«Ο ήρωάς μου λέγεται Τσάρλι Πάρκερ όχι γιατί θέλω να παραπέμψω στην τζαζ (δεν μπορώ να σκεφτώ έναν ντετέκτιβ που είναι προσηλωμένος στην τζαζ), αλλά επειδή από το όνομα του διάσημου τζαζίστα κρατώ το παρατσούκλι του, που ήταν “Bird”. Κρατώ, με άλλα λόγια, την εικόνα του πουλιού, την έννοια ή την αίσθηση της πτήσης και της ελευθερίας, παραπέμποντας σε ένα πνεύμα που υπερίπταται, ενώ από την άλλη πλευρά παραμένει απολύτως προσγειωμένο». Έτσι ξεκίνησε ο Ιρλανδός αστυνομικός συγγραφέας Τζον Κόνολι τη συνομιλία του με τον Ηλία Μαγκλίνη, συγγραφέα και αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Η Καθημερινή», στη Στέγη Γραμμάτων του Ιδρύματος Ωνάση (4/6). 

    Μάλλον δυσαρεστημένος με τους Βρετανούς από το αποτέλεσμα του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ Αγγλίας και Κολομβίας για το Μουντιάλ («δεν μας έφτανε το Brexit, θα αρχίσουν να κερδίζουν και στους αγώνες τώρα;»), ο Κόνολι συνέχισε να μιλάει για τον ήρωά του, λέγοντας πως δεν είναι μόνο προσγειωμένος, αλλά και βασανισμένος – ένας άντρας που βιώνει το τραύμα μιας διπλής δολοφονίας, της δολοφονίας της γυναίκας και της κόρης του. «Ξεκίνησα να τον σχεδιάζω, ψάχνοντας τι είναι εκείνο που τον στοιχειώνει, πώς ακριβώς κινείται ο άνθρωπος που είναι στοιχειωμένος. Κι εκείνο που βλέπω τώρα είναι πως μολονότι στοιχειωμένος, ο Τσάρλι Πάρκερ μπορεί να είναι πιο ανοιχτός, έχει τη δυνατότητα να μοιράζεται πράγματα, ακόμα κι αν υποφέρει – ή ακριβώς επειδή υποφέρει και θέλει να μην υποστούν οι άλλοι τον πόνο που έχει υποστεί ο ίδιος». 

    Γεννημένος το 1968 στο Δουβλίνο, ο Κόνολι γράφει μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στις ΗΠΑ και έχουν μεταφραστεί σε δεκαεννέα γλώσσες.

   Ανάμεσά τους, «Το δέντρο του θανάτου», «Φονικό είδος», «Στον λευκό δρόμο», «Οι κακοί», «Ο μαύρος άγγελος» και «Το κυνήγι των φαντασμάτων» (στα ελληνικά τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Bell / Χάρλενικ Ελλάς). «Μετά από είκοσι και πλέον βιβλία, είμαι λιγότερο βίαιος στη μυθοπλασία μου, προσέχοντας κυρίως το θέμα της βίας που ασκείται εις βάρος των γυναικών. Δίνω τώρα ίσες ευκαιρίες σε άντρες και γυναίκες απέναντι στη βία. ‘Αλλωστε, ωριμάζοντας ο συγγραφέας καταλαβαίνει πως δεν χρειάζεται τόσο να πει όσο να δείξει και να υπαινιχθεί, φροντίζοντας να φέρει τον αναγνώστη σε άβολη θέση, γιατί μόνο έτσι θα συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συμβαίνει».

    Πώς δέχθηκε το αναγνωστικό κοινό την ανάμιξη αστυνομικής δράσης και μεταφυσικών καταστάσεων που συναντάμε στα βιβλία του; «Το αστυνομικό μυθιστόρημα γεννήθηκε μαζί με τον Διαφωτισμό και η λογική πρυτανεύει στις σελίδες του. Στις απαρχές του, όμως, είναι ολοφάνερος ο φόβος του μεταφυσικού ή αγάπη των πνευμάτων. Μόνο μετά το 1930 αρχίζουν να μπαίνουν κανόνες και να αναπτύσσεται ο σνομπισμός του αστυνομικού μυθιστορήματος απέναντι στο παράλογο και το άλογο. Όταν άρχισα να γράφω δεν είχα συνείδηση αυτών των κανόνων και οι αναγνώστες δέχθηκαν εύκολα την απουσία τους. Εξάλλου είμαι καθολικός και δύσκολα μπορούν να ταυτιστούν οι καθολικοί με τη λογική. Και πάλι, όσο ήμουν νέος, οι Ιρλανδοί συγγραφείς έπρεπε να διαθέτουν ιρλανδικότητα. Η λογοτεχνία συμμετέχει προνομιακά στην οικοδόμηση της εθνικής ταυτότητας και η επιστροφή στην ιρλανδική μυθολογία αποτελούσε εκείνη την εποχή αποφασιστικό παράγοντα. Μετά την απόκτηση της ιρλανδικής ανεξαρτησίας, όλα αυτά τελείωσαν. Ο ίδιος ως νέος προτιμούσα από την ιρλανδικότητα τις βρετανικές και τις αμερικανικές πηγές. Η αμερικανική λογοτεχνία ήταν για μένα έξοδος διαφυγής. Έτσι άρχισα να γράφω έχοντας ως σκηνικό μου το Πόρτλαντ του Μέιν. Δεν έγραψα, ωστόσο, και δεν γράφω αμερικανικά μυθιστορήματα, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα είχε κανένα νόημα. Στα βιβλία μου κυριαρχεί ο χώρος, ένα τοπίο δάσους με δαίμονες και νεράιδες οι οποίες δεν εκπροσωπούν το πνεύμα του Καλού. Ο χώρος στο αστυνομικό δεν έχει την ωμότητα του θρίλερ. Το αστυνομικό, όπως έδειξε η ‘Αγκαθα Κρίστι, συμπιέζει και αποικίζει τον χώρο. Και το δάσος μου, μαζί με τα μεταφυσικά του όντα, είναι ένα αστυνομικό τοπίο, όπως το τοπίο του ανθρώπινου κινήτρου ή το αστικό τοπίο. Και μέσα στο τοπίο του δάσους το θέμα που πρωτίστως με απασχολεί είναι το θέμα της διαφθοράς». 

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)