ΡΕΠΟΡΤΑΖΣυντηρητές Έργων Τέχνης: Εκείνοι που στέκονται μεταξύ τέχνης και ιστορίας…

Συντηρητές Έργων Τέχνης: Εκείνοι που στέκονται μεταξύ τέχνης και ιστορίας…

Γνωρίσαμε τους ανθρώπους που έχουν αναλάβει το πολύπλοκο, μα άκρως ενδιαφέρον, καθήκον να κρατούν «ζωντανά» από τα σύγχρονα εκθέματα του ΕΜΣΤ μέχρι τα εύθραυστα αρχαία αντικείμενα του Μουσείου Μπενάκη. Της Ζωής Παρασίδη.
Φωτογραφίες: Δημήτρης Κουλελής

Τις Δευτέρες, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης έχει κλειστές τις πόρτες του για το κοινό. Όμως, από το διαμπερές περίβλημά του μπορούσε κανείς να διακρίνει πως τις ώρες που δεν δέχεται επισκέπτες, επιτελείται μια πολύ σημαντική για το μουσείο -και για την τέχνη ευρύτερα- λειτουργία.

«Σκοπός της τέχνης είναι να ξεπλένει από την ψυχή τη σκόνη της καθημερινότητας» ισχυριζόταν ο Πάμπλο Πικάσο. Όμως ποιος περιποιείται την τέχνη αφαιρώντας της την σκόνη; Η Φωτεινή Αλεξοπούλου έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του ΤΕΙ Αθηνών (σ.σ. σημερινό Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής), σύντομα ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό της στην Αρχαιομετρία και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ασκεί το επάγγελμα 15 χρόνια, τα δύο τελευταία στο ΕΜΣΤ. Μία από αυτές τις Δευτέρες είχε αναλάβει με τα εργαλεία της να φροντίσει -μεταξύ άλλων- μια in situ εγκατάσταση του Μαρκ Χατζηπατέρα κατασκευασμένη από αλουμίνιο. «Πρόκειται για μια δουλειά άκρως ενδιαφέρουσα ακριβώς γιατί έχει τόσο θεωρητικό-επιστημονικό όσο και πρακτικό-τεχνολογικό κομμάτι. Δεν υπερτερεί το ένα του άλλου, πρέπει να τα γνωρίζεις εξίσου καλά για να σταματήσεις τον χρόνο και να συντηρηθούν σωστά τα έργα. Παράλληλα, είναι τόσο διαφορετικά τα υλικά μεταξύ τους, ειδικά εδώ. Και όσο καλά κι αν γνωρίζεις ένα υλικό,  θα πρέπει να το κατανοήσεις από την αρχή σε κάθε έργο». 

Οι συντηρητές των μουσείων εξειδικεύονται σε συγκεκριμένα υλικά. Βέβαια, σε ένα μουσείο όπως το ΕΜΣΤ εκτίθενται έργα με σύγχρονα υλικά στα οποία, όπως αναφέρει η συντηρήτρια, οι σχολές δεν έχουν ακόμα εντρυφήσει. «Ένας σύγχρονος καλλιτέχνης μπορεί να χρησιμοποιήσει ό,τι θέλει κι ένα βιομηχανικό υλικό δεν είναι όπως ο λίθος για τον οποίο η επιστήμη της συντήρησης έχει απογειώσει την έρευνά της. Γι΄αυτό, παρότι οι συντηρητές έχουμε συγκεκριμένες αρχές, σ’ ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης διαφέρουν αισθητά από εκείνες που θα συναντήσεις σε κάποιο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος».  

Για τα μουσεία που εκθέτουν αντικείμενα περασμένων αιώνων, η αντιστρεψιμότητα των επεμβάσεων είναι μια σημαντική αρχή. Στο πρώτο μουσείο σύγχρονης τέχνης της Αθήνας δόθηκε εξαρχής έμφαση στις «συνθήκες»: Στη σωστή θερμοκρασία, στην προστασία των εκθέσεων από την υγρασία και τη σκόνη, οι τζαμαρίες του αντιστέκονται στην υπεριώδη ακτινοβολία. Ποια είναι όμως η κύρια διαχωριστική γραμμή στη συντήρηση της αρχαίας από τη σύγχρονη τέχνη; «Στα σύγχρονα έργα τέχνης, πολύ συχνά ο καλλιτέχνης βρίσκεται εν ζωή, συνεπώς θα σε καθοδηγήσει ο ίδιος στην εικόνα που θέλει να διατηρήσει. Φερειπείν, μπορεί να έχουμε έργο στο οποία ο καλλιτέχνης έχει τοποθετήσει

σκόνη -την όποια μάλιστα έχει φέρει από κάπου- οπότε εγώ δεν μπορώ να την αφαιρέσω, κάποιος άλλος μπορεί να επιδιώκει τη φθορά και την εξέλιξή της σε αυτό που εκθέτει, πράγμα και με φέρνει σε σύγκρουση με τον ρόλο μου. Οφείλω λοιπόν να συζητάω και να εκθέτω την άποψη μου σχετικά με το πώς πιστεύω ότι πρέπει να είναι το κάθε έργο προκειμένου να μην προσβάλει τους επισκέπτες με την εικόνα του. Έχει συμβεί να υπάρχουν δαχτυλιές ή πατημασιές που ο καλλιτέχνης δεν ήθελε να αφαιρεθούν γιατί μαρτυρούν την αλληλεπίδραση με το κοινό, μπορεί να είναι ακόμα και δικές του. Όμως, το κοινό που βλέπει τις δαχτυλιές σε έναν καθρέφτη συχνά δεν γνωρίζει ότι είναι απόφαση του δημιουργού να μείνουν ως έχουν, ότι αποτελούν μέρος της φιλοσοφίας ενός έργου. Πρέπει λοιπόν να βρίσκω τη χρυσή τομή προκειμένου οι επόμενοι επισκέπτες να γνωρίσουν τα έργα όπως οι προηγούμενοι και να μην αλλοιώσω το μήνυμα που θέλει να περάσει ο καλλιτέχνης».

Τα πινέλα της, τα ειδικά σκουπάκια, τα «μαγικά» -όπως τα αποκαλεί- ηλεκτροστατικά πανάκια είναι οι σύμμαχοί της από τη στιγμή που τα εκθέματα και με τα οποία έρχεται σε επαφή δεν βρίσκονται σε προθήκες. Κάθε ένα από τα έργα που πλησιάζει απαιτεί διαφορετικό χρόνο και η δουλειά της είναι άμεσα συνδεδεμένη με εκείνη της ομάδας καθαριότητας. «Στα πέντε εκατοστά σταματάει ο ένας και στα επόμενα πέντε συνεχίζει ο άλλος, είμαστε μια ομάδα ουσιαστικά».

Το τμήμα συντήρησης του Μουσείου Μπενάκη είναι χωρισμένο στα δύο: Οι συντηρητές των ζωγραφικών έργων, του μετάλλου και του γυαλιού βρίσκονται σε διαφορετικό εργαστήριο από εκείνους του κεραμεικού, του υφάσματος και του χαρτιού. Από τη στιγμή που το μουσείο έχει μεγάλο χρονολογικό εύρος και ποικιλία συλλογών, διαθέτει κι ένα τμήμα συντήρησης το οποίο ανταποκρίνεται σε κάθε είδους υλικό. Οι συντηρητές εργάζονται πάνω σε πλήθος αντικειμένων που περιλαμβάνουν από μικροσκοπικά, εύθραυστα και περίτεχνα έργα έως και ογκώδεις, συμπαγείς και απλές κατασκευές. Όπως εξηγεί ο Βασίλης Πασχάλης, υπεύθυνος του Τμήματος Συντήρησης Έργων Τέχνης από το 2010, «δεν υπάρχουν δύσκολα υλικά, υπάρχουν διαφορετικές περιπτώσεις που χρίζουν διαφορετικής μελέτης και αντιμετώπισης. Η συντήρηση είναι χρονοβόρα, υπάρχει περίπτωση ένα έργο να χρειάζεται μόλις μια ημέρα για να συντηρηθεί αλλά τα περισσότερα από αυτά χρειάζονται από εβδομάδες μέχρι μήνες. Τα έργα που περνάνε από το εργαστήριο είναι πάρα πολλά και για πολλούς λόγους».

Πέραν του έργου που συνδέεται αναπόσπαστα με το μουσείο και τις δραστηριότητές του, το τμήμα Συντήρησης παρέχει συμβουλές και υπηρεσίες, επί του συνόλου των τομέων ευθύνης του, από την προληπτική συντήρηση – που περιλαμβάνει τον έλεγχο, την αποθήκευση και τη μεταφορά συλλογών, την έκθεση και τον περιβαλλοντικό έλεγχο – έως τη συντήρηση και αποκατάσταση έργων, τη μελέτη της τεχνικής και των υλικών κατασκευής τους, τον προληπτικό έλεγχο αντικειμένων, το σχεδιασμό και την υλοποίηση εκθέσεων – προς τρίτους: μουσεία, πολιτιστικούς οργανισμούς, εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, συλλέκτες και ιδιώτες. Τα τμήματα κατά περίπτωση, εισηγούνται εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης και φέρουν εις πέρας τις εργασίες πάντα με την σύμφωνη γνώμη των κατόχων των έργων με τους οποίους συζητούν κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Παράλληλα, «το μουσείο πραγματοποιεί ειδικού τύπου ξεναγήσεις κατά τις οποίες παρουσιάζει στους επισκέπτες λίγα αντικείμενα με τα οποία έρχονται σε άμεση επαφή. Θέλουν να πλησιάσουν όσο περισσότερο μπορούν τα εκθέματα παρότι θα χρειαστεί να φορέσουν γάντια για να τα αγγίξουν», όπως παρατηρεί ο υπεύθυνος του τμήματος. Μάλιστα στην περσινή ημέρα μουσείων που με τίτλο «Tα μουσεία μιλούν για εκείνα που δεν λέγονται»  είχε επικεντρωθεί στα backstage των χώρων τέχνης, το μουσείο πραγματοποίησε ανοιχτά εργαστήρια συντήρησης μπροστά στο κοινό «και ο κόσμος έκανε ερωτήσεις, έδειχνε ενδιαφέρον για τη δουλειά μας».

Στο δωμάτιο- χώρο εργασίας των Ντέπη Κοτζαμάνη, Μαρία Ζαχαριά και Άνθια Φωκά υπάρχουν μικροσκόπια, ιατρικά εργαλεία, ένας ισλαμικός δίσκος που αποδίδεται στην καλλιτεχνική παραγωγή της Αιγύπτου των τελών του 15ου και των αρχών του 16ου αιώνα. Κολλημένος με ακατάλληλες κόλλες, ο δίσκος έχει σπάσει σε κομμάτια οπότε οι συντηρήτριες πρέπει να τον αποκολλήσουν για να μην χειροτερέψει και να τον επαναφέρουν στην αρχική του κατάσταση. Το ευρύ φάσμα υλικών που διαχειρίζεται το εργαστήριο συντήρησης μετάλλου, γυαλιού και οργανικού υλικού καλύπτει αρχαία και σύγχρονα μέταλλα καθώς και πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους, γυαλί και σμάλτο πάνω σε μέταλλο.

Αντιμετωπίζονται κι έργα ή τμήματα αυτών κατασκευασμένα από οργανικής φύσης υλικά συναφούς σύστασης όπως το ελεφαντοστό, το κόκκαλο, το κεχριμπάρι, το κέρατο, το κέρατο ελαφιού, η ταρταρούγα, το κοράλλι, το κερί και το πλαστικό. «Συχνά έχουμε να κάνουμε με σύνθετα αντικείμενα, διαφορετικά υλικά ενωμένα μαζί. Τότε, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικές αφού όταν καθαρίζεις ένα μέταλλο που βρίσκεται πάνω σε ένα ύφασμα, θα σου λερωθεί το ύφασμα και δεν μπορείς να το πλύνεις γιατί θα σου επηρεαστεί το μέταλλο. Πολλές φορές μας ρωτάνε γιατί επιμένουμε μήνες πάνω από το ίδιο αντικείμενο. Η απάντηση είναι γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Αν τα κάναμε όλα καινούρια θα τα βουτάγαμε στα χημικά και θα ήταν το πιο εύκολο πράγμα για εμάς, ενώ το μουσείο θα ήταν γεμάτο γυαλιστερά αντικείμενα. Ο σκοπός όμως είναι να βλέπετε την ιστορία του εκθέματος και κάθε φθορά που είναι μέρος αυτής».

Τα εκθέματα που αναλαμβάνουν οι τρεις τους προέρχονται από την Αρχαία Ελληνική, τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, τη Νεοελληνική, την Ισλαμική συλλογή καθώς και το τμήμα Παιχνιδιών και Παιδικής ηλικίας. Επιβεβαιώνουν πως η γοητεία του επαγγέλματος τους έγκειται  στο γεγονός ότι αγγίζουν την τέχνη και την ιστορία που οι επισκέπτες ενός μουσείου απαγορεύεται να πλησιάσουν. «Όμως, το πιο σημαντικό κομμάτι της δουλειάς για εμάς είναι το να μπορούμε αυτά τα αντικείμενα που φτάνουν στα χέρια μας να τα προστατεύσουμε όσο καλύτερα μπορούμε για το μέλλον, να τα προσέξουμε για τον κάθε επισκέπτη, να διατηρηθούν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, να είναι ελκυστικά για τον θεατή παρά την πατίνα του χρόνου. Μετέχεις ουσιαστικά στη διατήρηση της ιστορίας για τις επόμενες γενιές κι αυτό είναι φοβερά γοητευτικό. Και φυσικά, είναι μαγευτικό το να κοιτάς στο μικροσκόπιο αντικείμενα που κατασκευάστηκαν τον 3ο αιώνα π.Χ. και να μοιάζουν λες και φτιάχτηκαν με το πιο σύγχρονο μηχάνημα εξαιτίας της λεπτομέρειάς τους».

Αδιαμφισβήτητα, θα αλλοιωνόταν μεγάλος μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς και τις ιστορίας της τέχνης χωρίς τους συντηρητές άρα πρόκειται για μια θέση ευθύνης, οφείλουν να δίνουν μεγάλη προσοχή στα υλικά και τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσουν, να αξιολογήσουν σωστά που θα επέμβουν και πόσο. Τονίζουν ότι κάθε τους επέμβαση πρέπει να είναι αντιστρέψιμη «άλλωστε έρευνες γίνονται διαρκώς και κάθε φορά που προκύπτει μια καινούρια μέθοδος να μπορούμε να αφαιρούμε την παλιά και να προχωράμε στη νέα».

Αν και η σχολή που παρακολούθησαν δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’80, οι ίδιες έχουν συναντήσει κόσμο δεν γνωρίζει ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο ενός συντηρητή έργων τέχνης. «Μας μπερδεύουν με τους αρχαιολόγους, νομίζουν ότι είμαστε καλλιτέχνες, στην πραγματικότητα βρίσκεται στη μέση πολλών ειδικοτήτων. Συναντιόμαστε με τους αρχαιολόγους, με τους μελετητές – ιστορικούς , έχει χρειαστεί να συνεργαστούμε με αργυροχρυσοχόους, με καλλιτέχνες, με τεχνίτες στην προσπάθειά μας να παντρέψουμε πληροφορίες ώστε να πετύχουμε την καλύτερη δυνατή συντήρηση. Η παρατήρηση η δική μας είναι μοναδική, γι’ αυτό θεωρούμε σημαντική τη συμβολή μας. Τα ίχνη που θα παρατηρήσουμε καθαρίζοντας επί έναν μήνα ένα αντικείμενο είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που θα βρει ένας αρχαιολόγος που το παρατηρεί με γυμνό μάτι για κάποιες μέρες, φυσικά θα του μεταφέρουμε οποιαδήποτε πληροφορία εντοπίσουμε. Η παρατήρηση βγαίνει μόνο μέσα από τη συντήρηση, αντικείμενα που δεν έχουν συντηρηθεί είναι αντικείμενα για τα οποία δεν έχουμε πολλά στοιχεία μέχρι να τους αφαιρέσει κάποιος το χοντρό στρώμα διάβρωσης που τα καλύπτει».

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.