτική πράκτορας, μέσα σε ένα οχτάωρο μπορεί να ταξιδέψει νοητά από την Παπούα Νέα Γουινέα μέχρι τα Λουτρά της Νισύρου…

«Πολλές φορές οι φίλοι αναρωτιούνται, αλλά ακόμα κι εμείς οι  ίδιοι, πώς γίνεται σε μια περίοδο όπου τα πάντα είναι όντως “ένα κλικ μακριά” κι ο καθένας μπορεί να γίνει ο ταξιδιωτικός πράκτορας του εαυτού του, πώς καταφέρνουμε να επιβιώνουμε και συνεχίζουμε να στεκόμαστε στο επάγγελμά αυτό. 

Αυτό λοιπόν που μας διαφοροποιεί είναι η ανθρώπινη επαφή. Σε μια εποχή που σχεδόν τα πάντα περνάνε από οθόνες PC ή smartphone, ο κόσμος έχει ανάγκη την ανθρώπινη επαφή, την κουβέντα, το νοιάξιμο, τα αυτοκόλλητα που τους βάζω στους φακέλους με τα εισιτήρια, αλλά ακόμα και το brainstorming για τους αναποφάσιστους.

Αν πιάνω τον εαυτό μου να λέει “αχ να ήμουν κι εγώ τώρα διακοπές”; Φυσικά, από τη στιγμή που ξεκινάω το πρωί της Δευτέρας και μέχρι το απόγευμα της Παρασκευής βρίσκομαι πίσω από το PC! Aπό την άλλη όμως, δεν γίνεται διαφορετικά, οπότε παίρνω λίγη από τη δροσιά και τη χαρά που φέρνουν οι πελάτες γυρνώντας από τα ταξίδια τους. Κάποτε μου είχαν πει ολόσωστα: “είσαι σαν αυτούς που φτιάχνουν τα σίδερα στα καράβια, κι όταν είναι έτοιμα βλέπουν τα καράβια να φεύγουν αλλά εκείνοι μένουν πίσω”.

Αυτό που κερδίζω  είναι αποχή από τη βαριεστημάρα που μπορεί να φέρει μια δουλειά γραφείου. Μέσα σε ένα οχτάωρο μπορώ να ταξιδέψω νοητά από την Παπούα Νέα Γουινέα μέχρι τα Λουτρά της Νισύρου.

Μαθαίνω, επίσης, γεωγραφία. Έτσι μπορώ και κατατροπώνω τους φίλους μου στα παιχνίδια με τις πρωτεύουσσες γνωρίζοντας π.χ. ποια είναι η πρωτεόυσα του Λισότο. Έχω πολλούς νέους φίλους που μοιραζόμαστε τη χαρά του ταξιδιου. Σκέψου πως, στην πορεία του χρόνου, άγνωστοι που ήρθαν για τα εισιτήριά τους, κατέληξαν φίλοι τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο fan club του Niceland.

To μόνο που μου λείπει ειναι η ελευθερία κινήσεων, ότι δεν μπορώ δηλαδή με τη μορφή που είναι στημένο το γραφείο να γίνω e-nomad, πολύ ζηλεύω αυτούς τους τύπους κατά καιρους. Να είχα δηλαδή την ευκαιρία να μπορώ να δουλέψω απο παντού. Αλλά αν ημουν e-nomad, θα έχανα όλους αυτους τους υπέροχους ανθρώπους που συνταξιδευουμε χρόνια.

Είναι υπέροχο να είσαι ο “behind the scenes” άνθρωπος των διακοπών των υπολοίπων, να ακούς λόγια όπως: “Μαριλού, είσαι συνυφασμένη με τις διακοπές μας, άρα έχεις ένα μερίδιο ευθύνης για την ευτυχία μας” ή όταν ο κόσμος έρχεται εδώ με την καλή του διάθεση και τα χαμόγελα. Πάντα θα υπάρχουν οι γκρίνιες και τα πονοκεφαλιάσματα, αλλά αυτό στο ζύγιασμα στο τέλος της ημέρας έχει μικρότερη βαρύτητα».

Η Μαριλένα Σαλαμάνου είναι ο ιθύνων νους πίσω από το ταξιδιωτικό πρακτορείο Niceland στην Αθήνα.

O Δημήτρης Κωνσταντινίδης, σερβιτόρος, κάνει όλα τα προβλήματα στην άκρη όταν δουλεύει…

«Κάνω αυτή τη δουλειά σχεδόν τρία χρόνια. Έχει φοβερά μεγάλη πίεση και πολλή κούραση. Πρέπει να είσαι συνεχώς συγκεντρωμένος και κυρίως να είσαι πάντα με το χαμόγελο. Μπορεί να βλέπεις πολύ κόσμο, να μιλάς με τουρίστες που είναι σε διακοπές, αλλά είναι αδύνατο να ξεχαστείς. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να αφήνεις πάντα τα προσωπικά σου προβλήματα στην άκρη και να χαμογελάς ό,τι κι αν συμβεί. Έχω δεχτεί κι άσχημες συμπεριφορές. Έχουν υπάρξει πελάτες που μου έχουν μιλήσει απότομα, με έχουν βρίσει, μου έχουν βάλει ακόμη και τρικλοποδιά. Δεν πρέπει να δίνεις σημασία σε αυτά, απλά χαμογελάς και συνεχίζεις αυτό που κάνεις».

Ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης είναι σερβιτόρος στην ταβέρνα Το Παραδοσιακό στην Αθήνα.

H Αγγελική Σούρδη μπορεί να μην τρελαινόταν στην ιδέα του «κράχτη», αλλά τελικά δεν είναι ακριβώς αυτό που κανείς φαντάζεται…

«Έκανα αυτή τη δουλειά ενάμιση χρόνο περίπου. Όταν ξεκίνησα δεν τρελαινόμουν στην ιδέα ότι θα είμαι κράχτης, ίσα ίσα. Αλλά το σέρβις με άγχωνε, οπότε κάποιον τρόπο η υποδοχή ήταν η εύκολη λύση. 

Δεν είναι κάτι δύσκολο, το αντίθετο. Πρέπει να είσαι κοινωνικός κι ευδιάθετος (βέβαια δεν είναι κάθε μέρα εύκολο). Καλό είναι να το έχεις με τη γλώσσα του σώματος, να ξέρεις πότε να επιμείνεις με κάποιον ή πότε να μην του μιλήσεις καν. Είναι αρκετά κουραστικό, όχι τόσο λόγω ορθοστασίας (αυτό συνηθίζεται), όσο από άποψη μονοτονίας. Άπλα κάθεσαι εκεί όρθιος και περιμένεις, δεν μπορείς να κάνεις απολύτως τίποτα. Από ένα σημείο και μετά βαριέσαι να πρήζεις τον κόσμο. Κάτι άλλο που δεν μου άρεσε ήταν το πόσο σημαντικό ήταν να είμαι κάθε μέρα ευπαρουσίαστη, γιατί γενικά δε με λες κοκέτα. Το καλοκαίρι, επίσης, ένα θέμα είναι φυσικά και ο ήλιος.

Συχνά μου συνέβαινε να μην μου απαντάνε οι περαστικοί, το οποίο σαφώς δεν ήταν κάτι που μου όφειλαν, αλλά καταντούσε λίγο εκνευριστικό να νιώθω αόρατη. Αυτό, την ώρα της δουλειάς, μπορεί να σου επηρεάσει πολύ την ψυχολογία. Καμιά φορά κατάφερνα ίσως να κάνω και μια λίγο πιο ουσιαστική συζήτηση με κάποιον. Κάτι που βέβαια δεν ήταν και ιδιαίτερα επιθυμητό λόγω του πόστου μου – σκέψουν να καθόμουν να μιλαώ σε ένα άτομο 10 λεπτά και να μην κάτσει στο μγαζί ενώ έγω έχω χάσει όλους τους υπόλοιπους πιθανούς πελάτες.

Κάποτε ένας Αιγύπτιος προσφέρθηκε να μου κάνει μασάζ. Ναι οκ, ήταν η δουλειά του αλλά… όχι. Ένας άλλος τουρίστας με είχε κόψει στις τρεις πρώτες λέξεις που κατάφερα να πω για να μου πει “Σσσσσς”, ενώ δίπλα του γέλαγαν η γυναίκα του και η κόρη του. Μια άλλη φορά ένας τύπος που μάλλον είχε περάσει τα πάνδεινα με έκραξε επειδή έκρινε ότι δεν τον αντιμετώπισα με τον τρόπο που έπρεπε, και πλήρωσα τα σπασμένα για ό,τι κακό είχε πάθει εκείνη τη μέρα. Μου μίλησε πολύ αιχμηρά χωρίς να υψώσει τον τόνο του κι έβαλα τα κλάματα, με αποτέλεσμα τελικά να μου ζητήσει συγγνώμη.

Το να δουλεύεις όταν οι άλλοι κάνουν τουρισμό και διακοπές δεν είναι τόσο κακό όσο φαντάζεται κανείς. Από ένα σημείο και μετά απλά αποδέχεσαι ότι εσύ κάνεις μια δουλειά που συνεπάγεται τους καλοκαιρινούς μήνες να δουλεύεις φουλ. Βέβαια, εννοείται ότι ζηλεύεις, αλλά από κει και πέρα είναι στο χέρι σου να συμβιβαστείς με την κατάσταση ή αν σε παίρνει, να κάνεις κάτι άλλο».

Η Αγγελική Σούρδη δούλευε στην υποδοχή στο Yard στον πεζόδρομο της Μκαρυγιάννη στην Αθήνα.

 

Η Μαρία Δελατόλα εξακολουθεί να είναι ναυαγοσώστρια ακόμη κι εκτός βάρδιας…

«Είμαι εκπαιδεύτρια κι αυτό το επάγγελμα για μένα είναι μία “οικογένεια”. Ως αθλήτρια πόλο, είχα ήδη μια σχετική εμπειρία με τη θάλασσα αλλά και με τη σωματική άσκηση γενικότερα ως γυμνάστρια. Ένα δυσάρεστο περιστατικό όμως πριν από πάνω από 15 χρόνια ήταν η αιτία που με έκανε να διαλέξω αυτό το επάγγελμα, το οποίο δεν άργησα να αγαπήσω. Όχι μόνο το καλοκαίρι που το εξασκώ στη θάλασσα, αλλά και το χειμώνα σε πισίνα.

Νιώθω πραγματικά περήφανη για ένα περιστατικό διάσωσης, το οποίο μάλιστα συνέβη σε στιγμή που ήμουν εκτός βάρδιας και κόντεψα και η ίδια να πνιγώ. Μία ημέρα που βρισκόμουν ως λουόμενη σε παραλία, δύο αδέρφια 18 χρονών άρχισαν να πνίγονται και βούτηξα αμέσως να τα σώσω. Οι δύο νεαροί, πάνω στον πανικό τους, γραπώθηκαν κυριολεκτικά πάνω μου, κάνοντας το έργο μου ακόμη δυσκολότερο. Τελικά, το πείσμα και η προσπάθεια έφεραν την περιπέτεια σε αίσιο τέλος και έχω να το λέω μέχρι και σήμερα».

Η Μαρία Δελατόλα είναι εκπαιδεύτρια ναυαγοσώστρια της Ελληνικής Ναυαγοσωστικής Ακαδημίας (ΕΝΑΚ).

Ο Γιώργος Παστρής, εργαζόμενος σε θερινό σινεμά, δεν σκέφτεται να αφήσει αυτή τη δουλειά, ακόμη κι αν την κάνει από τα 9 του…

«Πήγαινα ως παιδί συχνά στο Cine Παρί στην Πλάκα και επειδή η οικογενειακή μου κατάσταση ήταν λίγο περίεργη, ζήτησα αν μπορούσα να μάθω την δουλειά. Ήμουν εννιά ετών. Μέσα σε δύο εβδομάδες τα είχα μάθει όλα, να φτιάχνω την ταινία, να την λύνω, να βάζω την μηχανή και ρώτησα αν μπορούσα να δουλέψω. Είμαι 25, κάνω αυτή τη δουλειά από τότε κι από το 2015 δουλεύω στον θερινό κινηματογράφο Φλερύ.

Οι χειμερινοί κινηματογράφοι είναι πολύ διαφορετικοί από άποψη δουλειάς, δουλεύεις 16.00-02.00. Ο θερινός είναι 19.00-01.00, πιο εύκολο. Δουλεύουμε δύο άτομα, εγώ και η κοπέλα στο μπαρ. Το σινεμά δεν έχει κέρδος, αυτήν την στιγμή είναι ανοιχτό μόνο και μόνο για να έχω εγώ και η Βασιλική δουλειά. Μην σου πω ότι μπαίνει και λίγο μέσα. Το πράγμα εδώ δεν είναι κερδοφόρο. Όλοι νομίζουν ότι τα σινεμά βγάζουν λεφτά από τα εισιτήρια. Ενώ βγάζουν κυρίως από τα μπαρ.

Το κοινό των συνοικιακών κινηματογράφων είναι σχεδόν αποκλειστικά άνθρωποι που μένουν στην γειτονιά και γίνονται τακτικοί θαμώνες. Φυσικά, δε λείπουν και οι “λαθραίοι” θεατές, οι οποίοι βγαίνουν στα μπαλκόνια τους για να παρακολουθήσουν τις προβολές. Μία φορά ένας έφηβος γύρω στα 16 είχε ανέβει από τον φράχτη και ήταν κι άλλοι φίλοι του απ’ έξω και του ζήτησα να κατέβει. Μου λέει: “Δεν κατεβαίνω”. Οι φίλοι του έφυγαν αλλά αυτός είχε κολλήσει εκεί πάνω. Τελικά, τον βοήθησα να κατέβει.

Πλέον αυτή η δουλειά είναι το σήμα κατατεθέν μου. Τα τρία-τέσσερα τελευταία χρόνια έχω σκεφτεί να σταματήσω, όχι γιατί δεν μου αρέσει, αλλά γιατί έχω κουραστεί. Αλλά οι συνθήκες ζωής στην χώρα μας δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε αυτό που θέλουμε/ονειρευόμαστε, οπότε δεν σταματάω. Μόνο σκέφτομαι…»

Ο Γιώργος Παστρής εργάζεται στον θερινό κινηματογράφο Φλερύ στην Καλλιθέα.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.