Το 1960, εντάχθηκε στη τζαζ μπάντα του Μπιλ Άστον, «Bill Ashton Combo», η οποία μετονομάστηκε σε «The Art Wood Combo» και λίγο αργότερα σε «The Artwoods».

Τον Αύγουστο του 1964, κυκλοφόρησε το σινγκλ «You Really Got Me» των Kinks το οποίο ανέβηκε στο # 1 των βρετανικών τσαρτ, με τον Τζον Λορντ να παίζει πιάνο στην ηχογράφηση του τραγουδιού. Με τους Artwoods ο Λορντ ηχογράφησε το δίσκο «Art Gallery», ο οποίος κυκλοφόρησε το 1965, ενώ έκαναν αρκετές εμφανίσεις σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως η ραδιοφωνική εκπομπή «Saturday Club» του BBC και το τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ready, Steady, Go»

Κατά την τριετή πορεία τους, οι «Artwoods» δεν γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία, αλλά έδωσαν ένα μεγάλο αριθμό συναυλιών και έγιναν γνωστό όνομα στο underground κίνημα. Διαλύθηκαν για μικρό χρονικό διάστημα το 1967, για να επανενωθούν αργότερα μέσα στο ίδιο έτος, κυκλοφορώντας το τελευταίο τους σινγκλ, «Brother, Can You Spare a Dime», μετά από το οποίο επήλθε η οριστική διάλυση του συγκροτήματος.

To 1967, ο Λορντ δημιούργησε τους «Santa Barbara Machine Head», στους οποίους συμμετείχε ο μετέπειτα κιθαρίστας των Rolling Stones, Ρον Γουντ. Το συγκεκριμένο συγκρότημα, ηχογράφησε μόνο τρία τραγούδια, τα «Porcupine Juice», «Albert» και «Rubber Monkey», μέσω της «Immediate Records», ενώ ταυτόχρονα, ο Λορντ συμμετείχε στους «Flowerpot Men», όπου γνώρισε τον μετέπειτα μπασίστα των Deep Purple, Νικ Σίμπερ.

Στα πρώτα βήματα του συγκροτήματος Deep Purple, μέχρι το 1970, ο Λορντ ήταν η ηγετική μορφή τους και οι ποιοτικές συνθέσεις του ξεχώριζαν μέσα στα πρώτα τρία άλμπουμ του συγκροτήματος, παρά το γεγονός ότι οι μεγάλες εμπορικές επιτυχίες των πρώιμων Deep Purple, προερχόταν από διασκευές. Στα διάφορα συγκροτήματα του κατά τη δεκαετία του ‘60, ο Λορντ έπαιζε πιάνο και το Hammond organ, αλλά ήταν το δεύτερο, αυτό το οποίο έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στον ήχο των Deep Purple.

Το καλοκαίρι του 1976, ο Λορντ μαζί με τον Τόνι Άστον και τον Ίαν Πέις, δημιούργησαν ένα ροκ συγκρότημα με τζαζ και μπλουζ καταβολές, τους Paice, Ashton & Lord. Το συγκρότημα αυτό, κυκλοφόρησε μόνο ένα δίσκο με τίτλο «Malice in Wonderland», το Μάρτιο του 1977, για να διαλυθούν λόγω της ανεπαρκούς σκηνικής παρουσίας του Άστον, σύμφωνα με τα άλλα δύο βασικά μέλη του συγκροτήματος.

Το Άυγουστο του 1978, ο Λορντ εντάχθηκε στους Whitesnake του Ντέιβιντ Κόβερντεϊλ, ενώ ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε και ο Ίαν Πέις. Στο συγκρότημα αυτό, ο Λορντ δεν είχε τον ηγετικό ρόλο που είχε κατά καιρούς στους Deep Purple, λόγω της συνύπαρξης του με δύο κιθαρίστες, γεγονός που περιόριζε τις δυνατότητες του. Με τους Whitesnake, ηχογράφησε τους δίσκους «Trouble» και «Lovehunter», για να αποκτήσουν έντονη δημοτικότητα με το «Ready an’ Willing» του 1980 το οποίο ανέβηκε στο βρετανικό Top-10, και ακόμη περισσότερο με το πλατινένιο «Live…In the Heart of the City».

Το 1981, συνέχισαν με το άλμπουμ «Come an’ Get It», το οποίο έφθασε στη δεύτερη θέση των τσαρτ της Μεγάλης Βρετανίας, την υψηλότερη στην οποία ανέβηκε ποτέ, δίσκος των Whitesnake. Η εμπορική καταξίωση επήλθε στο συγκρότημα με τους δίσκους «Saints & Sinners» του 1982 και «Slide It In» του 1984, οι οποίοι ήταν και οι τελευταίοι τους οποίους ηχογράφησε ο Λορντ με τους Whitesnake. Ταυτόχρονα, γνώρισαν επιτυχία τα σινγκλ «Fool for Your Loving», «Don’t Break My Heart Again», «Guilty of Love» και «Give Me More Time».