Ο Χένρυ Μίλλερ ήταν Αμερικανός συγγραφέας του οποίου το έργο άσκησε σημαντική επιρροή στη λογοτεχνία την περίοδο του μεσοπολέμου, ενώ εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους συγγραφείς της γενιάς μπητ. Ως πεζογράφος διακρίνεται για το άμεσο, ελεύθερο και έντονα αυτοβιογραφικό ύφος του. Ανάμεσα στα κυριότερα έργα του συγκαταλέγονται ο Τροπικός του Καρκίνου, ο Τροπικός του Αιγόκερω και η τριλογία Η Ρόδινη Σταύρωση. Εκτός από τη συγγραφή, ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική.

Ο Χένρυ Μίλλερ γεννήθηκε στην πόλη της Νέας Υόρκης και έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Μπρούκλιν. Το 1909 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και συνέχισε να φοιτά στο κολέγιο City College της Νέα Υόρκης, όπου όμως παρέμεινε τελικά μόνο για δύο μήνες. Εγκαταλείποντας το κολέγιο, ο Μίλλερ εργάστηκε για ένα μεγάλο διάστημα σε πολλές διαφορετικές δουλειές. Το 1917 παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο Beatrice Sylvas Wickens, με την οποία απέκτησε και ένα παιδί. Το 1920 προσελήφθη ως διευθυντής απασχόλησης τηλεγραφικής εταιρείας ενώ την ίδια περίπου εποχή θεωρείται πως άρχισε να ασχολείται με την λογοτεχνία, γράφοντας τα πρώτα του βιβλία, τα οποία όμως δεν δημοσιεύτηκαν έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά το θάνατό του.

Την περίοδο 1928-1929, έχοντας ήδη εγκαταλείψει την εργασία του από το 1924 και αφοσιωμένος στο λογοτεχνικό του έργο, έζησε για αρκετούς μήνες στην Ευρώπη μαζί με την δεύτερη σύζυγό του Τζουν Μάνσφιλντ, η οποία και τον συντηρούσε οικονομικά. Τον επόμενο χρόνο, εγκαταστάθηκε μόνος στο Παρίσι, όπου έζησε περίπου μέχρι την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συντηρούμενος κυρίως χάρη στη συνδρομή φίλων του. Το φθινόπωρο του 1931, ο Μίλλερ προσελήφθη ως διορθωτής κειμένων στην εφημερίδα Chicago Tribune και ειδικότερα για την έκδοση που κυκλοφορούσε τότε στο Παρίσι. Για την πρόσληψή του σημαντικό ρόλο είχε ο στενός του φίλος Alfred Perlès, δημοσιογράφος της εφημερίδας. Ο ίδιος ο Μίλλερ, χρησιμοποίησε το όνομα του τελευταίου προκειμένου να δημοσιευτούν δικά του άρθρα, καθώς ως διορθωτής δεν είχε το δικαίωματα να δημοσιεύει προσωπικά κείμενα.

Η είσοδος του Μίλλερ στους λογοτεχνικούς κύκλους σημειώθηκε με την δημοσίευση του μυθιστορήματος του Τροπικός του Καρκίνου, βιβλίο που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1934 χρηματοδοτούμενο από την Αναΐς Νιν και που αποτυπώνει τα πρώτα χρόνια αυτοεξορίας του Μίλλερ στο Παρίσι. Το πρωτότυπο χειρόγραφο του Μίλλερ είχε ολοκληρωθεί στην πραγματικότητα δύο περίπου χρόνια νωρίτερα. Ο Τροπικός του Καρκίνου είχε σημαντική απήχηση, καταγράφοντας συγχρόνως περισσότερες από δύο εκατομμύρια πωλήσεις τα δύο πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του.

Ο Μίλλερ εγκατέλειψε το Παρίσι το 1939, μετά τη δημοσίευση του Τροπικού του Αιγόκερω, ο οποίος μαζί με τον Τροπικό του Καρκίνου παρέμειναν απαγορευμένα και ανέκδοτα βιβλία στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το επόμενο διάστημα επισκέφτηκε την Ελλάδα όπου έζησε για περίπου έξι μήνες. Σε αυτή την περίοδο επισκέφτηκε την Αθήνα, την Πελοπόννησο αλλά και αρκετά από τα νησιά της Ελλάδας και γνωρίστηκε με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Γιώργο Κατσίμπαλη, από τον οποίο είναι εμπνευσμένος και ο τίτλος του βιβλίου του Κολοσσός του Μαρουσιού. Στο έργο αυτό, που δημοσιεύτηκε το 1941, ο Μίλλερ περιέγραψε το σύντομο διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα φροντίζοντας παράλληλα να προβάλλει τις σκέψεις του για την ευρύτερη σημασία της Ελλάδας.

Επέστρεψε στην Αμερική το 1940 και για ένα διάστημα ταξίδεψε ανά την χώρα, γεγονός που οδήγησε και στην έκδοση του Κλιματισμένος εφιάλτης (Air-conditioned Nightmare), έργο ταξιδιωτικό αλλά και κριτικό απέναντι στα ήθη της αμερικανικής κοινωνίας. Το 1944 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ της Καλιφόρνιας, όπου έζησε μέχρι το 1963 και εξακολούθησε να γράφει. Σε αυτό το διάστημα ολοκλήρωσε και δημοσίευσε αρκετά έργα, μεταξύ των οποίων η αυτοβιογραφική τριλογία Η Ρόδινη Σταύρωση, αποτελούμενη από τα βιβλία Sexus (1949), Plexus (1953) και Nexus (1960) καθώς και το Ο καιρός των δολοφόνων (1956), που αποτυπώνει τη σχέση του Μίλλερ με το έργο του γάλλου ποιητή Ρεμπώ. Το 1961 εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική o Τροπικός του Καρκίνου προκαλώντας δικαστικές διαμάχες περί λογοκρισίας του έργου που κατέληξαν οριστικά στην μη απαγόρευση του το 1964.

Τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια της ζωής του έζησε στο Λος Άντζελες. Μετά το θάνατό του, το 1980, αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του σκορπίστηκαν στο Μπιγκ Σερ όπου έζησε και το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του.