Σ Ε Ν Τ Ο Ν Ι Α

του Γιαν Βάγκνερ

μες στο δικό το σαβανώθηκε
ο παππούς, μ’ αυτό τον βγάλαν,
κι εγώ τον βρήκα την επόμενη χρονιά,
εκεί που τα κρεβάτια στρώναμε,
σε σφήκα ζαρωμένον, έναν μικρούλη φαραώ
από ένα θέρος περασμένο πάει καιρός.

το δίπλωμα το κάναμε έτσι: χέρια
διάπλατα ώσπου το πρόσωπό μας να
καθρεφτιστεί στο τεντωμένο το πανί∙
έπειτα της μπουγάδας το φοξτρότ, βήμα
το βήμα ωσότου το ένα τετράγωνο να μπει
μες στ’ άλλο και σχεδόν οι μύτες ν’ αγγιχτούν.

τα πάντα βρίσκαν καταφύγιο
μες στη χιονάτη του αγκαλιά: εν’ άδειο
μπουκαλάκι με μια υποψία κολώνιας, πέταλα
σκόρπια από αγριολούλουδα ή λεβάντα,
καμιά δεκάρα ή πού και πού καμιά μπαλίτσα
που ως τη φωλιά του είχε κυλήσει ναφθαλίνης.

μα στην αρχή μόνο ξαπόσταιναν, βουβά
κι ολόλευκα μες στο ντουλάπι, ντάνες
ολόκληρες με δαύτα, μυρωμένα,
μαγγανωμένα και σιδερωμένα και κολλαριστά
και στοιβαγμένα τακτικά σαν αλεξίπτωτα
προτού από ύψος απροσδόκητο βουτήξουν.


Από την ποιητική συλλογή «Το σπουργίτι του Γκέρικε και άλλα ποιήματα» του Γιαν Βάγκνερ σε μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.