Συνεπής φεμινίστρια έως το τέλος της ζωής της, ήταν η πρώτη γυναίκα ακαδημαϊκός που κατόρθωσε να αποκτήσει φήμη διεθνούς ακτινοβολίας σε ένα ανδροκρατούμενο ακαδημαϊκό κατεστημένο.

Ασχολήθηκε με την σπουδή των Κλασικών στο Κολέγιο Νιούχαμ, του Κέμπριτζ από το 1874 έως το 1879. Το 1879 βρέθηκε στην κορυφή του Κλασικού Τρίποδα την υψηλότερη θέση που κατείχε γυναίκα από τα δύο ειδικά κολέγια για κυρίες. Από εκείνη την περίοδο και μετά την αποκάλεσαν «η εξυπνότερη γυναίκα στην Αγγλία». Το 1879 μετακόμισε στο Λονδίνο, για να μελετήσει αρχαιολογία στο Βρετανικό Μουσείο. Εργάστηκε και μελέτησε υπό τον Τσαρλς Νιούτον, στο τμήμα Αρχαιοτήτων του Βρετανικού Μουσείου. Μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες κέρδισε ιδιαίτερη φήμη ως λαμπρή και δυναμική ομιλήτρια σε θέματα σχετικά με την κλασική τέχνη και την αρχαιολογία, μετακινούμενη συχνά στην Ελλάδα και αλλού στην Ευρώπη. Ήταν σε επαφή με επιφανείς Γερμανούς αρχαιολόγους, όπως για παράδειγμα ο Ερνστ Κούρτιους, (Ernst Curtius), ο ανασκαφέας της Ολυμπίας.

Το 1879, όταν τελείωνε η Τζέιν Χάρισον τις μελέτες της στο Κέμπριτζ, μια άλλη νέα γυναίκα, η Ευγενία Σέλερς (Eugénie Sellers)  ξεκινούσε τις κλασικές σπουδές της. Οι δύο γυναίκες μοιράστηκαν ένα διαμέρισμα το 1885 και ταξίδευαν μαζί. Η Σέλερς οργάνωνε τις διαλέξεις της Τζέιν Χάρισον και σε ό,τι αφορούσε στην ατομική της καριέρα, ακολούθησε την ίδια πορεία, αλλά στον τομέα των ρωμαϊκών σπουδών και κυριάρχησε στη Βρετανική σχολή στη Ρώμη στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Όμως, οι δύο γυναίκες διέκοψαν τις σχέσεις τους για κάποιο άγνωστο λόγο το 1893 και η Ευγενία Σέλερς παντρεύτηκε τον Άρθουρ Στρονγκ. Η Τζέιν Χάρισον έγινε αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας από το 1889 έως το 1896. Το 1896 έγινε αντεπιστέλλον μέλος του Κλασικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου.

Η Χάρισον εφήρμοσε τα συμπεράσματα των συγχρόνων της αρχαιολογικών ανακαλύψεων και ανθρωπολογικών προσεγγίσεων των πολιτισμών, στην ερμηνεία της αρχαιοελληνικής θρησκείας με τρόπο που έγινε στερεότυπο για μεταγενέστερους ερευνητές. Ανάμεσα στα έργα της ανθρωπολογικής έρευνας για την προέλευση της ελληνικής θρησκείας και μυθολογίας περιλαμβάνονται τα: Προλεγόμενα στη Μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας, Αίρεση και Ανθρωπότητα, Θέμις: Μια Μελέτη των Κοινωνικών Πηγών της Ελληνικής Θρησκείας, Αρχαία Τέχνη και Τελετουργία και Επιλεγόμενα στη Μελέτη της Ελληνικής Θρησκείας.

Στην εποχή της η Χάρισον ήταν γνωστή για τις δημόσιες διαλέξεις της στην αρχαιοελληνική τέχνη, και τις ριζοσπαστικές απόψεις της. Mιλούσε Γερμανικά Λατινικά, Ελληνικά και Εβραϊκά (αργότερα έμαθε περίπου 16 γλώσσες, στις οποίες περιλαμβάνονται τα Ρωσικά). Θεωρείται πως επηρεάστηκε σημαντικά από το έργο του Γιόχαν Γιάκομπ Μπαχόφεν, μια ανάλυση της μητριαρχίας στην αρχαιότητα.

Οι πρόωρες δημοσιεύσεις της προοιώνιζαν μια διακεκριμένη ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Αφού συμπεριελήφθη στον κατάλογο επιλέκτων υποψηφίων για την καθηγεσία Yates της κλασικής αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου ορίστηκε ομότιμη στο κολέγιο Νιούνχαμ. Η Χάρισον επέστρεψε στο Νιούνχαμ το 1898, για να μείνει εκεί μέχρι το θάνατό της, το 1928. Εκεί ουσιαστικά άρχισε να ασχολείται βαθύτερα με την αρχαία Ελλάδα σκάβοντας πίσω από την παραδοσιακή εικόνα που διαμόρφωσε το αγγλικό ακαδημαϊκό κατεστημένο. Η αρχαία Ελλάδα της Χάρισον δεν ήταν ο λαμπρός, ήρεμος και ορθολογιστικός κόσμος που επινόησαν οι μελετητές του ανά τους αιώνες. Ήταν ένας κόσμος διονυσιακής φρενίτιδας, πάθους, ανορθολογισμού και μαγείας που έβραζε κάτω από μια φαινομενικά ήρεμη επιφάνεια. Αυτός ήταν ο λόγος που την αποκάλεσαν ‘αιματοβαμμένη Τζέιν’, αλλά ο αρχαίος κόσμος μετά την παρέμβασή της δεν ήταν πλέον και δεν έγινε ποτέ ίδιος.

Το 1922 η Τζέιν Χάρισον αποσύρθηκε από τις δημόσιες διαλέξεις και μετακόμισε μαζί με την Χόουπ Μίρλις, υπεύθυνη για τα αρχεία της, σε ένα σπίτι στο Μπλούμπσμπερι, στο Λονδίνο. Πέθανε το 1928 από λευχαιμία.