Τον Απρίλιο του 1945 το δυτικό τμήμα της Γερμανίας έχει καταληφθεί από τις Συμμαχικές δυνάμεις και το ανατολικό από τον Ερυθρό Στρατό. Το Βερολίνο, το οποίο υφίσταται συνεχείς αεροπορικές επιδρομές από τα τέλη του 1944, πολιορκείται από τους Σοβιετικούς και διεξάγεται στην πόλη η Μάχη του Βερολίνου. Οι πρωτεργάτες του καθεστώτος έχουν καταφύγει στο Καταφύγιο του Χίτλερ (Führerbunker), ένα ειδικό κτίσμα στο υπόγειο της Καγκελαρίας, δημιουργημένο από τον Άλμπερτ Σπέερ και απρόσβλητο από τις βόμβες. Στις 23 Απριλίου ο Γκέρινγκ στέλνει μήνυμα ζητώντας την ανάληψη της εξουσίας στη θέση του Φύρερ. Ο Χίτλερ γίνεται έξαλλος και διατάσσει την καθαίρεση του Γκέρινγκ, τη σύλληψη και την άμεση φυλάκισή του. Στις 28 Απριλίου αποκαλύπτεται ότι ο Χάινριχ Χίμλερ προσπαθεί να επιτύχει συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους, με αντάλλαγμα να διαδεχθεί αυτός τον Φύρερ. Ο Χίτλερ εξουσιοδοτεί τον Στρατάρχη Ρόμπερτ Ρίττερ φον Γκράιμ, τον οποίο όρισε αντικαταστάτη του Γκέρινγκ και έφθασε στο Καταφύγιο τραυματισμένος από την πτήση του προς το Βερολίνο με πιλότο την Χάνα Ράιτς, να φύγει αμέσως και να συλλάβει το ταχύτερο τον Χίμλερ, τον οποίο θεωρεί ένοχο συνωμοσίας και εσχάτης προδοσίας.

Εν τω μεταξύ, οι δύο “παλατίνοι” του Χίτλερ Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel) και Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) αναπτύσσουν όση δραστηριότητα μπορούν, για να συντονίσουν τα σκόρπια γερμανικά στρατεύματα στην άμυνα του Ράιχ. Τα νέα που στέλνουν μέσω ασυρμάτου στο Καταφύγιο δεν είναι καθόλου ευχάριστα: Τόσο οι Σοβιετικοί όσο και οι Δυτικοί Σύμμαχοι προελαύνουν στο εσωτερικό της χώρας και αρχίζει η Μάχη του Βερολίνου. Το Βερολίνο είναι πολιορκημένο από τους Σοβιετικούς, ενώ η Στρατιά Βενκ, που είχε συγκροτήσει ο ίδιος ο Χίτλερ, έχει εξαντλήσει όλες τις δυνάμεις της απέναντι στη συντριπτική υπεροχή των Σοβιετικών. Τα ξημερώματα της 30ής Απριλίου ο στρατηγός Χέλμουτ Βάιντλινγκ, διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων του Βερολίνου, φθάνει στο Καταφύγιο, αναλύει την κατάσταση και προτείνει να επιχειρηθεί έξοδος από αυτό. Ο Χίτλερ αρνείται κατηγορηματικά.

Ο Χίτλερ καλεί στο καταφύγιο τον εκπρόσωπο της πολιτικής αρχής. Καταφθάνει ο Βάλτερ Βάγκνερ, φορώντας το περιβραχιόνιο της “Εθνοφυλακής” (Volkssturm). Με μάρτυρες τους Μάρτιν Μπόρμαν και Γιόζεφ Γκέμπελς ο Χίτλερ νυμφεύεται την Εύα Μπράουν, με την οποία διατηρεί μακρόχρονη σχέση. Στη συνέχεια συντάσσει μια πολιτική και μια προσωπική διαθήκη. Η ανώτατη ηγεσία του Ράιχ περιμένει την έκβαση της μάχης. Όταν ο στρατηγός Βάιντλινγκ τους ενημερώνει ότι δεν υπάρχει ελπίδα, τους προτείνει έξοδο από το Καταφύγιο. Ο Χίτλερ αρνείται ξανά. Δίνει διαταγή να θανατώσουν την Μπλόντι, την αλσατική σκυλίτσα του και τις επόμενες ώρες αποχαιρετά το προσωπικό του καταφυγίου: Τις γραμματείς του Τράουντλ Γιούνγκε, Γκέρντα Κρίστιαν και Έλζε Κρίγκερ καθώς και τη μαγείρισσά του (ειδική στη χορτοφαγία) Κονστάντσε Μαντζιάρλυ. Αποχαιρετά, επίσης, τους συνεργάτες του και αποσύρεται με τη σύζυγό του στο δωμάτιό τους. Ύστερα από λίγο ακούγεται ένας πυροβολισμός. Οι υπασπιστές του σπεύδουν στο δωμάτιο. Ο Χίτλερ έχει αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στο στόμα και Εύα Μπράουν με μια κάψουλα υδροκυανίου. Όπως έχει εκ των προτέρων διατάξει τον οδηγό του Έριχ Κέμπκα, τα σώματά τους μεταφέρονται στον κήπο της Καγκελαρίας και αποτεφρώνονται με τη βοήθεια 180 λίτρων βενζίνης. Ο Γκέμπελς έχει συντάξει και αυτός διαθήκη – παράρτημα στην πολιτική διαθήκη του Φύρερ του, στον οποίο παραμένει απόλυτα αφοσιωμένος. Αναφέρει ότι πάντα τον υπάκουε αλλά αυτή τη φορά δεν θα πειθαρχήσει. Θα μείνει να πεθάνει μαζί του, όπως και ολόκληρη η οικογένεια του: Η σύζυγός του Μάγδα και τα έξι παιδιά τους. Η Μάγδα, με τη βοήθεια του γιατρού του Καταφυγίου, που παρασκεύασε υπνωτικό, έχει ήδη θανατώσει με υδροκυάνιο τα έξι παιδιά τους. Ανεβαίνει μαζί με το σύζυγό της στην αυλή της Καγκελαρίας, όπου στρατιώτες τους εκτελούν με πιστόλι και τους αποτεφρώνουν. Η έλλειψη βενζίνης δεν επιτρέπει την πλήρη αποτέφρωσή τους. Τα σώματα θα ανευρεθούν μετά την πτώση του Βερολίνου και θα αναγνωρισθούν.

Η είδηση του θανάτου του Φύρερ έχει διαφορετικά αποτελέσματα στα μέλη του Κόμματος. Άλλοι αυτοκτονούν, άλλοι προσπαθούν να αλλάξουν ταυτότητα και να εξαφανισθούν στην ανωνυμία του πλήθους και άλλοι, όπως οι γκαουλάιτερ Χάνκε του Αμβούργου και Έριχ Κοχ της Πρωσίας διαφεύγουν, ο ένας με αεροσκάφος και ο άλλος με πλοίο, και χάνονται μέσα στο πλήθος των προσφύγων. Οι περισσότεροι, ωστόσο, είτε συλλαμβάνονται από τους Ρώσους και τους Συμμάχους, είτε διαφεύγουν στη Νότια Αμερική, όπως οι Άντολφ Άιχμαν και Γιόζεφ Μένγκελε, με την βοήθεια της Οργάνωσης Γκέλεν.

Το καθεστώς επιζεί μέχρι την υπογραφή της τελικής συνθηκολόγησης. Πρόεδρος έχει οριστεί, από τον Χίτλερ, ο Ναύαρχος Καρλ Ντένιτς και Καγκελάριος ο Γιόζεφ Γκέμπελς. Στις 2 Μαΐου 1945 ο Στρατηγός Χέλμουτ Βάιντλινγκ (Helmuth Weidling), Διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων του Βερολίνου, υπογράφει την παράδοση της πόλης στον Σοβιετικό Στρατηγό Βασίλι Τσούικοφ (Vasily Chuikov). Στο μεταξύ συλλαμβάνονται όσοι εξακολουθούν να έχουν κάποιο κυβερνητικό πόστο και έχουν παραμείνει σε αυτό είτε εντοπίζονται προσπαθώντας να διαφύγουν.

Εν τω μεταξύ, ο Ντένιτς έχει αποστείλει ως διαπραγματευτή τον Άλφρεντ Γιοντλ στη Ρενς, όπου και το Στρατηγείο της SHAEF. Ο Γιοντλ προσπαθεί να παρελκύσει τα πράγματα, αλλά ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ του καθιστά σαφές ότι, αν δεν υπογράψει άμεσα, θα δώσει εντολή να πυροβολούνται όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες, ακόμη και άοπλοι. Παίρνοντας την συγκατάθεση του Ντένιτς, ο Γιοντλ υπογράφει την παράδοση όλων των ενόπλων δυνάμεων της Γερμανίας. Για τους Αμερικανούς υπογράφει ο Μπέντελ Σμιθ, για τους Γάλλους ο Στρατηγός Σεβέζ, για τους Βρετανούς ο Ναύαρχος Χάρολντ Μπάροου και για τους Σοβιετικούς ο Στρατηγός Ιβάν Σουσλαπάροφ. Ο Αϊζενχάουερ καθιστά επίσης σαφές ότι οι όροι ισχύουν ακριβώς ως έχουν και απαρέγκλιτα και για τη Σοβιετική πλευρά και ότι από τούδε και στο εξής όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες θεωρούνται αιχμάλωτοι πολέμου “ως έχουν και βρίσκονται”. Συμφωνείται να υπογραφεί και επίσημα έγγραφο παράδοσης (κατ’ απαίτηση του Στάλιν).

Στις 8 Μαΐου 1945 υπογράφεται και το έγγραφο που απαίτησε ο Στάλιν, στο προάστειο Καρλχορστ (Karlhorst) του Βερολίνου στο κτίριο μιας σχολής υπαξιωματικών. Εκ μέρους της Γερμανίας παρίστανται ο Στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, εκπρόσωπος του (διαδόχου του Χίτλερ) Ντένιτς, ο Ναύαρχος Φρίντενμπουργκ, εκπρόσωπος του Ναυτικού, και ο Πτέραρχος Στουμπφ, εκπρόσωπος της Λουφτβάφφε. Όσοι από τους ηγέτες του καθεστώτος έχουν επιζήσει συλλαμβάνονται, ο Χίμλερ παραδίδεται σε ένα αγγλικό φυλάκιο, αλλά τη στιγμή της σωματικής έρευνας αυτοκτονεί με υδροκυάνιο. Το καθεστώς της Ναζιστικής Γερμανίας καταλύεται και μαζί του παύει να υφίσταται νομικά και η Γερμανία ως χώρα.

Στις 5 Ιουλίου 1945 συγκροτείται το Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου (Allied Control Council), το οποίο αναλαμβάνει την πλήρη κυριαρχία της ηττημένης Γερμανίας.[84] Η σύσταση αυτού του Συμβουλίου επιτρέπει τη συνέχιση της ύπαρξης της Γερμανίας ως χώρας.

Με τη Διάσκεψη του Πότσδαμ τον Αύγουστο του 1945, στην οποία παρίστανται οι ηγέτες των νικητριών χωρών, αποφασίζεται η τύχη των ηττημένων.[85] Η Γερμανία διαμελίζεται σε δύο τομείς κυριαρχίας: Την Δυτική Γερμανία (πρωτεύουσα Βόννη), στη σφαίρα επιρροής των Δυτικών Συμμάχων, και την Ανατολική Γερμανία (πρωτεύουσα Βερολίνο), στη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ. Η χώρα επανέρχεται στα προ του 1937σύνορα, χάνοντας παράλληλα και εδάφη στο ανατολικό τμήμα της, τα οποία αποδίδονται στην Πολωνία.